30 Σεπτεμβρίου 2012

Βάρα γροθιά του μαχαιριού να δεις ποιος θα πονέσει ...

Ο ήλιος μάς θυμήθηκε και μες απ΄τα σύννεφα βρήκε το δρόμο κι από χτες τον έχουμε μουσαφίρη... Μετά από τόσο πλύσιμο -μια βδομάδα καντάρια έριχνε-  γερά ξεπλυμένα όλα αστράφτουν απ΄την πολλή πάστρα, εξαιρούνται τα τζάμια μου. ΄Εξω, στον ήλιο, ο νους, δύσκολο να τον συμμεζέψεις, πρόβλημα το γράψιμο ... Το φθινόπωρο άρχισε πριν μια βδομάδα... Μεθαύριο Οχτώβρης ...

Με θολωμένο νου και πονεμένο μυαλό, κάποιοι από "κει" και του "τότε" βρήκαν τον τρόπο να περιμαζέψουν τα κομμάτια τους και να γράψουν Με την καρδιά στα ερείπια, με ψυχή σημαδεμένη και μια ζωή γεμάτη αγκάθια  ρίχτηκαν μπροστά, Στην αρχή στη βιοπάλη, μετά στο γράψιμο και στο σωσμό. Να σώσουν ότι -τους- είχε απομείνει! Να σώσουν έναν πολυαγαπημένο τόπο, μια περασμένη ζωή ήθελαν! ΄Ετσι, με περίσσια αγάπη συμμάζεψαν ότι είχαν σώσει, ότι είχε σωθεί, ότι τους προσφερόταν  κι ότι κατάφεραν να βρουν, και τα ΄βαλαν στην αρχή σε μιαν άκρη -του μυαλού ή του σπιτιού- και μετά στο χαρτί! Μετά τα μίλησαν κι ύστερα τα ΄γραψαν... Και μετά τα ζωγράφισαν! Μια με λόγια, μα με χρώματα, μα με μυρωδιές και γεύσεις! Και μας τ΄άφησαν, κληρονομιά και παρακαταθήκη. 

΄Αλλοι πάλι -σαν τη νενέ μου- με λόγια ή νανουρίσματα ή πιο απλά ακόμα, με μαγειροτσουκαλιάσματα, κι αυτοί κληρονομιά και παρακαταθήκη μάς τα άφησαν. Παρακαταθήκη η αγάπη τους για τον τόπο τους, κληρονομιά η αγάπη τους ! Με τον τόπο της με κανάκεψε η νενέ μου... Με τις στιγμές της με κοίμησε και με τις θύμησές της με κράτησε ήσυχη κάποια χειμωνιάτικα βράδια!
 
Αλώνι σε απραξία
Αλώνι, εν ενεργεία ... στο κάποτε ...
"΄Αλλο ο χειμώνας κι άλλο το καλοκαίρι κόρη μου.. αφού άλλα ήκαμες τη μια άλλα την άλλη... Καλός κι ο χειμώνας, καλό και το καλοκαίρι. Πιο όμορφη η άνοιξη, γλυκό το φθινόπωρο μα κι ήπρεπε να είναι βρεμμένο.. για να ΄ναι καλό. Καλό για τους γεωργούς δηλαδή γιατί τους περίμενε η σπορά, δουλειά μπίζιλη. Από τη σπορά εξαρτιόταν το ψωμί της χρονιάς για τη φαμίλια τους και τον κόσμο όλο. Μετά τη θέριση, το αλώνισμα, το λίχνισμα και το σάκιασμα, τρίβαμε τα δρεπάνια και τα κρύβαμε και κάθε βράδυ σε τσανάκες μεγάλες ξεδιαλέγαμε τον καλύτερο καρπό... για τη νέα σπορά.
Ο πατέρας μου κοντά, ξεδιάλεγε κι αυτός λέγοντάς μας ιστορίες απ΄τα παλιά, για τον παππού, για το Χριστό, για τον Απόλλωνα. Ξεδιάλεγε γρήγορα και μ΄ένα μάτι πρόσεχε να βλέπει τι ξεδιαλέγαμε εμείς. Για τη σπορά χρειάζεται ο κάλλιστος σπόρος αλλιώς πάει χαμένος όλος ο κόπος του γεωργού. Περίμενε μετά τις βροχές, να μαλακώσει η γη, να τη σκάψει, να τη σπείρει... και να καρπίσει. Σαν κάναμε το ξεδιάλεγμα δεν είχε βεγγέρες.

Προς σπορά
 ΄Ηταν η ώρα να γίνει δουλειά και δουλειά γινόταν κι υπήρχε μπόλικηι. Πολλά ήπρεπε να τελειώνουν πριν το χειμώνα που σε κλείνει μέσα για τα καλά. Μετά το ξεδιάλεγμα ερχότανε το άνοιγμα το βαρελιών με το νέο κρασί. Κι ήταν τ΄άνοιγμα κάτι σαν εορτή. Στο κατέβασμα για τα χειμαδιά οι τσέλιγκες με ζώα, γυναίκες, παιδιά κι όλο το νοικοκυριό φορτωμένο στα ζώα, πίσω στα χαμηλά. Αφήνανε τις στάνες και του ΄Αη Γιώργη θα τις έπιαναν πάλι ... να ΄μαστε καλά...  Είχαν γυρίσει όλοι οι μάστορες γιαπιτζήδες (χτιστάδες), ξυλοκόποι, δερματάδες, βαριλτζήδες (βαρελάδες), είχανε κόψει το πολύ έβγα οι ψαράδες, οι ναυτικοί πίσω, τα σπιτικά γεμάτα, γιορτή. Κι ο Φώτης που έβγαζε το μεροκάματο φωτογραφίζοντας τον κόσμο Οχτώβρη μαζευόταν σπίτι του... Γιορτή στα βαρέλια, δοκιμές μια στου Κρασσά, μια στου Καριώτη, μια στου Καρατζά...  γέλια, πειράγματα, τα μεζεκλίκια παρέλαση,  οι νοικοκυρές στο πόδι απ΄το πρωί μέχρι αργά... Περηφάνεια του καθενός το καλό του κρασί! Ο πατέρας μου, απ΄το πρώτο βαρέλι γέμιζε ένα μπουκάλι κρασί και το πήγαινε στην εκκλησιά να λειτουργηθεί κι απ΄το λειτουργημένο έριχνε μια στάλα σε κάθε βαρέλι, έτσι για το καλό, έλεγε ...

Στα καζάνια, ζόρι μεγάλο, σειρά είχε η τσικουδιά, παρέα απαραίτητη του χρόνου όλου... ... Και το κυνήγι; Αρχή τον Οχτώβρη κι αυτό... Τρυγόνια, πέρδικες, λαγοί, φραγκόκοτες, φασιανοί, ορτύκια... Και τα λυπόμουν τα κακόμοιρα τα ζωντανά σαν τα θωρούσα ακίνητα πάνω στο τραπέζι... μα ήταν και νόστιμα τ΄άτιμα μαγειρεμένα σωστά... ΄Αλλη περηφάνεια οι κυνηγοί, άλλες βραδιές, άλλες ιστορίες, άλλα μεζεδάκια, άλλες δουλειές. Καιρός και για να μαζευτεί το μέλι, ν΄αδειαστεί η κηρήθρα, να γεμίσουν τα βάζα χρυσάφι... Θα στόλιζε τα γλυκά τις γιορτές, θα γλύκαινε τα βραστάρια του χειμώνα, θα μαλάκωνε τον άρρωστο λαιμό... πολύτιμο αγαθό!

Σταματάγαν οι δουλειές κόρη μου; Φροντίδες και φροντίδες είχαμα ... και φροντίδα άλλη ...το μάζεμα των ξύλων. Για τα βαρειά ξύλα, για το τζάκι, τη θερμάστρα, είχε φροντίσει νωρίτερα ο κύρης, μα τα μικρά -τις αμπελόβεργες- του φούρνου τα φρόντιζε η νοικοκυρά κι εμείς τα παιδιά. Μερικοί αγοράζανε, οι περισσότεροι στιβιάζανε τις βέργες από τ΄ αμπέλια τους, όλοι παραγγέλνανε κάρβουνα ..




Κι  έφτανε κι ο καιρός για τις ελιές... Ράβδισμα και μάζεμα μας περίμενε, δουλειά πολλή, χρυσάφι και το λάδι ...  Και τα καρύδια μάζεμα και τα κάστανα... Καθάρισμα οι καρποί απ΄το φλούδι κι άπλωμα και στέγνωμα και σάκιασμα ... Είχαν όλα τη σειρά τους και τη χαρά τους... Του ΄Αη Δημήτρη, ο χειμώνας σκαρφάλωνε το φράχτη. Του ΄Αη Γιώργη, τον εκατέβαζε απ΄τον φράχτη η άνοιξη... και φτου πάλι απ΄την αρχή, ανάποδα το πήγαιν΄- έλα σε δουλειές, γιορτές, καιρό... ΄Ετσι το ΄χαμε και το λέγαμε... Σημάδια, χειμώνα και καλού καιρού, οι δυο καβαλλάρηδες άγιοι... Και παρακαλούσαν τον ΄Αη Δημήτρη οι γεωργοί για βροχή και νερό και τον τιμούσαν και του τάζανε... ΄Αλλος το λαδάκι του, άλλος το κρασάκι του, ο γεωργός πρόσφορο ή λαμπάρα ... Και τον αγαπούσαμε όλοι τον Οχτώβρη... Φορτωμένος μ΄αλεύρι, μέλι, φρούτα, κρασί έφτανε, τα πια χρειαζούμενα του χρόνου ...

Τ΄αγαπάς τα κάστανα κόρη μου ε; Αχ και πόσο τ΄αγαπώ κι εγώ... Σα ψήνονται στο μαγκάλι, βγάνουν τη μοσχοβολιά του τόπου μου ... 
Πίσω με γυρίζουν, σ΄ευτυχισμένους καιρούς, σε καιρούς δίχως βάσανα... 17 χρονώ κοπέλα ήμουνα και μόνη ένοια μου να βοηθώ την αννέ μου, μα στο νοικοκυριό μα με τ΄αδέρφια μου, μα στις έξω δουλειές ... ΄Αλλη ένοια τότενες δεν είχα ... Είχα και μια ένοια άλλη, τον παππού σου μ΄αυτή ήταν ένοια γλυκειά, ξεκούραστη ... Τον αναλογιζόμουν σαν έπεφτα στο γιατάκι μου το βράδυ κι ημέρευε ο κόπος και ο κάματος και μ΄έπαιρνε ο ύπνος αλαφρύς...

Τι τα θέλεις ... Χάλασε ο κόσμος μετά... Χάλασε η ζωή μας...
΄Ασε με κοκόνα μου τώρα ... Σα μωρό νταγιαντίζεις (επιμένεις) ... ας τα παιδιακίσια και τα καμώματα, σοβαρέψου ...  Της παντρειάς είσαι πια ... "

Καλά σας βράδια

Ε.-

Σίγουρα την πρώτη φορά και μερικές ακόμα, δεν το κατάλαβα ...
Αργότερα όμως που μεγάλωσα και πονήρεψα, κατάλαβα το στιχάκι του παππού και μ΄άρεσε ... όπως μ΄άρεσε και να την πειράζω ...

΄Ηταν σε κάποια παρόμοια κουβέντα πάνω και σ΄αναφορά στον κύρη της όταν μου το πρωτόπε ...
"Ο κύρης μου, ο παππούς σου, σαν ήταν ξεκούραστος, κεφάτος και με τις δουλειές τελειωμένες, με πείραζε  σιγοτραγουδώντας ...

"απ΄όλα τα τετράποδα, μ΄αρέσει το κρεβάτι ...
όταν μετά την αγκαλιά, είμαστε στο ραχάτι ..."

Νομίζω πως σαν το αναθυμόταν, εκεί ανάμεσα στις γλυκειές ρυτίδες της, κοπελούδα γινόταν και...  κοκκίνιζε ...




 




  

28 Σεπτεμβρίου 2012

Κακός το πρωί, το βράδυ χειρότερος ...

Μεγάλωσαν οι νύχτες, στένεψε η μέρα, λιγόστεψε το φως ...
Μπήκε το φθινόπωρο, εδώ και μια βδομάδα και το πρώτο πρωτοβρόχι έχει γίνει μια βροχή μιας βδομάδας ... Βάρυναν τα φύλλα απ΄το πολύ νερό, άλλαξαν χρώμα κι έπεσαν χάμω στο χώμα, σαν σε ύπνο και ξεκούραση ...
Το ένα γύρω θολώνει απ΄τις στάλες, το ένα πάνω θαμπίζει απ΄το γκρίζο... το σπίτι αναζητάει τη ζέστη κι εγώ αναζητώ κόμπους και δεσίματα ...


"Μεγαλώνουν οι άνθρωποι κόρη μου κι αλλάζουν ...
Δειλινά - Βουρλά 2012
στον κήπο του Σεφέρη
΄Αλλοι γίνονται παράξενοι, άλλοι ανάποδοι, πολλοί παραδόπιστοι, κάποιοι κακοί ... λίγοι βελτιώνονται ... μα όλοι γερνάμε. Κι όσο γερνάει ο άνθρωπος ημερεύει, υπομονεύει. Βλέπει αλλιώς τη ζωή, το θάνατο, τα προβλήματα... Οι πρόσφυγες μ΄όσα έζησαν ταράχτηκαν. Ο θάνατος τούς αναποδογύρισε και κατάκατσαν ... μα μόνο στην αρχή. Μόλις τα κατάφερναν κι άφηναν την τέντα κι έστηναν μια παράγκα, ένα τσαρδάκι, ξανάπαιρναν μπρος, ρίχνονταν πάλι στη ζωή. Προχωρούσαν αφήνοντας πίσω τους καταστροφή και θάνατο, τραβούσαν μαζί τους κι άλλους, είχαν μπροστά τους στέρηση και βάσανα το ΄ξεραν μα προχωρούσαν... χωρίς να ξεχνάνε, χωρίς να βαρυγγομάνε... Μας είχε ενώσει ο πόνος και προχωρούσαμε μαζί. Ξεχώριζες τις γειτονίτσες μας, μας ξεχώριζες τις σπέρες καθισμένους μπρος στο πόρτεγο να σιγοκουβεντιάζουμε, να σιγομουρμουράμε. Μας λείπαν οι μέσα δροσερές αυλές μας, βγήκαμε στις πόρτες ... Στις αρχές οι κουβέντες ήταν πάντα οι ίδιες, πνιχτές, θλιμμένες. Τα πρόσωπα σφιγμένα ... ΄Ολοι κάποιον έψαχναν, όλοι κάποιον αναζητούσαν ... Μήπως άκουσες.... μήπως έμαθες ... Με τον καιρό μαλάκωσαν  τα πρόσωπα, μαλάκωσαν κι οι κουβέντες... Το καλό νέο του ενός έγινε χαρά της γειτονιάς, το υστέρημα το δικό σου έγινε βοήθημα του άλλου ... Και στήθηκαν ντουβαράκια, ασπρίστηκαν, πλέχτηκαν κουρτινάκια, γέμισαν οι ντενεκέδες γιασεμιά, δειλινά κι αγιόκλημα που ευώδιαζαν, απλώθηκαν μπουγάδες... Ξαναφάνηκαν χαμόγελα, νάζια κι έρωτες...

Αγιόκλημα - 2012
Βουρλά
΄Εκαιγε το μαγκάλι σιγοψήνοντας κάνα κάστανο, γέμιζε το ποτήρι η τσικουδιά, χαμήλωνε ο πόνος, ανέμιζε λίγο η ψυχή, γύριζε πίσω κι άρχιζε τραγουδιστά το παράπονο. Ημέρεψε ο νέος τόπος, ημέρεψαν κι οι νύχτες μας. ΄Ενα γεννητούρι κάποτε, ένας γάμος ύστερα και γέμιζε η γειτονιά με χαράς αμανέ μα και με παράπονο συνάμα... Τα καμένα κορμιά μας είχαμε κουβαλήσει, ένα ρούχο ο καθένας πάνω του κι ένα ζουληγμένο μυαλό απ΄όσα είχανε δει τα μάτια μας ... ΄Αλλο τί είχαμε δικό μας εξόν απ΄τις θύμησες μας, το φτιάξε μας και το τραγούδι μας; Κι όλα να μας θυμίζουν το χαμένο μας τόπο! Πώς να τα συμμαζέψεις όλα αυτά; Πήρε καιρό ... Οι λιγοστοί άντρες τράβηξαν χτίστες, χαμάληδες, λούστροι... Οι πιο τυχεροί σιδεράδες, μποστατζήδες... Οι γυναίκες χύθηκαν στις σκάφες, στο σίδερο, μαντάρισμα και ράψιμο. Τα παιδιά στο δρόμο. Μετά έδωκε ο Θεός και το σχολειό τα περιμάζεψε... Λίγες, πιο τυχερές μπήκαν δουλικές, παραμάνες, μαγείρισσες σε σπίτια... Λίγο ψωμί περισσότερο για κείνες, το σπίτι και... τη γειτονιά. Οι πιο τυχερές πωλήτριες, μοδίστρες... Από μάνες κυρές νοικοκυρές, παραμάνες και καθαρίστριες...
 
Σε γειτονιές άδειες, άχαρες σκληρές μας έριξαν, γειτονίτσες ανθρώπινες κι ανθισμένες τις κάναμε ...  Βοτανικό εμείς, ο Μήτσος, ο Καρατζάς... Δίπλα ο Μαρίνος με τον αδερφό του και τη μάνα του, ο Μήτσος, η Καλομοίρα και τα παιδιά. Ο Καφούρος, ο Τσάφος, η Ανδριανή, ο Τζέκος, παιδιά της γειτονιάς...  ένα πράμα πια όλοι μας... Τα τσαρδάκια μας πάντα ανοιχτά... Να κλειδώσεις γιατί; Να σου πάρουν τί; Ανοιχτά, πόρτα και παράθυρα να φεύγει έξω η φτώχεια, ο πόνος...  Ανοιχτή κι η καρδιά ... Πονούσες τον πονεμένο, λυπόσουν τον γείτονα, βοηθούσες το γείτονα, βοηθούσες εσένα ... ΄Ενα πράμα όλοι μας ... Κι αυτοί που τα είχαν πριν πολλά κι αυτοί που τα βόλευαν, έχοντες και μη έχοντες... Καισαριανή η θεία Μαρία, Βύρωνα ο Καραμητσόπουλος, Κουπόνια ο πατέρας σου ... Γειτονιές πονεμένες και παραπονεμένες ... Δεν μας ήθελαν... Ο πρόσφυγας έγινε ταμπέλα... Η παρηγοριά μας εμείς, μεταξύ μας ... Οι όμορφες θύμησες, οι ευτυχισμένες στιγμές, οι ιστορίες του τόπου μας, το μαύρο τσουκάλι και το μαγείρεμα, τα τραγούδια μας, το ξέσκισμα της καρδιάς ... μάς έκανε ένα ... το δάκρυ μάς δρόσιζε το καλοκαίρι, μας ζέσταινε το χειμώνα ... Κι είμασταν ευτυχισμένοι μες στη δυστυχία μας, ευτυχισμένοι στα προσφυγικά μαχαλαδάκια μας, εκεί μεταξύ μας, παρέα με δικούς που σε καταλάβαιναν χωρίς να ρωτάνε, που σ΄ένοιωθαν χωρίς να μιλάς ... 
 
Και κυλούσε ο καιρός κι άρχισε η προκοπή... Ξεπετάχτηκαν νέες φαμίλιες, νέα εμπορικά, μπακάλικα, ταβερνάκια. Φυτρώσαν δεντράκια, ψηλώσαν τα τοιχαλάκια, πληθύνανε οι τενεκέδες με τα φούλια και τις γαρδένιες, αυγάτισε το χαμόγελο, ακούστηκαν γέλια ... Ο πόνος μόνο στεκόταν πάντα δίπλα στη γκαζιέρα και το γιατί κρεμόταν πάντα απ΄το ταβάνι... "
 
Καλά σας βράδια
 
Ε.-
 
 Η γειτονιά μου είναι τα Κουπόνια ... Πρόσφυγες την πρωτοκατοίκησαν... Τους "δόθηκε" γιατί ήταν μια περιοχή δύσκολη. Μην κοιτάτε που κατέληξε σε περιοχή πανάκριβη ... Πλημμύριζε κάθε τόσο απ΄το ποτάμι τον γνωστό Ιλισσό που τη διέσχιζε και τον Ιριδανό που περνούσε παραδίπλα... Και έζεχνε απ΄τα γουρουνοστάσια που υπήρχαν μπόλια στα τριγύρω... Γειτονιά ζωντανή και λαμπερή, την έκαναν εκείνοι που έχασαν ξαφνικά τον τόπο τους, εκείνοι που έκαναν γειτονιές τις χειρότερες περιοχές της Αθήνας, εκείνοι που είχαν πονέσει, στερηθεί και ήξεραν πως ...
 
Τόπος είναι κάτι το βαθύ, το ξεχωριστό, το μοναδικό! Για κάθε λαό και άνθρωπο ο τόπος είναι ένας και μοναδικός. Δεν είναι η πατρίδα, δεν είναι η γη ... Είναι αυτά που έχει ζήσει εκεί ... Είναι οι στιγμές, οι θύμησες, η ιστορία... Δεν έχει σύνορα ο τόπος, κινείται στον χρόνο, αιωρείται, δεν φθείρεται, δεν αλλοιώνεται!  Είναι η ζεστασιά, η συγκίνηση,  η αγάπη, ο πόνος ... Είναι το τρέμουλο που του φέρνει η σκέψη του και καθετί δικό του ξεχωριστό κι ακριβό τού είναι. Δεν μπορεί να τον συγκρίνει με κανέναν άλλο αφού ότι έχει ζήσει το έχει ζήσει μαζί του ... Τον κουβαλάει μαζί του όπου κι αν πάει όπου κι αν βρεθεί... και δεν τον αλλάζει με τίποτα και με κανέναν άλλο... και συνεχίζει να ζει μαζί του! Τόπος του είναι η ζωή του ...


Το τι είναι τόπος θεωρείται από πολλούς πολύ εύκολο -σήμερα- να προσδιοριστεί... Μην το πεις όμως ποτέ σε πρόσφυγα ...

Θυμάμαι την αυλίτσα της νενές μου πνιγμένη μες στα δειλινά ...
"΄Εφυγε" εκείνη μα τα δειλινά εκεί!
΄Εφυγαν κι εξαφανίστηκαν, χάθηκαν ...  μόνο όταν η "στέγη" της δόθηκε αντιπαροχή ...
 

27 Σεπτεμβρίου 2012

Δώρο αν είναι και μικρό μεγάλη χάρη έχει ...

΄Ανθρωποι κι ΑΝΘΡΩΠΟΙ
Μυαλά και ΜΥΑΛΑ...
Διάβασα ...
 
 
Με ένα εντυπωσιακά ειλικρινές άρθρο, που δημοσιεύεται στην έγκυρη εφημερίδα SABAH , από τον Engin Ardiç, γνωστό συγγραφέα και δημοσιογράφο στην Τουρκία στηλιτεύεται ο Τουρκικός τρόπος εορτασμού της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαΐου...

Στο εν λόγω άρθρο ο συγγραφέας παρουσιάζει µία σειρά από αλήθειες για τις οποίες το Κεµαλικό καθεστώς εδώ και δεκαετίες προσπαθεί να καταπνίξει. Αξίζει να παρατεθεί
μεταφρασμένο το πλήρες κείμενο, από την συγκεκριμένη διεύθυνση της Τουρκικής εφημερίδας Sabah το οποίο έχει ως εξής :

" Τούρκοι συμπατριώτες, σταματήστε πια τις φανφάρες και τις γιορτές για την Άλωση, αρκετή ßία έχουμε δώσει στην Ανατολή µε τις πράξεις µας..."

« ΑΝ οργανωνόταν στην Αθήνα συνέδριο µε θέμα : «Θα πάρουμε πίσω την Πόλη»...

ΑΝ έφτιαχναν μακέτα µε τα τείχη της πόλης και τους στρατιώτες µε τις πανοπλίες τους να επιτίθενται στην Πόλη... (όπως εμείς στην Τουρκία κάνουμε κάθε χρόνο !)

ΑΝ ένας τύπος ντυμένος όπως ο περίφημος Έλληνας νικηφόρος και σχεδόν μυθικός Διγενής Ακρίτας έπιανε τον δικό µας Ulubatlι Hasan και τον γκρέμιζε κάτω...

ΑΝ ξαφνικά έμπαινε στην πόλη κάποιος ντυμένος Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος πάνω σε ένα λευκό άλογο και δίπλα του άλλος ως Λουκάς Νοταράς, ως Γεώργιος Φραντζής κι έμπαιναν ως αντιπρόσωποι της πόλης...
( όπως εμείς στην Τουρκία κάνουμε κάθε
χρόνο !)


ΑΝ έφτιαχναν µια χάρτινη Αγία Σοφία που δεν είχε μιναρέδες αλλά Σταυρό....

ΑΝ έκαιγαν λιβάνι και έλεγαν ύμνους, θα µας άρεσε;

Δεν θα µας άρεσε, θα ξεσηκώναμε τον κόσμο, μέχρι που θα καλούσαμε πίσω τον πρέσβη µας από την Ελλάδα...

Τότε, γιατί το κάνετε εσείς αυτό, κάθε χρόνο ;

Πέρασαν 556 χρόνια και γιορτάζετε (την Άλωση) σαν να ήταν χθες ;

Γιατί κάθε χρόνο τέτοια εποχή, (
µ΄ αυτές τις γιορτές πού κάνετε ) διακηρύσσετε σε όλο τον κόσµο ότι:

«
αυτά τα μέρη δεν ήταν δικά µας, ήρθαµε εκ των υστέρων και τα
πήραμε µε τη ßία
».

Για ποιο λόγο άραγε φέρνετε στη µνήµη µια υπόθεση 6 αιώνων;

Μήπως στο υποσυνείδητό σας υπάρχει ο φόβος ότι η Πόλη κάποια µέρα θα δοθεί πίσω ;

Μην φοβάστε, δεν υπάρχει αυτό που λένε µερικοί ηλίθιοι της Εργκενεκόν περί όρων του 1919.

Μη φοβάστε, τα 11 εκατοµµύρια Ελλήνων, δεν μπορούν να πάρουν την πόλη των 20 εκατοµµυρίων, και αν ακόμα την πάρουν δεν μπορούν να την κατοικήσουν.

Κι οι δικοί µας που γιορτάζουν την Άλωση είναι µια χούφτα φανατικοί µόνο που η φωνή τους ακούγεται δύσκολα.

Ρε σεις, αν µας πούνε ότι λεηλατούσαμε την Πόλη τρεις µέρες και τρεις νύχτες συνεχώς τι θα απαντήσουμε;

Θα υπερασπιστούμε τον εαυτό µας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή θα αφήσουμε το θέμα στους ιστορικούς ;

Αντί να περηφανευόμαστε µε τις πόλεις που κατακτήσαμε, ας περηφανευτούμε µε αυτές που ιδρύσαμε, αν υπάρχουν. Αλλά δεν υπάρχουν.

Όλη η Ανατολή είναι περιοχή µε τη βία κατακτημένη...

Ακόμα και το όνομα της Ανατολίας δεν είναι αυτό που πιστεύουν (ana=µανα, dolu=γεµάτη) αλλά
προέχεται από την ελληνική λέξη η Ανατολή.

Ακόμα και η ονομασία της Ισταµπούλ δεν είναι όπως µας λέει ο Ebliya Celebi «εκεί όπου υπερτερεί το Ισλάµ»τραßώντας τη λέξη από τα μαλλιά, αλλά προέρχεται από το «εις την Πόλιν».

Εντάξει λοιπόν, αποκτήσαµε µόνιµη εγκατάσταση, τέλος η νοµαδική ζωή και γι' αυτό ο λαός αγοράζει πέντε - πέντε τα διαµερίσµατα. Κανείς δεν μπορεί να µας κουνήσει, ηρεμήστε πια...

Οι χωριάτες µας ας αρκεστούν στο να δολοφονούν την Κωνσταντινούπολη χωρίς όμως πολλές φανφάρες
....».
 

Καλά σας βράδια
 
Ε.-
 
Πάντα το ΄λεγε η νενέ μου ...
"Κόρη μου πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι ... αλλά θα υπάρχουν κι ΑΝΘΡΩΠΟΙ ..."
 
 
 
 

 
 

22 Σεπτεμβρίου 2012

΄Ενας πόντικας αρπάζει, όλοι μας εφταίνε ...

Κυριακή, χρόνος ελεύθερος. Κι ο ελεύθερος χρόνος χαρίζεται στους φίλους ...
Κι οι φίλοι επιβάλλουν καφέ ...  ΄Ετσι, πασιχαρείς συναντηθήκαμε σήμερα στο μικρό πορτογαλέζικο καφέ όπου επιτρέπεται το τσιγάρο...
  
 
"Η Κυριακή κόρη μου, ήταν μέρα Θεού, γιορτής κι ανάπαυσης... Κι όσο κι αν δεν τύχαινε να ΄χει γιορτή ή να ΄χεις αρραβώνα, για γάμο για βάφτιση να πας για μουσαφίρηδες, γιορτή ήταν...  Δεν δούλευε ο πατέρας και τον χαιρόσουν λίγο παραπάνω... Η μάνα μ΄όλους μαζεμένους κοντά της ζεστή κυρά κι αρχόντισσα, σχολειό γιοκ ... Και ξύπναγες πρωί-πρωί χωρίς να το θες. Και περίμενες και δεν ήξερες τι... Η εκκλησιά περίμενε, η μάσα (τραπέζι) όλο και κάτι παραπάνω θα ΄χε... Δεν πήγαινες εκκλησιά μόνο σαν ήσουν άρρωστος. Κι αν ήκαμες ψεύτικα τον άρρωστο, αλίμονό σου, έχανες τη βόλτα στη Σκάλα...
΄Εχανες τα μεζεδάκια, έχανες και τον ντοντουρμά (παγωτό)! Δε σύφερε...
 
Η Σκάλα... της τότε ...
Κι ήταν χάρμα η Σκάλα το καλοκαίρι. Το χειμώνα κάναμε άλλα, το καλοκαίρι όμως ήταν χάρμα. Η μέρα ήταν μεγάλη. ΄Ολοι καθαροί, φροντισμένοι... Οι κοπελιές στο μπράτσο του πατέρα. Νωρίς στον παστανέ (ζαχαροπλαστείο) όλοι μαζί. Οι πιο μικροί ακίνητοι μην καμιά τιμωρία τούς στερήσει τον ντουντουρμά ή την πάστα. Οι μεγάλοι ευχαριστημένοι, γελαστοί. Οι ντελικανήδες ζωηροί-ζωηροί. Μετά του παστατζή, βολτιδάκι, κάμποσες φορές πάνω κάτω τη Σκάλα... Εγώ φρέσκια λεμονάδα μόνο, όχι πολύ γλυκειά όμως ...

 
Και τα πιο συχνά, το βολτιδάκι κατέληγε στις τσικουδιές... Εκεί πιο πολύ απ΄όλα μου άρεσε εμένα. ΄Ολα του κόσμου τα διαλεχτά και τα περίεργα εκεί βρίσκοντο. ΄Ολοι είχαμε  τα καλά μας στο σπίτι αλλά εκεί ήταν άλλο. Εκεί τα ΄βρισκες έτσι, τα ΄βρισκες κι αλλιώς. ΄Εβρισκες όλα τα νιοφερμένα απ΄τη Σμύρνη, τα παράξενα της Ανατολής, ρούσσικα κι ευρωπαϊκά. Αγώνα κάμανε οι τσικουδάδες μεταξύ τους. Ξέρανε πως οι κυρές όλη τη βδομάδα άλλο δεν θα κάμανε. Μόνο θα ασχολιόντουσαν μαζί τους και προσπαθούσανε να φτιάξουνε ότι τους είχε αρέξει περισσότερο...  Ποια θα το κάμει καλύτερο, ποια θα του βάλει κάτιτις παραπάνω, ποια θα το πετύχει απαράλλαχτο... ποιας ο κύρης θα της το παινευτεί, την άλλη βόλτα μπροστά στις άλλες!
 
Μικρά τα ταμπάκια (πιάτα), πολλοστά στον ξύλινο ταμπλά (δίσκο) και διάλεγες ότι ορεγόσουνα. Κι ήταν ο πατέρας μου κιμπάρης κι ανοιχτοχέρης... και μ΄ήξερε. Και διάλεγα πρώτη... Λακέρδα πιπεράτη μες το λάδι, σουπιές ψαράδικες, μπαρμπουνάκια ή ζαργάνες στο τηγάνι, άλλοτε μπακαλιάρο αλιάδα, σαρδέλες Μυτιλήνης, σκουμπρί στ΄αλάτι, χέλι Μπουρούς, νίτικο καπνιστό, γάβρο λαδορίγανη ή μαρινάτο στο ξύδι, μύδια φαρσάτα (γεμιστά), τσιροσαλάτα, χταπόδι λιόκαφτο, καβούρι δαγκάνα, καρίδες (γαρίδες) για κόκκινες για στο τηγάνι ...
 
 
Κι αγρίευε η μάνα μου... Μα έλα που λιγουρεύονταν τα ίδια!!! Γι΄αυτό και μου ΄δινε την πρωτιά ... Και γελούσε...βαθιά, ευχαριστημένα... Μπορούσε και πρόσφερε στη φαμίλια του κι ήταν ευτυχής... Εκείνη την ώρα ήταν ευτυχής! Δούλευε πολύ, τα χέρια του σκληρά, το πρόσωπο μαυρισμένο, το μέτωπό του χαραγμένο ... μα εκείνη την ώρα τα μάτια του γελούσαν ...
 
Η αννέ (μάνα) μου προτιμούσε τη γλώσσα, τα καπνιστά και τα παστουρμαλίδικα. Κι ήπαιρνε μελιτζάνα άσπρη, μελιτζάνα τηγανηστή, συκώτι εζμέ, αμελέτητα, αγκινάρες φαρσί τουρσού, κολοκύθι σπογγάτο, αλιάδα ...
 
Διαλέγαμε ότι δεν τρώγαμε τις άλλες μέρες...
 
΄Ενα δείγμα ... δικό μου
Κιοφτεδάκια κόκκινα, σουτζουκάκια στεγνά, πηχτή, σαλιγκάρια στιφάδο, αυγοτάραχο πέρσικο, χοιρομέρι καπνιστό, χοιρινό σύγλινο ή καπαμά, μπουκιές (τσιγεροσαρμάδες), τζιγαροντολμάδες (λαχανοντολμαδάκια σε μέγεθος τσιγάρου), γιαλατζί γεμιστά (ντολμαδάκια με αμπελόφυλλα χωρίς κρέας), κοπανιστή, φαρσί κολοκυθαθθούς τηγανιστούς, μανιτάρες σβηστούς στο κρασί, πιπεριές στο τηγάνι σβηστές στο ξύδι, πιπεριές κασαρλί (με τυρί), σκορδοπιπεριές κόκκινες, σκορδοσκελίδες της γυάλας, βολβούς ... Κι ελιές πράσινες, μαύρες, θρούμπες, σπαστές, χαραχτές, ξυδάτες, στο λάδι, φουρνιστές, με μάραθο, στο λεμόνι, στο θρούμπι, στη ρίγανη, στ΄αρισμαρί (δεντρολίβανο), σέλινο κλωνάκι, μελιτζανάκι γεμιστό, πιπεριές στιφάδο  ... Μάραθα τηγανητά, αρμυρίδες τσιγαριστές,  σπανάκι στο τηγάνι με σκόρδο, σπαράγγια στο κάρβουνο, λάχανο ξυνό πιπεράτο...
 
"Πείνασα νενέ ... "
 
"Εμ κόρη μου, εσύ ήθελες να σου πω για τις Κυριακές και τους μεζέδες ... Σήμερα έκανα  κουκιά πλακί όπως μου παρήγγειλες... Πάμε να σου στρώσω ...
Κι είχε κι άλλα πολλά περίεργα και διαλεχτά ... Είχε και τυριά... Τι θυμήθηκα τώρα ... Μμμμμ... Τα γιουφκάκια με το κασέρι που έκανε η αννέ μου... Κανείς δεν τα ΄καμε όπως η μάνα μου! ΄Ολα μπορούσα να τα φάω και το ΄ξερε. Με κυνηγούσε έξω απ΄την κουζίνα σαν έβαζε μπρος το ψήσιμο ...
 
Α, τα φρούτα στο τέλος, νόμος ήταν, μας τα επρόσφερε το μαγαζί... ΄Οτι φρούτα είχε η εποχή, μπόλικα, σε φαγιέντζα μάς τα ήφερνε ο ίδιος ο μαγαζάτορας. Να χαιρετίσει τον πατέρα, να τον ευχαριστήσει, να τόνε κεράσει το τελευταίο τσίπουρο ... να του σφίξει το χέρι... σ΄εκτίμηση ...
 
Οι μικροί βγάνανε και κάνα γλυφιτζούρι σαν είχαν καθίσει ήσυχοι ... Οι κυράδες βανίλλια...
Εγώ μετά από τόσο φαγητό δεν ήθελα παρά μόνο νερό, νερό, νερό ... ΄Ολη τη νύχτα νερό ... Με τόσο αλάτσι... ΄Εχω φάει κι έχω φάει -ευτυχώς- αλάτσι στη ζωή μου ...  Τώρα μια στάξη κι αυτή καλά-καλά  δεν μου την αφήνουν ...

 
Κόρη μου, ξέρεις τι θα ΄θελα ...
Να γυρίσω στο τότε. Να γυρίσω στη Σκάλα. Καλοκαίρι, σαν κάθεται η μέρα ...
Να καθίσω να βλέπω τη θάλασσα ...
Και με τις τσέπες γεμάτες τσίκουδα να ταξιδεύω μασουλώντας ... όπως τότε ...
Να φαντάζομαι άλλους τόπους, άλλους ανθρώπους, άλλα ρούχα, άλλα αντέτια ...
Να αναρωτιέμαι για άλλες ζωές πως είναι, πως κυλάνε, πως φεύγουν ...
Να μείνω εκεί και να μην φύγω ποτέ ...

Μας τον πήραν τον τόπο μας κόρη μου, αλλά την αγάπη που του είχαμε δεν μας την ήπηραν ..."
Τσικουδολούλουδο

 
Καλά σας βράδια
Ε.-

Κι ήταν τα τσίκουδα τα πιο αγαπημένα μου. Φυστικί και μικροσκοπικά, λίγο τσαλακωμένα... Γεύση τρυφερή, παράξενη, χαμένη πια ... Και μετά τα τσάγαλα (φρέσκα αμύγδαλα ή αυτά του πάγου) με τρίτα τα φρέσκα αιγινίτικα!

Δεν μ΄ένοιαζαν οι ηλιόσποροι, οι πασατέμποι, τα καρύδια, τα φουντούκια, τ΄αράπικα...
Για τα τσίκουδα όμως μπορούσα να τσακωθώ ...

Σχεδόν έτοιμα γι΄απόλαυση ...
 
Η τερέβινθος ή τσικουδιά ή κοκκορεβυθιά ή τραμιθιά ή και τριμιθιά (Pistacia terebinthus) είναι ένα δένδρο πολύ γνώριμο στην περιοχή της Μεσογείου, για τους νόστιμους και πικάντικους καρπούς του. Συγγενεύει με τη φιστικιά (Pistacia vera) και το σχίνο (Pistacia lentiscus), από του οποίου τη Χιώτικη ποικιλία εξάγεται η μαστίχα....
 

Δεν ξέρω αν ξέρετε τα τσίκουδα ...
Δεν ξέρω αν κάπου αλλού ή κάποιος άλλος έχει περάσει ώρες τσιμπολογώντας τα ή αν κάποιος τα συνήθιζε ή τα συνηθίζει σαν μεζέ...
Εγώ τα ξέρω, τα έχω φάει, τ΄αγαπώ και μου λείπουν ...
Είναι κι αυτά απ΄αυτά που χάθηκαν μαζί με τη νενέ μου και τον πατερούλη μου ...
Είναι σαν τα τζίτζιφα που τα ξαναβρήκα μπροστά μου μετά από 50 χρόνια και νόμιζα πως ονειρευόμουν ...
Είναι σαν τα μούσμουλα που ξαναεμφανίστηκαν σαν εξωτικά φρούτα πια μα και που ούτε αυτά τα είχα ξεχάσει.
Είναι σαν τα πράσινα κορόμηλα στην αυλίτσα της γιαγιάς μου ... Λάτρευε και περιποιόταν σαν παιδί της την κορομιλίτσα της ... Της την είχε φέρει η κυρά Ρήνη απ΄τον τόπο τους, όταν γύρισε από το ταξίδι που είχε καταφέρει να πάει -η ευλογημένη- στα μέρη τους...
Είναι σαν τη νενέ μου, τη μανούλα μου και τον πατερούλη μου κι όλα όσα δεν θα ξεχάσω όσο μου το επιτρέπει η άτιμη μνήμη ...

Οι βλάχοι γίναν δήμαρχοι κι οι γύφτοι καπετάνιοι ...





Πίσω μας πια από χθες το καλοκαίρι και μπροστά μας το φθινόπωρο ...
Μικρότερες μέρες, λιγότερο φως ...μεγαλύτερες νύχτες ... ακόμα λιγότερο φως...
Αν και το φως πιστεύω πως είναι στο μυαλό ... Παρόλα αυτά θα μου λείψει ...
Αγαπώ πάντως τη βροχή και τα μπακιρένια χρώματα που έχουν αρχίσει να βάφουν τα γύρω ...
Το Βιλαέτι της Σμύρνης
Και μιας κι επίσημα άρχιζε χτες, τουλάχιστον εδώ λούτσα τα πάντα απ' το πρώτο πρωτοβρόχι! Στέκει άραγε να λέμε πρώτο πρωτοβρόχι ή πλεονασμός; Εγώ θα το πω έτσι κι ότι βρέξει ας κατεβάσει!
 
Τη φορά όμως που η βροχή θα ήταν δώρο θεού ... δεν έβρεξε! Θα μπορούσε όμως ... 
΄Ετσι κάηκαν τα περίπου 4.000.000 τμ., ξεκινώντας από τη Μπελλαβίστα και φτάνοντας μέχρι του Χατζηφράγκου. Κι αν χαράξουμε μια ευθεία με αφετηρία το γαλλικό νοσοκομείο μέχρι τον ΄Αη Γιάννη κι αν τραβήξουμε μια ακόμη ευθεία γραμμή που ν΄αγγίζει τις δυο μεριές αυτές με κατεύθυνση το Τεπεντζήκι και το Σταυρό, περνώντας απ΄τις συνοικίες Κιουπετζόγλου και Μορτάκια, η γραμμή μας πάνω από 2 χλμ. θα είναι επίσης. Απ΄το Τεπεντζήκι μέχρι το Τελωνείο ακόμα 3 χλμ. κι απ΄ το Τελωνείο μέχρι τη Μπελλαβίστα 1.000 περίπου μέτρα.! Και μέσα εκεί ζωγραφίστε 55.000 σπίτια που κάηκαν ... και που οι 43.000 ήταν ελληνικά! Κι ήταν ακόμα 10.000 κονάκια αρμενικά και 2.000 περίπου άλλων εθνικοτήτων. Στάχτη έγιναν 5.000 μαγαζιά κι ήταν κι απ΄αυτά τα περισσότερα ελληνικά. Εκεί στις στάχτες που σκέπασαν τη ζωή ζούσαν πάνω από 180.000 ψυχές! Να πούμε ή αυτονόητο πως το μέγιστο ποσοστό ήταν Έλληνες;

Πιο συγκεκριμένα κάηκαν: Η αρμένικη συνοικία και η ελληνική συνοικία! Τυχαίο ή αυτονόητο γιατί κάηκαν ολοσχερώς μόνο αυτές οι δυο;
 
Η αρμενική συνοικία με την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου.
Η ελληνική αγορά, η γνωστή με το όνομα «Μεγάλες Ταβέρνες», τα Γυαλιάδικα, το Γερανιό,
ο Φραγκομαχαλάς. η οδός Νοσοκομείων με τα τρία νοσοκομεία της, το Γραικικό, το Ολλανδικό και το Καθολικό του Αγίου Αντωνίου. Κάηκαν κι οι συνοικίες του Αγίου Γεωργίου
της Αγίας Φωτεινής, του Αγίου Δημητρίου, της Ευαγγελιστρίας. του Αγίου Τρύφωνος,
του Αγίου Ιωάννου της Λυγαριάς, του Αγίου Νικολάου...

Καμάρι είχαν οι γειτονιές τις εκκλησιές τους, οι εκκλησιές έδιναν τα ονόματα στις γειτονιές κι ενορίες ξεχώριζαν τις γειτονιές ...

Κανείς ΄Αγιος όμως δεν ήταν εκεί εκείνο το κακό βράδυ ... Κανείς τους δεν έστειλε μια βροχή! Κανείς δεν βοήθησε, κανείς. Μήτε Θεός, μήτε άνθρωπος ...

Μήτε ΄Αγιος έλληνας ή αρμένης ...

Κάηκε και του Τσαρμάδου (μηχανουγεία, μαχαιράδικα, εργαλεία), οι Πορτάρες, ο Φασουλάς, τα Μπογιατζίδικα, τα Τράσσα, του Μεϊμάρογλου, τα Σερβετάδικα (είδη σπιτιού, λευκά είδη, υφάσματα), τα Ταμπάχανα (Βυρσοδεψεία), τα Κουγιουμτζίδικα (Χρυσοχοεία), τα Μαλτέζικα, της Τσικουδιάς, του Κιουπετζόγλου, του Χαλεπλή, ο Νέος Κόσμος, το Παραλλέλι κι ένα μεγάλο κομμάτι της Προκυμαίας.... Καμιά εκκλησιά δεν έμεινε ορθή ... κι 117 σχολειά δημόσια και ιδιωτικά αποτεφρώθηκαν κι αυτά! Η Ευαγγελική Σχολή μισογλύτωσε μα κάηκε το αρχαιολογικό και νομισματολογικό μουσείο της και σβήστηκαν από βάθρου και τα πλείστα όσα κοινωφελή και αγαθοεργά ιδρύματα... Γειτονιές όλες αυτές της αριστοκράτισσας Σμύρνης, σχολειά των παιδιών της, ιδρύματα των πολιτισμένων δουλευταράδων κατοίκων της... Οι ίδιοι αποφάσιζαν για την ίδρυση και το χτίσιμο εκκλησιών και ιδρυμάτων, οι ίδιοι με τον κόπο τους τα έχτισαν, οι ίδιοι χάθηκαν μαζί τους ...

Κι ήταν σκοπός ο συστηματικός εμπρησμός της Γκιαούρ Ισμίρ, της άπιστης Σμύρνης, της κοσμοπολίτικης Σμύρνας ... κι ήταν του Μουσταφά Κεμάν σκοπός να μη μείνει τίποτα όρθιο ... να εξολοθρευθούν, να εξαφανιστούν, να αφανιστούν οι Χριστιανοί της Μικράς Ασίας και ποτές τους κανείς να μην ξαναγυρίσει στην πατρίδα τους...
 
Καλά σας βράδια 
Ε.-
 
Σεπτέμβρης ήταν και τότε ...
Θα μπορούσε να είχε βρέξει και τότε ...
Μια βδομάδα μόνο ήταν, μια και μόνο πριν να μπει κι επίσημα το φθινόπωρο ...
Θα μπορούσε αλλά δεν έβρεξε ...
Κι έγιναν όλα στάχτη!
Κι οι ζωές τους ... στάχτη κι αυτές!


18 Σεπτεμβρίου 2012

Αν δεν κλάψει το μωρό, δεν το βυζαίνει η μάνα ...



Χωρίς η μνήμη να μπορεί να τις σβήσει, χωρίς ο χρόνος να μπορεί να πάρει το πάνω χέρι και να κάνει κουμάντο στις θύμησες, οι δυο πιο δύσκολες μέρες και δυο ακόμα, πέρασαν ...
Η φωτιά δεν έχει σβήσει, η καταστροφή είναι αλήθεια, ο ξεριζωμός ακόμα πονάει, τα δάκρυα δεν κυλάνε μόνον θαμπώνουν το μάτι, η καρδιά δεν μισεί .. Οι ψυχές όμως στέκουν ακόμα εκεί παραπονεμένες, πνιγμένες σε χίλια πως και γιατί ...
Στέκουν και παρακολουθούν την καινούργια ζωή που κυλάει εκεί κάτω, εκεί πέρα στον πολυαγαπημένο τόπο τους ... Στέκουν πάνω απ΄τη Σμύρνη, πάνω απ΄τα Βουρλά, τα Αλάτσατα, το Αϊβαλί, τον Τσεσμέ, πάνω από ολόκληρη την Ιωνία ...
Κι είχε η Ιωνία χίλια χωριουδάκια, χίλιες πόλεις, χίλιες μεριές δικές τους, ελληνικές ... Μεριές ζωγραφιστές, περήφανες, ξακουστές, ζωντανές, χιλιοτραγουδισμένες...
"Μα τα ξέρεις δα κόρη μου τα μεζεδάκια μας. Ο πατέρας σου πρώτος και καλύτερος είναι σ΄αυτά ... Τα χέρια σου ΄ρχεται να του φιλήσεις σα δοκιμάσεις τα μεζεκλίκια του! Κι όλοι σα τα δοκιμάσουνε όλο και θένε κι άλλο! ΄Ολα τα ξέρει κι όλα τα φτιάχνει! Και του λόγου σου όλα τα τιμάς! Καλύτερα κι απ΄αυτά που φτιάναμε στα Βουρλά είναι του κύρη σου. Μερακλής μεγάλος και ουστατζής (τεχνίτης) άφταστος. ΄Ολα όσα κάμαμε στα Βουρλά τα ξέρει.  Στα Βουρλά όλα τα σωστά σπιτικά, σπιτικά τα είχαμε... Για όλο το χρόνο φτιάναμε και για όλες τις περιστάσεις. Παξιμάδια, κουλούρια, ρετσέλια, παστά, καπνιστά, τουρσού, δεν έλειπαν από κανένα σπίτι.  ΄Αλλα τα καθημερνά, άλλα τα σκολινά. ΄Αλλα του γάμου, άλλα της παρηγοριάς. ΄Οταν υπήρχε θανατικό σε σπίτι, ξέρεις πως 40 μέρες δεν μαγείρευε η νοικοκυρά; Συγγένισσες, γειτόνισσες και φιληνάδες φρόντιζαν να μην λείπει το φαγητό απ΄το στεναχωρεμένο σπιτικό.  Είχαν όμως να φροντίσουν και τη δική τους φαμίλια. Παξιμάδια, τραχανάδες, τουρσού, παστά, καπνιστά σ΄έβγαζαν απ΄το πολύ τσουκάλι και πηγαινοέρχονταν από σπίτι σε σπίτι χωρίς μεγάλο κόπο. Μα και στις χαρές και στις γιορτές το ίδιο... Και παραβγαίνανε οι νοικοκυρές στις ιδέες, στις νοστιμιές, στο στόλισμα... Κι όλα αυτά τα χάσαμε και τα ξεχάσαμε απ΄το ξεσπίτωμα και στη φτώχεια που πέσαμε. ΄Ηρθαμε κι άλλα βρήκαμε εδώ κι αυτά ελάχιστα! Ιδέα δεν είχαν στις Αθήνες, μηδέ από ρετσέλια, μηδέ από μεζεκλίκια, μηδέ από μουσικές... Θυμόσουν το πιλάφ(ι) τρέχανε τα σάλια σου ως τις σιαγώνες σου και βολευόσουν μ΄ένα άσπρο ρύζι. Πήρε καιρό να μάθουν οι κυρές εδώ να κουζινεύουν σαν κι εμάς... Εμάς, στις κουζίνες μας τρέχανε τα βότανα, τα μπαχάρια, τα γυαλιστά τα κιούπια, τα γυάλινα με τα τουρσού και τις ελιές... Ούτε τα μάραθα καλά-καλά δεν ξέρανε! Μήπως ξέρανε τον παστουρμά ή το σουτζούκι για τους τσίρους και τη λακέρδα; Αχ... βάναμε σουτζούκι και λουκάνικα στο μαγκάλι και ζωντάνευε η γειτονιά... σκύλοι, κάτες και γειτόνοι! Υπήρχανε σπιτικά που μετρούσες 50, 60 μεζεδάκια στο τραπέζι. ΄Ολα με ντόπια φρέσκα υλικά, αγνά και με περίσσια όρεξη φτιαγμένα... με τα βουτύρατά τους, τα πεπίνια τους (κουκουνάρι)... Και σε μικρά-μικρά πιατελάκια τα σερβιρίζαμε, με βασιλικούς και δυόσμους, πικάντικα, ορεξάτα... Κι όταν βεγγερίζαμε ... μα χειμώνα ή καλοκαίρι, μια ομορφιά, μια γαλήνη, μια ζέστη ... στα σοφραδάκια έξω απ΄την πόρτα με τον καλό καιρό, στα σοφραδάκια, μέσα με σαν έκαμε το κρύο ...
  ΄Ηταν όμως κι ευχαρίστηση μεγάλη, εσπέρα Κυριακής να τα τρως στους μεϊχανέδες (ταβέρνες) της Σκάλας... ΄Αριστο το σπιτικό, καλό όμως και το έτοιμο έλεγε  η αννέ μου ... και γελούσε...  Μα κι όλα τα σπιτικά δεν ήταν άριστα... Θυμούμαι πως έλεγε του "πασά", έτσι έλεγε τον πατέρα σου που τον υπεραγαπούσε, πως ήταν τα καλύτερα. Καλύτερα κι απ΄της Σκάλας ... Και πως είχε φάει κι είχε φάει γυναικεία σπιτικά, που δεν άξιζαν ούτε να τα γλωσσίσεις ... Και σαν του πατέρα σου κανένα!

«αχ που ναι κεινος ο καιρός τα χρόνια τα ωραία με
λίγα γρόσια γλένταγα μ’ όλη μου την παρέα…»
Καλά σας βράδια
Ε.-
Στην σκέψη των μεζεδακίων μελαγχόλησα ...
Στη θύμηση του πατερούλη μου θλίφτηκα ...
Η όρεξη που είχε αρχίσει ν΄ανοίγει μ΄όλα τα καλούδια που θύμηθηκα, κόπηκε ...
Κι η απαρίθμηση αναβάλλεται ...
Γιατί αν αρχίσω να σας απαριθμώ τα καλούδια και τα μεζεδάκια που έφτιαχνε ο πατερούλης μου, το βλέπω να ... 



15 Σεπτεμβρίου 2012

Του μπροστινού το γλίστρημα, του πισινού γιοφύρι ...

Η φωτιά άφησε πίσω της μόνο ερείπια. Ρήμαξε, ξερίζωσε, κατέστρεψε, χώρισε, διέλυσε ...
Πόνεσε, έπνιξε, χτύπησε, μοίρασε...
 
Δεν κατάφερε  όμως είναι να πεθάνει την ψυχή, την αγάπη, την ελπίδα, την εξυπνάδα, την εργατικότητα και την καπατσοσύνη ... όσων δεν έμειναν πίσω, όσων τής ξέφυγαν ...
 
"Βρε κόρη, καπάτσος είναι ο πολυμήχανος, ο δαιμόνιος, ο καταφερτζής, ο ατσίδας ...
΄Ετσι το λέγαμε εμείς...  Καπάτσος είναι ο φτωχός που δεν έμαθε γράμματα, που δεν ήβρε περιουσία έτοιμη, που δεν είχε πλάτες παρά μόνο τις δικές του ... Μερικές φορές μπορεί να ΄ναι και λίγο ζόρικος, λίγο μάγκας. Είναι ζόρικος σα ζορίζεται απ΄τους βολεμένους, είναι μάγκας σαν φοβάται τους γραμματιζούμενους ... Μα κακός κι ανήθικος δεν είναι ... Ο πατέρας μου έλεγε πως καπάτσος είναι ο Οδυσσέας, καπάτσος είν΄ κι ο Καραγκιόζης ... Τονέ ξέρεις μπρε ... εκείνο τον αρχαίο με τις Σειρήνες ... άρχοντας ήτανε στον τόπο του...
Είσαι μικρή κι έχεις καιρό να μάθεις... Μαθαίνει ο άνθρωπος όσο μεγαλώνει  Καπάτσος είναι κι ο Καραγκιόζης ... φτωχός και με στόματα να θρέψει. Αν ο σκοπός είναι καλός και δεν βλάφτει άλλους είσαι καπάτσος ... αν ο σκοπός είναι κακός και βλάφτει κόσμο είσαι απατεώνας ...Ο καπάτσος τα βγάζει πέρα στα δύσκολα, στα ανάποδα που τον βρίσκουν στα ξαφνικά και τα καταφέρνει με τα λίγα που έχει ... Λίγο η ανάγκη, λίγο η εξυπνάδα, λίγο η τύχη και τη βγάνει ... Σα ξεσπιτωθήκαμε κι ορφανέψαμε έτσι τα καταφέραμε. Δε φέραμε παρά μηδέ ντουβάρια μηδέ αγαθά ... Κατατρεγμένοι, δυστυχείς σα φτάσαμε, με το μυαλό σακαταμένο απ΄το κακό μάς πήρε καιρό να ορθοποδήσουμε ... τα καταφέραμε όμως. ΄Αλλος λίγο, άλλος πολύ ... κάτι από δω, κάτι από κει, τα καταφέραμε. Οι λιγότεροι, κατάφεραν να ξαναποκτήσουν μεγαλεία... Δεν σου μιλώ γι΄αυτούς που είχαν νιώσει την καταστροφή κι έφυγαν νωρίς, όχι. Για μας που φτάσαμε γδυτοί σε ξένο τόπο ... εμείς απλά βολευτήκαμε κι ελπίζαμε... Οι περισσότεροι από μας, απλά βολεύτηκαν ...
 
Οι περισσότεροι από μας ψάχνανε κι ελπίζανε. Ελπίζανε στο Θεό και περιμένανε να βρούνε τους αποχωρισμένους τους. Χρόνια τρέχαμε να μάθουμε στους Ερυθρούς Σταυρούς, και χρόνια περιμέναμε. ΄Οσοι τουλάχιστον μαθαίνανε τα κακά μαντάτα κάμανε το πένθος τους, ησύχαζε το μέσα τους, άλλαζε ρότα το μυαλό τους. ΄Οσοι δεν μάθανε ποτέ φύγανε με τη μαυρίλα και το βάρος ... Τάζανε στην Παναγιά, στους Αγίους, ένα κερί, ένα πιτί (Φανουρόπιτα), λαμπάδα. ΄Αλλος έταζε στην Φανερωμένη, άλλος στην Ελευθερώτρα, άλλος στην Μεγαλόχαρη, άλλος στη Σμυρνιά, στη δικιά μας... την Πικραμένη Παναγιά... Πώς να μην είναι πικραμένη η Παναγιά κόρη μου; Μάνα που βλέπει το παιδί της στο καρφί ... μόνο πίκρα; Κάλλιο θάνατος ...
 
΄Ολοι την εξέρανε την Πικραμένη Παναγιά. Κοντά την Αγιά Φωτεινή ήταν κι η Αγιά Αικατερίνα. Εκεί σιμά κατοικούσε η κυρά που είχε το κόνισμα σε σάλα στο σπίτι της με κεριά και μανουάλια. Στολισμένο με μύρια μαλαματένια κι αργυρά ταξίματα που δείχνανε μάτια, χέρια, κεφάλια, πόδια, κοιλιές, καρδιές. Και βραχιόλια, καδένες, σταυροί, ενώτια...  Κόντευε να μη τη βλέπεις διόλου κάτω απ΄τα μαλάματα. Η Παναγιά κρατούσε το γιο της βρέφος στην αγκαλιά της μα εκείνη θαματουργούσε. ΄Ητανε μωρό ο Χριστός μας κι ακόμα δεν έκαμε θάματα. Χριστιανοί κι Αγαρηνοί την προσκυνούσανε. Απ΄τ΄άκρα του κόσμου και του ντουνιά ήρχοντο στη χάρη της και στο προσκύνημά της. Ταζόντουσαν στη χάρη της μικροί και μεγάλοι φτωχοί κι αρχόντοι,   κάνανε λειτουργιές, παρακλήσεις, ευχέλαια, αγιασμούς κόσμος και κοσμάκης...
 
Και κάθε Μεγάλη Παρασκή φανερωνώτανε η πίκρα της... Από το μάτι το δεξί, έβγανε μεγάλο δάκρυ, κεχριμπάρι. Δεν εκυλούσε, μόνο γιαβάς στέγνωνε και το Μεγάλο Σάββατο... χανότανε! Λέγανε πως όλα τα θαματουργά κονίσματα ο Ευαγγελιστής Λουκάς τα είχε καμωμένα ...  πάνω σε μαστίχι, ζυμωμένο με κερί και λιβάνι. Δική του κι η Πικραμένη Παναγιά. ΄Εχει κι άλλα θαματουργά που δεν τα ΄χει ο Λουκάς καμωμένα, μα ούτε χέρι ανθρώπου. Κι είναι αυτά που κατέβηκαν απ΄τα ουράνια. Τα βρίσκουνε με τη βοήθεια της Παναγιάς οι καλοί πιστοί. ΄Αλλα σε σπηλιές βρέθηκαν, άλλα σε λόγγους, άλλα φαράγγια...




 
 
Η γυναίκα που το ΄χε σπίτι της, το ΄χε από γενιές. Ο προπροπάππος της το είχε βρει με τη βοήθεια της Παναγιάς. Του φάνηκε στον ύπνο του και τον πρόσταξε να πάει να τη βρει. Μα εκείνος δεν έδωσε σημασία. Και ξαναφάνηκε η Παναγιά και ματαφάνηκε και τι να κάνει ο άνθρωπος κίνησε με φόβο να τη βρει χωρίς να ξέρει πως.  Κι έφτασε στον τόπο που του ΄χε πει η χάρη Της μόνο που ο τόπος ήταν έρημος. Μόνο ένα δέντρο είχε, μια τζιτζιφιά που στάθηκε στον ίσκιο της. Τότε είδε το έμπα της σπηλιάς κι ένα φως να βγαίνει από τα μέσα της. Με φόβο μπήκε σαν κάποιος να τον έσπρωξε κι αντίκρυσε το εικόνισμα. Σταυροκοπήθηκε, το προσκύνησε, το ήπηρε μαζί του και το εγκατέστησε στο σπιτικό του ... ΄Ετσι είχε στα χέρια της το κόνισμα, η κόνα Βασιανή ...
 
Κανένας δεν ξέρει που είναι το κόνισμά της σήμερα μα κανείς δεν την ξέχασε...
Μερικοί λένε κάτι περίεργες ιστορίες για έρωτες και φονικά ....
κι έτσι πως, χάθηκε το κόνισμα ... Και γίνονταν όλα αυτά πριν το μαχαίρι και τη φωτιά ...
Μπας να ΄δε τη φωτιά η Παναγιά; Θεός ξέρει ..."
 
 
 
 
Καλά σας βράδια
 
Ε.-
 
Πού βρισκόταν άραγε η Παναγιά όταν ψυχοραγούσε η πόλη;
Μήπως η Πικραμένη Παναγιά δάκρυζε πικραμένη γιατί ήξερε;
Μήπως σαν μια άλλη Νιόβη σιωπηλά θρηνούσε;
Ποιος να ξέρει ...
 
 






 

14 Σεπτεμβρίου 2012

Ο καθένας για λόγου του, ο Θεός για όλους ...

13 Σεπτέμβρη χθες ...
14 Σεπτέμβρη σήμερα ...90 χρόνια πριν ...
΄Αρχισε χτες 13, σήμερα, του Σταυρού συνεχίζεται ...
 
Το γιαγκίνι κατατρώει τη Σμύρνη ... μέχρι να μείνει μόνο η στάχτη ...
Μια φωτιά που δεν θα σβήσει ποτέ ...
 
 
Είναι μια μοναδική φωτιά! Η φωτιά της αγάπης της ...
Της αγάπης που τής είχαν εκείνοι που ανελέητα κάηκαν μαζί της, της αγάπης που τής είχαν εκείνοι που χωρίστηκαν απάνθρωπα στις στάχτες της, της αγάπης εκείνων που την έκαναν καταφύγιο και έζησαν μαζί της στην άλλη μεριά της ίδιας θάλασσας! 
 
" Η ίδια θάλασσα μάς χωρίζει κόρη μου. Είναι μια παρηγοριά κι αυτό... Τι να πούνε αυτοί που ξεμάκρυναν πολύ περισσότερο από μένα; Εγώ ξέρω πως τα Βουρλά είναι εκειδανά καρσί απέναντι.
Η ίδια θάλασσα
 
Ξέρω πως η ψυχή του πατέρα μου στέκει κάπου εκεί. Μπορεί και να φυλάει το σπίτι μας... Θα κουράστηκε μόνο να περιμένει  και να φυλάει το σπίτι. ΄Οπως κουράστηκε κι η μάνα μου να αναμένει πως θα ξαναπάει εκεί, στη γη της, στο σπίτι της ... και πως θα τον ξαναβρεί. ΄Ισως πάλι να ΄ναι μαζί περίπατο στη Σκάλα ...
Βουρλά - Η Σκάλα
 
Α, βέβαια! Κυριακές και σκόλες, το πρωί εκκλησία μα το απόγιομα, απαραίτητος ο περίπατος στη Σκάλα. ΄Ολοι με τα καλύτερά μας ντυμένοι, περιποιημένοι, καμαρωτοί. Ευκαιρία να στολιστούν οι γυναίκες τα τζοβαΐρια του αρραβώνα, να καμαρώσουν οι άντρηδες και πατεράδες, να γλυκοκοιτάξουν οι νιότεροι ... Να γλυκάνουν οι παππούδες τα εγγόνια, να χασκογελάσουν οι φιληνάδες... Ασυννέφιαστες Κυριακές... εξόν κι είχε τύχει κακό ... Πριν πέσει η μέρα, είχαν την τιμητική τους τα σοροπιαστά, τα καϊμάκια κι οι ντουντουρμάδες. Πέφτοντας το φως, παίρναν σειρά τα κρασάκια, τα τσίπουρα και τα μεζεδάκια ..."
 
 
 
 
 
 
 
 
Λυπάμαι που δεν μπορώ να συνεχίσω. Η μέρα σήμερα είναι δύσκολη ...Θέλησα να ξεφύγω από τη φωτιά, θέλησα να την απαλύνω ... να σκίσω τον καπνό και να πάω μια βόλτα Κυριακή στη Σκάλα στα Βουρλά ... Μα είν΄ η μέρα τέτοια που δεν μ΄αφήνει ... ΄Η μήπως  είναι η καρδιά μου που δεν μ΄αφήνει  ...
 
Η φωνή της γιαγιάς μου λυγάει και σπάει σαν μιλάει για την καταστροφή, όσο κι αν εκείνη δεν την έζησε... Λυγάει απ΄τα δάκρυα όσων την έζησαν και όσων η ζωή έγινε στάχτη μαζί της ... Λυγάει απ΄τις θύμησες τις δικές της... κι απ΄τα δικά της δάκρυα ...
Λυγίζει η φωνή της, λυγίζω κι εγώ ...
 
 
Καλά σας βράδια
 
Ε.-
 
 
Τετάρτη και 13 άρχισε το μαρτύριο, και του Σταυρού, 14, σταυρώθηκε ένας λαός ολάκερος, μια αγάπη και μια πίστη!
 
Εκείνη η φωτιά, που στη Σμύρνη, έσβησε όταν όλα έγιναν στάχτη,  δεν έσβησε και δεν θα σβήσει ποτέ! 
Εκείνη η φωτιά απ΄τη Σμύρνη, εκεί έσβησε.  Εδώ όμως δεν θα σβήσει ποτέ!
΄Οπως ποτέ δεν σβήνει η φωτιά της μοναδικής, άδολης κι αληθινής αγάπης! 
Μα τέτοιες αγάπες δεν υπάρχουν πια! Ούτε στα δάχτυλα τού ενός χεριού δεν μετριούνται!
 
Εξόν απ΄την αγάπη της μάνας!
Μία η μάνα, μοναδική η αγάπη της!
Αγαπάει η μάνα όλα τα παιδιά της όσα κι αν έχει ...
Τα παιδιά της όμως την έχουν μία και μοναδική ... και μοναδική η αγάπη που τής έχουν !
 
Μία κι η Σμύρνη και σα μάνα αγαπούσε όλα τα παιδιά της ...
Και τα παιδιά της όμως μία την είχαν -και την έχουν- και μοναδική!
Και μοναδική -και για πάντα- η αγάπη τους γι΄αυτήν ...
 

11 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Μάης έχει τ΄όνομα κι ο Απρίλης τα λουλούδια ...

Μακριά απ΄το κονάκι μου και βγαίνω απ΄τη σειρά μου ...
Δύσκολο το γράψιμο κι οι αθυβολές κι οι συγκινήσεις ...
Πως να γράψεις μακριά απ΄το σπίτι σου μέσα σ΄ένα απρόσωπο δωμάτιο ξενοδοχείου ή απ΄το γραφείο... 
Μόνη στο γραφείο,  χτες ήταν που πνίγηκα απ΄την πολλή δουλειά ... Σήμερα κάπως πιο ήρεμα κι έτσι αποφάσισα να το επιχειρήσω και να βάλω κάτω τις θύμησες που αυτές τις μέρες ειδικά δεν μ΄αφήνουν σε ησυχία και βλέπουμε ...

Σκέφτομαι πως οι μέρες αυτές είναι οι πιο δύσκολες ... ήταν μάλλον οι πιο δύσκολες, οι πιο καταστροφικές και συγκλονιστικές για χιλιάδες μύριες ψυχές, στιγμές αθεράπευτα συγκλονιστικές! Κι ήταν οι μύριες ψυχές όμορφες, καλοσυνάτες ... Κι αγαπούσαν τον τόπο τους, τον πονούσαν. Είχαν δημιουργήσει σ΄αυτόν κι είχαν κουραστεί να αποκτήσουν ότι είχαν αποκτήσει, ήταν ψυχές που είχαν δικαίωμα στη ζωή ... Ποιός το περίμενε πως θα του/τους ξερίζωναν τόσο άσπλαχνα, τόσο απάνθρωπα αυτό το δικαίωμα; Δικαίωμα όχι από ανθρώπους δοσμένο μόνο δοσμένο απ΄το Θεό ... Θλίβομαι σ΄αυτές τις σκέψεις, καταθλίβομαι μ΄αυτές τις μνήμες... 90 χρόνια έχουν περάσει κι είναι σχεδόν σαν χτες! Μ΄ αυτό που με συγκινούσε πάντα και που με παραξενεύει ακόμα και σήμερα ...  ήταν η ηρεμία στη φωνή της γιαγιάς μου! Ηρεμία, γλυκειά νοσταλγία και πόνος ναι, αλλά χωρίς ίχνος μίσους! Εγώ σαν την άκουγα να περιγράφει τις μέρες πριν τον ξεριζωμό και την καταστροφή μου ΄ρχόταν να πάρω ένα μαχαίρι και χυθώ να σφάζω Τούρκους! Χωρίς διάκριση καμία! 



"Κόρη μου, γίνηκαν πράγματα από ανθρώπους που δεν είν΄ γι΄ανθρώπους. Δε λέγεται άνθρωπος αυτός που κάνει τέτοια, θεριό λέγεται ... Μα πάλι μόνο σαν αφεθείς στο μίσος γίνεσαι θεριό! Σαν το θέλεις ...  Μην αφήνεσαι στο μίσος! ΄Αμα αφεθείς στο μίσος θα γίνεις σαν κι αυτούς ... μα ... "Ποιούς γιαγιά;" Τους φονιάδες κόρη μου! Εγώ μονάχα αναρωτιέμαι πως τόσοι άνθρωποι τότε γινήκανε τέτοια θεριά ... Δεν ήταν οι τούρκοι γείτονές μας, δεν ήταν ο τούρκος μπακάλης ή ο τούρκος μανάβης της γειτονιάς μας, δεν ήταν ο τούρκος πλανόδιος ψαράς, ούτε ο τούρκος γαλατάς και μπαξεβάνης...


Τσέτες  ... σε ώρα διαλείμματος
Μα τότε ποιός ήταν; Πού βρέθηκαν όλοι αυτοί που ΄σφαζαν, έκαβαν και σκότωναν; ΄Ηταν αυτοί που δεν ήξεραν! ΄Ηταν αυτοί που δεν σε ήξεραν! ΄Ηταν ο κακός στρατός! Ο ταχτικός, οι Τσέτες! Τσέτης σημαίνει σφάχτης! Φονιάς, πλιατσικάρης!Αγράμματοι κι άθεοι ήταν! Δεν ξεχώριζαν ανήμπορο, μωρό, γυναίκα ... 



΄Εκλεβαν, λήστευαν, πλιατσικολογούσαν ... Δεν είχαν καιρό για γράμματα και θεούς... που καρδιά γι΄ανθρώπους ... Εδώ πλιατσικολογούσανε και σφάζανε δικούς τους ... Δεν ήταν αυτοί άνθρωποι, θεριά ήταν ... Τούς έδωσε κι ο γερμανός, ο αλλαχσίζης το ελεύθερο, τους έταξε και  μπόλικο πλιάτσικο ...  μ΄αυτοί ρουξήξαν αίμα!
Τσέτες προς άγραν εργασίας ....




Γερμανός πρέπει να ήταν ο Κεμάλ κόρη μου, γερμανός!   Τέτοιο χαλασμό, τέτοια φρίκη και τέτοιο αίμα, το ξανάδα με τους γερμανούς! Πιο παγωμένα μάτια απ΄ του Κεμάλ δεν υπάρχουνε! Δεν έχει, δεν είναι τούρκικα μάτια αυτά, γερμανικά είναι ...  

Μας τα ΄χανε καμωμένα και πιο παλιά ... Μα δεν εφτάσαν ως εκεί ...
Το ΄14, πια μικρή ήμουνα, 10 χρονών κοντά, είχαμε και τότες βάσανα. Κι τότε ήτρεχε ο κόσμος να σωθεί κι άφηνε πίσω τα σπίτια του και τ΄αγαθά του ...  Μόνο να πήγανε μέχρι τη Μυτιλήνη, τη Χιο, τη Σάμο και μετά ξαναγύρισαν. Καλλιά τους να μην είχαν ...  Τότενες πρωταρχίνηξε το κακό. ΄Ακουα τους μεγάλους που το ΄λεγαν. Κι απ΄τα Βουρλά έφυγαν κάμποσοι μα ξαναγύρισαν. Κι από τότε μέχρι το σπαραγμό, το κακό, δεν σταμάτησε καθόλου...  Απλωνότανε και πήγαινε ... άλλες φορές ημέρευε κι άλλες φούντωνε ... Σαν την αρρώστια που τρώει από μέσα τον αρρωστάρη! Παραμόνευε, λίγο-λίγο μάς ήπινε το αίμα ...  Δεν σταμάτησε παρά μόνο σαν μας εσβήσανε... "


Καλά σας βράδια

Ε.-


Σκοτείνιασε έξω! Δεν είναι λόγω ώρας ... μόνο είναι λόγω μπόρας !
Μπόρα αναμενόμενη αφού εδώ και μια βδομάδα και  βάλε είχαμε καλό καιρό!



Τι κρίμα να μην μπορούν οι μπόρες να ξεπλύνουν τις θύμησες, τη θλίψη και τον πόνο...



Η "καλλιτεχνική φωτογραφία" διακοσμεί σήμερα το κείμενο προέρχεται από τον πιο εξαιρετικό ιστότοπο που έπεσε στην αντίληψή μου και σχέση έχοντα με τα σμυρνέικα και μικρασιατικά.
Σας παρακαλώ -εάν φυσικά σας ενδιαφέρει το θέμα καθώς και μια άρτια δουλειά- και σας συστήνω ανεπιφύλακτα να τον επισκεφτείτε ...

http://apogonoimikrasiaton.blogspot.com/


Θα με θυμηθείτε ...

9 Σεπτεμβρίου 2012

Να λείπαν τα πιπέρια μου να δω τις μαγειριές σου ...

Ο καφές με περιμένει καυτός, μοσχομυριστός, βαρύς ...
Πώς διάολο καταλαβαίνουν ότι ξύπνησα κι είμαι έτοιμη και θα σκάσω μύτη;
Με παρακολουθούν! Πώς αλλιώς;
Γελάω με τον εαυτό μου.
Μ΄έμαθαν μάλλον... Η πρώτη που βγαίνει στην αυλή κι, η μόνη στην πρώτη ανατολή...
Σήμερα όμως και κάτι άλλο με περιμένει!  Ζεστό σιμίτι; Μμμμμ, ναι! Μα όχι σαν τα άλλα, αλλιώτικο αυτό! Πνιγμένο στο σησάμι, σαλιγκαράκι, στριφογυριστό, γυαλίζει και μυρίζει! Και ένα! Και μεγαλούτσικο! Τι κρίμα να μην έχω τη φωτογραφική μηχανή μαζι μου  ... Να πάω να την πάρω, δεν θέλω. Να ξυπνήσω τις φιλενάδες μου, όχι  ντροπή αλλά και να τις περιμένω κοντά 3 ώρες δεν ημπορώ δεν δύναμαι! Με το σιμίτι να μου σπάει τη μύτη; Και να κρυώνει; Δεν γίνεται! Γι΄αυτό, φωτογραφία γιοκ ... Και τού την πέφτω ...
Cevizli socuk - καρυδάτο
Αρκεστείτε -τώρα- στην περιγραφή μου ...
Πρώτη δαγκωνιά μικρή, του "καινούργιου" γνωριμιά ...
Δεύτερη. Βιαστική ... και λαίμαργη, στης γεύσης της απόκτηση, φιλί 
Τρίτη. Αργόσυρτη αυτή, κατάκτηση της γεύσης
Τέταρτη... Τι λέω ... πολλές μικρές απανωτές στο πρώτο δαχτυλίδι, άλωση και  ... ηδονή ...
Η γυαλάδα του, τελικά ένα χνούδι μέλι ... ευωδιά κανέλλας ... η ζύμη  καμία σχέση με σιμίτι! Μάλλον με ταχίνι! Μαγεία!

"Τα γλυκά μας κόρη μου απλά, με μπόλικο σησάμι και κανέλλα...
Είχαμε πολλά γλυκά μα τα μεζεκλίκια μας δεν τα ΄φτανε κανείς. Κι είχαμε αυτά τού χρόνου όλου... κι είχαμε και της στιγμής. Κάναμε και κάναμε... Πολλές μαζί στην εποχή του χρόνου, μαζεύαμε τα χρειαζούμενα και παρέα τα φκιάναμε τα χεράκια μας. ΄Αλλο καιρό μάζευες τα λάχανα, άλλοτε τις ντομάτες, άλλοτε τα βύσσινα, άλλοτε τα σέλινα... Τα Χριστούγεννα το χοίρο, το ρίφι και τ΄αρνί το Πάσχα...  
Και το Σεπτέμβρη είχαμε δουλειές με φούντες! Αρχή φθινόπωρο, κόντιαζε ο χειμώνας, δύσκολο πράμα να κάμεις δουλειές με τις βροχές. Ξαραχνιάζαμε κι ασβεστώναμε αποθήκες, βγάναμε και ξεπλέναμε τουλπάνια, γυάλινα και κούπια, ρίχναμε ένα μάτι σ΄αλεύρια αλάτια, ξύδια και μπαχάρια, αερίζαμε ερμάρια και συρτάρια ...
Στάρια αλωνισμένα και μαζεμένα είχαμε, τα καθαρίζαμε, τα σπάζαμε κι ετοιμάζαμε το (μ)πλιγούρι. Αγοράζαμε το αλεύρι και με γάλα ξυνό και με αυγά, μπορεί και χωρίς αυγά κάναμε τραχανά κι έπρεπε να στεγνώσει στο ταψί, να τριφτεί. Και μακαρούνες κάναμε, χυλοπίτες και φιδέ. Σουρώναμε και στεγνώναμε τη ντομάτα, κάναμε πελτέ για τις σάλτσες, είχαμε και τις λιόκαφτες στο λάδι ή και που τις βράζαμε ώρα πολύ χωρίς το φλούδι και φυλούσαμε το χυμό στα γυάλινα (βάζα). Φουρνίζαμε τις σταφίδες και τα σύκα, τις πατηκώναμε... τα σύκα τα κάμαμε πιταρίδες και τα φυλούσσαμε με τη δάφνη.


Τα πασπαλίζαμε με σησάμι, τα δέναμε με χόρτο, τα φυλούσαμε. Τα κάναμε βραστάρι το χειμώνα για τα κακά λαιμά. Αχ ο μούστος  ...  μουστοκούλουρα, μουσταλευριά και για να "φύγουν" τα παλιά καρύδια, κάναμε το γλυκοσούτζουκο, ναι, ναι, αυτό που σ΄αρέσει ... 
Και μ΄αμύγδαλα για φουντούκια για φυστίκια εγινόνανε, μα πιο πολύ καρύδι. Στο πετιμέζι βράζαμε κυδώνια και γλυκοκολοκύθα και τα φυλούσαμε κι αυτά. Ανταλάσσαμε φακές, φασόλια, ρεβύθια, κουκιά, μαυρομάτικα... ΄Οτι ΄χες έδινες, ότι δεν είχες σου ΄διναν ... Καιρός και βάναμε και το κρασί μας και το ρακί μας, ούζο το λέτε σεις και τσίπουρο ... Δαμάσκηνα και βύσσινα βάναμε στο κονιάκ, μπόλικη ζάχαρη, μοσχοκάρφια, κανέλλα και στον ήλιο ψήναμε το λικεράκι μας. Για μας τις γυναίκες ήτο το λικέρ και για τις γιορτές του ονόματος.  Και βυσσινάδα και σουμάδα, όλα με τα χέρια μας. Στον αρραβώνα σου, σουμάδα μπόλικη, εγώ θα σου την κάμω ... Λιωμένο πικραμύγδαλο είναι κόρη μου, με νερό και ζάχαρη, χιονάτο... μυρωδάτο. Δεν του βάνεις άλλο πράγμα. Μερικοί στάζανε 5 στάλες ρακί μα δεν ήπρεπε. 

Τα ρετσέλια μας (γλυκά του κουταλιού) όμως ολοχρονίς τα κάμαμε . Κάθε μήνα κι άλλο ... Τι να σου λέω τώρα ... όλα τα κάμαμε, πορτοκάλι, εγώ το έκαμα με την ψύχα, νεράτζι, λεμόνι καρουλιαστά, κυδώνι ξυστό και πάστα (παστοκύδωνο), σταφύλι ραζακί, καρπούζι, γλυκοκολοκύθα, συκαλάκι. Τα παραγινωμένα φρούτα τα κάμαμε μαρμελάδες.  καρυδάκι, δαμάσκηνο, φυστίκι, μελιτζανάκι, καϊσί, απίδι, φυρικάκι (μηλαράκι), κεράσι, βύσσινο, (ν)τοματάκι, σεφταλί (ροδάκινο)... καρότο... το μούσμουλο δεν εγινότανε μόνο, έλιωνε... και τα μούρα, τα τζίτζιφα, το πεπόνι και το ρόγδι...

Ναι και το ρόδο(τριαντάφυλλο) που σ΄αρέσει ... Κι είχα δικό μου ασβεστόνερο, καθαρό, να βάνεις τα φρούτα να σου είναι τραγανά μετά. Το μόνο μυστικό στο ρετσέλι είναι το δέσιμο. Θέλει τέχνη το βράσιμο να δέσει το σιρόπι. Η ζάχαρη σαν εκαεί πικρίζει. Κι έχει ζάχαρη πολλή. Στο τσακ πρέπει να τραβήξεις τον τέντζερη απ΄τη φωτιά, στο τσάκ. Στο μάρμαρο μετά να φύγει η φωτιά, να καταλαγιάσει η βράση... Εγώ έκαμα και λοκούμια, ήξερα. Και βανίλια (υποβρύχιο) με μαστίχα και μπομπόνια (καραμέλλες) με μέλι, σουσάμι και κανέλλα μπόλικη και με φιντίκ (φουντούκια) ... Ειδάλλως τις αγοράζαμε από το μαγαζί ...

Το φετινό μου, δαμάσκηνο ρετσέλι ...









Αχ, εκείνα  όμως τ΄αλμυρά μας .........."


Μετά την απόλαυση, τα δύσκολα ... Σε ποια γλώσσα θα τεθεί η ερώτηση, μού λέτε;

Τί, να μην μάθουμε τι τρώμε; Δηλαδή τι έφαγα ...
΄Οντως, η ζύμη με ταχίνι! Πασπαλισμένο με μέλι, έναν αέρα κανέλλα και σουσάμι μπόλικο ... σε χρώμα μπακιρί ... Αϊβαλιώτικο αυθεντικό!

Συμπέρασμα; ΄Οταν θέλεις να καταλάβεις καταλαβαίνεις ... κι όταν θέλουν να σε καταλάβουν σε καταλαβαίνουν!


 Καλά σας βράδια

Ε.-


Οι φιληνάδες μου ... θέλει ακόμη ώρα για να φανούν ...
10 ακόμη αϊβαλιώτικα γλυκοσίμιτα θα μπορούσα να είχα φάει! Χωρίς υπερβολή!


΄Ισως και να μην γράψω άλλα απ΄τα δύσκολα του Σεπτέμβρη ...
Προτιμώ, χωρίς ποτέ να ξεχνώ, να γράφω τα δικά μου ... αυτά που εγώ έζησα, όπως τα έζησα κι όπως τα ένιωσα. ΄Αλλα μέσα απ΄τα μάτια, την καρδιά και το στόμα της νενές μου ... κι άλλα, απ΄την καρδιά και τα μάτια τα δικά μου ...