9 Μαρτίου 2014

΄Οπου αρχίζει ο μάγειρας, τελειώνει ο κασάπης...


Ανάρτηση... για χθες!
Και χθες και σήμερα πάντως, εις τα εδώ, έχομεν καλοκαίρι!!!
Ναι, ναι! ΄Οχι ΄Ανοιξη, καλοκαίρι!

 Μμμμ, όλα έτοιμα! 
΄Οπου να ΄ναι θα χτυπήσει και το κουδούνι. 8 του Μάρτη σήμερα...

Η μέρα κάτι μου θυμίζει. Κάτι τρέχει σήμερα, μα τί; 
Α, α, α! Ναι! Η μέρα της Γυναίκας είναι σήμερα!
Αν και χωρίς πρόγραμμα, καλά μάς έπεσε! Παρότι  δεν συμπίπτουν οι απόψεις μου με την εγκαθίδρυση αυτών των επετειακών ημερών, ας το γιορτάσουμε λοιπόν, θέλοντας και μη!

Μμμ... Μένει να μας ευχηθώ κάτι, αλλά τί; 
΄Αιντε κι ας μας ευχηθώ, τα ίδια με πέρσι!  
΄Ιδια η μέρα, ίδιες παραμένουν κι οι ευχές!

Σε μας κορίτσια, λοιπόν! Σε μας και στις χαρές μας!

πατλιτζάν εζμέ
τζιγεράκι εζμέ
Εντός ολίγου, περιμένω να φανούν οι φιληνάδες μου. Καιρός ήταν. Μια εδώ και μια εκεί, μου έλειψαν. ΄Ασε που ήταν και σειρά μου ήταν να τις περιποιηθώ. Μου έλειψαν τα δικά μας και το παρεάκι μας. 6 με μένα. Τι καλά! Καθιστές, άνετα, θα μοιραστούμε τα εκατέρωθεν κι ακόλουθα σμυρνέικα 

γιουφκάκια πεϊνίρ
 πρώτα και δεύτερα και τρίτα και γλυκάκι, βεβαίως-βεβαίως και, κους-κους. ΄Οχι καλέ, το μενού δεν έχει να κάνει ούτε με Αλγερία ούτε με Μαρόκο, που φημίζονται για το κους κους τους! Θα μπορούσε γιατί μ΄αρέσει πολύ η κουζίνα και τα μπαχάρια τους, αλλά όχι. Κους-κους στα καθ΄ημάς, ήταν και είναι, το πες-πες, το λέγε-λέγε, το μπλα-μπλα, κλπ. Εν άλλοις, και μεταξύ μας, είναι το κουτσομπολιό. Το σωστό κουτσομπολιό. Το γλυκό, το υγιές, το χωρίς κακές κακίες!
Σουτζουκάκια σμυρνέικα



Το τραπέζι, στρωμένο από το μεσημέρι, το ΄χω σχεδόν ξεχάσει. Μην θέλοντας να ΄χω την έννοια του, ήταν το πρώτο που ξεπέταξα. Τα λουλουδάκια να μην ξεχάσω μόνο. Α, και το ψωμάκι απ΄τα χεράκια μου, που ξαποσταίνει και δροσίζεται στη σχάρα της κουζίνας και, το κρασάκι βέβαια που παγώνει στο ψυγείο. Μπλέχτηκα για τα καλά με τα τσουκάλια και τις κατσαρόλες, τα πιπέρια, τα μπαχάρια και τα έλαια τα βούτυρα, τις ζάχαρες και τις κανέλλες, αλλά χαλάλι! 
μπακλαβαδάκια σμυρνέικα
απ΄τα χεράκια μου

Οι κατσαρόλες, ουφ... ησύχασαν πια, ο φούρνος στο μηδέν! Ενώ εγώ, εν αναμονή, επί ποδός και επί της υποδοχής. 
Ντριν κι ανοίγω. 
Δυο μαζί.
Καλώς τες!
Ματς- μουτς, καλωσορίσματα και περάστε περικαλώ στο σαλόνι.

"- Βρε, δεν το ΄ξερα...φοράς ποδιά; Πού τη θυμήθηκες; "
"- Τί που την θυμήθηκα; Ξέχασα να την βγάλω θες να πεις. Μαγειροτσουκάλιασμα χωρίς της; Αμ, για με, χωρίς, δεν γίνεται. Πάντα την φοράω! Είναι ένα από τα 3 βασικά της νενές: χέρια καθαρά, μαλλί μαζεμένο και καθαρή ποδιά! Γιατί γελάς, τόσο αστείο είναι;"  
" ΄Οχι, βρε παλιομοδίτικο είναι! Δηλαδή ξαφνιάστηκα. Κάτι καιρούς έχω να δω ποδιά!"

"- Ε, καιρός, ήταν να δεις. Εγώ κυρία μου, χώρια της δεν κουζινομαγειρεύω!"

"- ΄Αντε μωρέ... μες τη βρώμα και στα μικρόβια γίνεται... Δεν την πάω καθόλου..."

Ντριιιιιν... 3 κορίτσια αυτή τη φορά, στην πόρτα! 
και ξανά... Καλώς τες, καλώς τες!
"Κόρη μου, άσε τον ήσυχο εκεί που γράφει και διαβάζει... κι έλα εσύ εδώ σιμά κι άκουε... δεν σε πειράζει ο δόλιος (ο αδερφός μου)... Λέμε... κάθε φορά που θ΄αρχινάς το μαγείρεμα... δυο-τρία πράγματα θα κάμεις πρώτα-πρώτα... και θα ΄ναι πάντοτες τα ίδια... ναι μπρε, άλλα φαγάκια θα κάμεις κάθε φορά... αλλά αυτά που θα σου ειπώ θα είναι πάντοτες τα ίδια ... Το τσουκάλι θέλει μπροστοποδιά, χέρια καθαρά και τσεμπέρι στα μαλλιά... δίχως τους, είσαι κακή νοικοκυρά..."

"Είπα μπροστοποδιά και θυμήθηκα πάππο μου ... είχενε μια μανία με την μπροστοποδιά...ανεξήγητη κι όλο την ετραβολογούσε της νενές μου... σα να εζήλευγε... Σαν ήθελε να την επειράξει; της ετράβαγε την ποδιά... εθύμωνε κι ήναβε εκείνη και φωνολογούσε... νομίζω πως αν της εξεπάτωνε την πλεξούδα ολάκερη, λιγότερο θα φώναζε και τόσο δεν θα εθύμωνε... δεν ξέρω γιατί την επείραζε κι ενευρίαζε τόσο..."

"πάντως δίχως μπροστοποδιά δεν την ήβλεπες σχεδόν ποτές... ούτε την αννέ μου, ούτε τη νενέ μου... είχαν κάμποσες και συνήθως σκούρες... είχανε βέβαια και την επίσημη... αυτήν την εφορούσαν στις εορτές, στα μεγάλα τραπέζια, στους γάμους και σαν εσερβίριζαν σπουδαίους ξένους, τίποτα γραμματιζούμενους και τους επίσημους μουσαφίρηδες... η επίσημη μεταξένια κι απ΄ ατλάζι... άλλοτε κεντισμένη, άλλοτε με φαλμπαλά, άλλοτε με νταντέλα... στολίδι μονάχο πάνω απ΄το κάτω το ρούχο... 
"Μανάδες, γιαγιάδες και κυράδες την εφορούσαν... πάνω από το ρούχο της μέρας... καμωμένη ήτο θες από κάμποτο θες από αλατζά... μπορεί και από κομμάτι παλιό πεσκίρι ή παλιό πουκάμισο... είχενε τσέπες μεγάλες... για τα μετζίτια, το μαντήλι, το αντίδωρο... αργότερα στις τσέπες ήβανες για κάνα μπομπόνι για τα παιδιά ή κάνα ξηρό καρπό ή κάνα μαραμένο λουλούδι μαζεμένο με βιάση... μόνες μας τις εκόβαμε και τις εράβαμε... ουυυ, εύκολο πράμα... ήτο βλέπεις λίγα τα ρούχα ολονών τότες... δυο-τρεις; αλλαξιές είχαν όλες κι όλες, όλοι, γυναίκες κι άντρες... ήτο εύκολο να την επλύνεις τη μπαμπακερή μπροστοποδιά κόρη μου ... ζόρικο το σιγκούνι και ο ντουλαμάς... της αλλαξιάς το ρούχο ήτονε από καλό πανί κι υφάδι... κι ήθελε το ρούχο-ρούχο το καλό,  πλύσιμο στο ποτάμι, απαλάδα στο τρίψιμο, προσοχή στο λιάσιμο, πολλή φροντίδα δηλαδή... τη μπροστοποδιά την ήπλενες όπου σε εβόλευε... στο τσίγκινο τάσι...στο λαβαμπό... πράσινο σαπούνι, γερό τρίψιμο και στέγνωμα στον ήλιο ζήτανε μόνο... θυμούμαι τη μπροστοποδιά της νενές μου, καλοκαίρι καιρό, να ξεροσταλιάζει πάνω στο φουντωμένο βάρσαμο... το χειμώνα πάλι, εκρέμετο κι εστέγνωνε κοντά στη στιά... φροντίδα για το καλό ρούχο ήταν η μπροστοποδιά.... γι΄αυτό την εφορούσαμε κόρη μου... την εφορούαμε όμως και για χίλια άλλα... χίλια άλλα ήκαμε, μάζευε κι ήκρυβε αυτό το πανί...

"Μπρε, θάματα ήκαμε η ποδιά... για τούτα και τούτα η νενέ μου την είχενε πάντα σε πρώτη διάταξη... 

"μ΄αυτήν ετράβανε το τεψί όξω από το φούρνο... την ήπιανε γερά από τις δυο της άκριες κι έβγανε το τεψί δίχως να κάψει τα δαχτύλια και παλάμες...
"επήαινε στο κοτέτσι... πάλι τις δυο της άκρες ήπιανε... την εγέμιζε με τα αβγά που ήτονε για το σπίτι ... φορές-φορές, την εγέμιζε και με κλωσσοπούλια... γιατί, άλλες, θυμούμαι, τα εκυνηγούσε ο πετεινός κι άλλες γιατί μισοψοφισμένα ήτονε και τα ελυπόντανε ... τα ήφερνε λοιπόν στο σπίτι και τα γιατρικούλευε... την εγέμιζε και με μισοκλωσσησμένα αβγά... για να σώσει τότες τα ΄βανε στο μισόσβηστο φούρνο ν΄αποκλωσσηστούνε... κι αυτήν αποτίναζε και απόδιωχνε τις κότες σαν παράκαμαν το παρακάλι και τη ζητιανιά της θροφής...

"εκρυβόμαστε στη μπροστοποδιά της σαν εντρεπόμαστε μικρά άμα είχαμε ξένους, και μουσαφίρηδες στο σπίτι...
"σαν εγέρασε κι ήνιωθε πιότερο το ψύχος... σα να την εβλέπω εδάς.. εκαθόντανε κι ανεσήκωνε τη μπροστοποδιά ως τους ώμους... εσκέπαζε το μπέτη της κι ήκοβε την ψύχρα...
"ήναβε τη φωτιά στο τζάκι και με τη μπροστοποδιά εφύσανε τα ξύλα και τα κάρβουνα για ν΄αναπάρουνε...

"με τη μπροστοποδιά ήφερνε τις πατάτες απ΄το χωράφι και τα ξύλα απ΄την καρβουναποθήκη... και τις ντομάτες και το μαντανό και τα κρεμμύδια και τα λάχανα... μες την ποδιά τα ήβανε και τα ΄φερνε μέχρι την κουζίνα... κι εχώραγε η άτιμη μπόλικα... 

ήβγαινε κι εμάζευε τα χόρτα στο χωράφι και την εγέμιζε αφού επέρναε τις άκριες της στο ζωνάρι... ή ήνωνε κι εκρατούσε τις άκριες με τα δαχτύλια της και μέσα, εσύναζε τα πεσμένα μήλα, τα δαμάσκηνα, τα συκαλάκια... 

"ξεσκονόπανο θαμαστό την ήκαμε... σα λάχαινε κι εφτάνανε στο άξαφνο, μουσαφίρηδες...

"ήπλωνέ τη στα γόνατα κι εκαθάριζε τις φασούλες... οι φασούλες στη λεκάνη, τα κοτσάνια στην ποδιά και μετά στις κότες...

"σημαία την εσήκωνε κι ήγνεφε του παππού πως το φαΐ εγίνηκε... 
σημαία και σημάδι πως τον επερίμενε κι αυτόν ή και τους εργάτες...

"μ΄αυτήν εκυνηγούσε τα ζούδια που μας φόβιζαν και μ΄αυτήν ήδιωχνε τις μύγες για να μη μολύνουν το φαΐ...
"μ΄αυτήν, σαν την ήβγαζε αργά το σούρουπο, εκυνηγούσε το  γάτη που της είχε πάρη τη θέση πλάι στο τζάκι... ή μ΄αυτήν τον ήδιωχνε σαν ετριγύριζε ανάμεσα στους πόδες της σαν του εμύριζει το φαΐ στην κουζίνα... 

"μ΄αυτήν εφόβιζε το σκύλο σαν επαραστεκότανε δίπλα στο τσουκάλι  με το κρέας...

"μ΄αυτήν ήπιανε το τεψί  με το τουρλού και το χαλβά και τ΄απίθωνε στο περβάζι να κρυώσουν...
"μ΄αυτήν εσκούπιζε τον ίδρο απ΄το μέτωπό της σαν εφούρνιζε...

"μ΄αυτήν εσκούπιζε κι εκαθάριζε τα ροζιασμένα χέρια της για να μας επάρει αγκαλιά... 
"μ΄αυτήν μάς εκαθάριζε τα λερωμένα χέρια και τα ματωμένα γόνατα...

"μ΄αυτήν μάς εστέγνωνε τα δάκρυα...

"αυτήν τραβούσαμε κι ετραβούσαμε την προσοχή της... σαν είχαμε να της επούμε μυστικό... ή από φόβο...

"μ΄αυτήν...

"Αχ κόρη μου... και ποιος ξέρει τι ξεχνάω ακόμη... έκαμε τόσα και τόσα ... γι΄αυτό την εφορώ κι εγώ... και χρήσιμη είναι και την αννέ μου και τη νενέ μου μού θυμίζει... μου θυμίζει και τον πάππο μου... πολλές φορές της την ετράβανε και της ήλεγε "- αμάν κυρά μου, δεν την εβαρέθηκες πια τη μπροστομούνα;" 

"-Σους... μπρε... σους..." του έβανε τότες τις φωνές η νενέ μου... εκείνη τον αγριοκοίτανε κι εκείνος εγέλανε... εθύμωνες τότε μαζί του και η αννέ μου και του ήκαμε νοήματα πως τον ακούαμε κι εμείς τα  παιδιά... η νενέ μου είχενε αρχίσει τον εξάψαλμο...  "- μπρε ανίερε... μπρε βλάσφημε... μπρε, μπροστά στα παιδιά... άιντε να χαθείς... ντροπής... " κι εσυνεχίζετο ο εξάψαλμος για κάμποση ώρα..."
"Μπρε τι σου λέω κι εγώ κόρη μου... μπροστοποδιά θα την ελές εσύ ... άσε τον πάππο μου ... και τσι πονηράδες του... όλο στα καλαμπούρια και στα πειράγματα ήτονε ο νους του... κι όλο να τσιγκλάει τη νενέ μου ήθελε... αχ κι εκείνη... τόσα χρόνια μαζί και δεν τον είχενε μάθει... στα σοβαρά τον ήπαιρνε πάντα και δωσ΄του κι αυτός..."

"΄Ακουε τώρα... στο γιούκο της κουζίνας, κάτω χαμηλά, έχω σου, δυο μπροστοποδιές... προίκα σου... έχει από δυο και για τις άλλες... για σένα είναι ΄κείνη δα με τις ρίγες κι είναι μπροστοποδιά καθημερνή... είναι σαν ετούτη δα που φορώ... η άλλη είναι κάτασπρη, στολισμένη, επίσημη... έχει νταντέλα... φόραε τες κόρη μου, να με θυμάσαι...  

"Η κουζίνα θέλει... αγάπη, καθαρά χέρια, μαντήλι και μπροστοποδιά..."

Καλά σας βράδια

Ε.- 

Κίνδυνος η μπροστοποδιά σήμερα! Βρώμα και μικρόβια! Αν είναι δυνατόν!!!
Ε, καλέ ... το μόνο μικρόβιο που άρπαξαν τότε τα παιδιά από την μπροστοποδιά της μαμάς και της γιαγιάς, ήταν, το μικρόβιο της αγάπης!!!

΄Ολα και για όλα η μπροστοποδιά τότες!  
"΄Ολα κι απ΄όλα, εμάζωνε σε μια μέρα! 
Και μικρόβια κι αγάπες!

Είμαι σίγουρη πως θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να εμφανιστεί ξανά, ένα κομμάτι πανί που θα μπορέσει ν΄ανταγωνιστεί τη μπροστοποδιά...
Να την ανταγωνιστεί και να προσφέρει εκείνα τα χίλια ένα κάτι που πρόσφερε η ποδιά της γιαγιάς και της μαμάς... 






2 Μαρτίου 2014

Τα εξερχόμενα είναι αμαρτίες... όχι τα εισερχόμενα...

΄Αρχισε χθες ο Μάρτης. 
Κι άρχισε λαμπερός-λαμπερός! 
Μαθημένοι εμείς τόσα χρόνια αλλιώς, μας είναι δύσκολο να το πιστέψουμε πως έχουμε Μάρτη και χειμώνα! 

Καλημέρα, καλό, καλό μας Μάρτη και καλή Σαρακοστή...
Του Μάρτη τρίτη μέρα αύριο και Κούλουμα και Καθαρή Δευτέρα. Κι όπου Καθαρή Δευτέρα, έναρξη Σαρακοστής! Λείπει ο Μάρτης απ΄τη Σαρακοστή; Απόδειξη πως όχι!

Δεν ξέρω βέβαια πως άρχισε εκεί κάτω σε σας γιατί μια βδομάδα πριν που ήμουν εκεί, συνεπέστατο τον βρήκα τον Φλεβάρη σας και σε πλήρη αρμονία με το γνωστό "ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει"! Καλοκαίρι είχατε!!! Σας αγαπάει ο Θεός! Αν σας αγαπούσατε κι εσείς... Ας ελπίσουμε τώρα πως ο Μάρτης σας, καλόφερτος να ΄ναι και τελείως ασυνεπής! Μην σας προκύψει ούτε γδάρτης ούτε παλουκοκάφτης, δεν χρειάζεται! 


Ναι, ήμουν στα πάτρια για δυο βδομάδες. Εξ ου και τα κατεβασμένα ρολά. Βάλε και κάτι τεμπελιές, κάτι ασυνέπειες και κάτι Στρασβούργα, δεν θέλει πολύ. Κλειστό έμεινε για ένα μήνα και βάλε το μαγαζί, αλλά ιδού και να ΄μαι και πάλι πίσω και πάλι εδώ.



Πολύ θα ήθελα να ήμουν "εκεί" αύριο αλλά ας όψονται οι υποχρεώσεις, το γραφείο, η άδεια, η Swissair, κλπ.

 
Πρωί-πρωί, επιβάλλεται, μια σβέλτη επίσκεψη στη Βαρβάκειο. Φωνές, οσμές, μυρωδιές, τιμές... Θαλασσινά κι εδέσματα σαρακοστιανά. Και λαγάνες σουσαμάτες, ζεστές. 

Χάζι μεγάλο αλλά η επιστροφή, μετά την απόκτηση των απαιτούμενων σαρακοστιανών αγαθών, επιβάλλεται να γίνει άμεσα και πάραυτα. Μπάσιμο στην κουζίνα αφθορεί, και παραχρήμα επί το έργο! Σύντομα κι εντός ολίγου, θ΄αρχίσουν τα κουδούνια και τα κουδουνίσματα και τα πήγαινε-έλα. Φίλοι και σόι, γείτονες, πιατέλες, νταβαντούρι. Τραπέζι και τσουγκρίσματα κι ευχές και μάσες και φαγάκια. Και γλυκάκια! Και σειρά έχει το πατροπαράδοτο πέταγμα του χαρταετού! 

Η αλήθεια είναι πως μετά, θέλει μια λίγη προσπάθεια η έξοδος! Ποιά έξοδος; Κούλουμα χωρίς χαρταετό γίνεται; Δεν γίνεται! Μα για να πετάξεις χαρταετό φίλε, πρέπει να εξέλθεις! 
Σίγουρα το φαγοπότι παρότι σαρακοστιανό δεν βοηθάει, το μπαλκόνι δεν ενδείκνυται και τα σύρματα της ΔΕΗ εμποδίζουν. Παρ΄όλα αυτά όμως, πρέπει να βγείς. Κι είμαι σίγουρη, πως θα βγεις και πως τα τσερκένια θα στολίσουν ξανά τον ουρανό και θα σημαδέψουν και φέτος πάλι τη Σαρακοστή.

΄Ολα αυτά θα μου λείψουν εδώ. Δεν θα μου λείψουν τα εδέσματα και τα σαρακοστιανά. Θα μου λείψουν όμως κάποιοι φίλοι, λίγο σόι, η λαγάνα και τα τσερκένια! Τ΄αγαπημένα μου τσερκένια...
Τη λαγάνα λέω πως θα την πετύχω και φέτος. Είδομεν. 


"Να ΄ναι καλά ο κύρης σου κόρη μου.... το ΄κανε πάλι το θάμα του ...γεια στα χεράκια του κι απ΄όλα τα σαρακοστιανά μάς τάισε σήμερα... και μ΄όλα τα καλά του Θεού στόλισε το τραπέζι... 
Είχενε δίκιο η αννέ μου... σαν πασά μου τον ανέβαζε και πασά μου τον κατέβαζε... πρώτος στ΄αντέτια, πρώτος στα μαγειρέματα, πρώτος  στους πρώτους... τίποτα δεν του ξεφεύγει... και στο τσερκένι πρώτος... το πιο σωστό στο ζύγι είχατε πάλι... το καλύτερο...  Πανιώνιος... κιρμιζί και μπλάβο...  πιο ψηλά από όλα τ΄άλλα επέταξε μπρε... με την ουρά του, τα σκουλαρίκια του...  

Συνοικία Βοτανικός -
΄Αγιος Πολύκαρπος 
΄Αγιος Πολύκαρπος
Βοτανικός
Κρίμα που δεν επρόλαβε να τον εγνωρίσει ο πάππος σου... θα τον ηγάπανε πολύ... θα εταιριάζανε... ηγάπανε κι εκείνος ότι αγαπά ο κύρης σου... ηγάπανε και το τσερκένι... ώρες εκάθετο και το ήφιαχνε... όσες δουλειές και να ΄χενε κι όση κούραση, ποτέ δεν μας ήφησε δίχως τσερκένι... στον ΄Αγιο κοντά επηγαίναμε να εορτάσουμε τα Κούλουμα... όλη η γειτονιά δηλαδή στον ΄Αγιο πήγαινε... εξοχή ήτονε τότες, καλάμια...  ούτε σπίτια είχε κοντά, ούτε σύρματα... καταγής βάναμε τα πεσκιρόπανα κι ακουμπούσαμε τα σαρακοστιανά...  τι σε ποιον ΄Αγιο... στον ΄Αγιο μας, στον ΄Αη-Πολύκαρπο... 

Μετά τη φωτιά - ΄Αγιος Πολύκαρπος
 
Βουρλά - Σήμερα ο Αρφανός...
"΄Οχι, στα Βουρλά, επηγαίναμε στον ΄Αη Γιώργη, τον αρφανό...  μικρό εκκλησάκι και ταπεινό... μες την εξοχή.. ορφάνεψε ο τόπος μας, θα ορφάνεψε κι ο ΄Αγιος... δυο φορές αρφανός ο δόλιος κι αυτός... ας μην αρχινίσω πάλι τα ίδια μέρα που ΄ναι... τέλειωσε εκείνος ο τόπος πια... τέλειωσε κι ο αρφανός... 

Βουρλά
Αχ κόρη μου... κι όσο λέω πως τέλειωσαν όλα, άλλο τόσο με κρατάει η ελπίδα... εγώ θα φύγω από δω πάνω κι η ελπίδα μου θα πετάει ένα γύρω...
 
Ας είναι... τι ελέγαμε μπρε; "


"- Για τη Σαρακοστή λέγαμε νενέ, για τους χαρταετούς, τα τσερκένια..."
 
"΄Αιντες, ναι ... Η κυρά Σαρακοστή κρατά επτά ολάκερες εβδομάδες κόρη μου ... αρχινά μετά τις αποκριές και μας επάει στη Μεγάλη Εβδομάδα... αρχινά δηλαδή στην Καθαρή Δευτέρα... Καθαρή την ελέμε γιατί αρχινάμε τη νηστεία... η Μεγάλη Εβδομάδα πάντως δε μετράει μέσα στη Σαρακοστή... άλλοι ελέγανε πως κρατεί 48 μέρες, άλλοι ελέγανε 49... είναι πάντως η πιο μεγάλη από τις νηστείες, ετούτη εδώ πριν από το Πάσχα... το ΄λεγε η νενέ μου κι ο πάτερ-Αθανάσιος; ... καλός ιερέας και καλός άνθρωπος... έμεινε γνωστός στα Βουρλά για την καλοσύνη και τη συμπόνοια που έδωκε σε όλους... δεν εξεχώρισε ποτέ κανέναν... για κείνον ήτονε όλοι άνθρωποι... ελειτουργούσε και στον Αρφανό... σίγουρα μια, ανήμερα στη χάρη του και μετά, όποτες του ήρχετο...  δεν τον εξεχνούσε όμως ποτές... συνήθως μας το ήλεγε από την προηγούμενη... μερικές φορές όμως δεν μας το ήλεγε και καθόλου... μόνο ακούαμε την καμπάνα του Αρφανού να χτυπά κι εκαταλαβαίναμε... κι ετρέχαμε... 

"Μπρε, μπρε τι θυμήθηκα πως δεν σου ΄χω λεομένο!!!  Άκουε... Μια φορά που λες, με ήστειλε η αννέ μου να βρω τον κύρη μου... εβγήκα στη γειτονιά και τον ήβρηκα στου πάτερ... στην αυλή καθόσαντε κι επίνανε τσικουδιές... κουβάλανε η παπαδιά μεζέδες κι αυτοί επίνανε κι εγελούσανε... βλέπω τους μεζέδες κι ετρέξανε τα σάλια μου... κοιτώ τους καλύτερα και τι να δω... να ΄σου και μια λακέρδα και δυο τσίροι... τα χάνω και βάνω τις φωνές... 9-10 χρονώ θα ήμουνα ολότελα...

"Ε, παπά-Θανάση, άμε καλέ... τι πράματα είναι αυτά; Τεσσαρακοστή έχομε... η μάνα μου δεν μας αφήνει ν΄αγγίξομε παρά ψωμί, τεχίνι κι όσπρια... κι εσείς εδώ και πίνετε και τρώτε... από τα απαγορεμένα..."
 
Γυρνά ο κύρης μου και μ΄αγριοκοιτά, έτοιμος να με ξαποστείλει.... 
Ο παπά-Θανάσης όμως χτυπά το σκαμνί δίπλα του, ύστερα καταπίνει και μετά ανάμεσα σε γένια και μουστάκια, χαμογελά και μου μιλεί με φωνή χαμηλή... 
 
"- Κάθησε μπρε για Λέγκω... καλά κάμει η μάνα σου και σας κρατά στη Σαρακοστή... εγώ κι ο κύρης σου εξεφύγαμε... μα εξεφύγαμε γιατί η βαριά δουλειά θέλει γερό φαΐ... κι εμείς δουλέβγουμε βαριά στα χωράφια και στ΄αμπέλια... δεν τρώμε ΄δας και κρέας... ένα τσίρο ετσιμπήσαμε, ν΄ αδειάσει το φανάρι και να μην τον επετάξουμε... δεν είναι καλή δικαιολογία αυτή κόρη μου, το ξέρω... έτσι το ήμαθα όμως κάποτε κι έτσι στο λέω... κάποτες ΄δα είδα κι εγώ το ίδιο... Ο παπάς του χωριού να μη νηστέβγει ενώ εγώ να νηστέβγω... αγανάκτησα βλέποντάς τον... κι ήταν εκείνος που μου είπε τα ίδια λόγια αυτά...

"- Τέκνον μου, εάν καμιά φορά ξεφύγεις από τους νόμους της Τεσσαρακοστής να ξέρεις πως ο Χριστός συχωρνά... συχωρνά τα εισερχόμενα μα δεν συχωρνά τα εξερχόμενα... δεν τον επειράζει το Μεγαλοδύναμο ο τσίρος... τον επειράζει η βλασφημία, το ψέμα και η συκοφαντία... το κουτσομπολιό... αυτά κάμουν κακό... μ΄αυτά κάμεις κακό και βλάπτεις το συνάθρωπό σου... όχι με τον τσίρο και τη λακέρδα που εσύ καπαπίεις... καταπατείς τη Σαρακοστή ναι, μα δεν καταπατείς το λόγο του Κυρίου...  διδάσκει την εγκράτεια η Τεσσαρακοστή μα μεγαλύτερη εγκράτεια από το να μη κάμεις κακό στον άλλο δεν είναι άλλη... Τί ζητά τελικά ο ΄Υψιστος; Να μη νηστέβγεις τη συμπόνοια, την ελεημοσύνη, τη συντρομή και το καλό..."
 
"- ΄Αμε τώρα στο καλό του Θεού κόρη μου και το νου σου στα εξερχόμενα... πριν μιλήσεις, σκέψου τα όσα ήκουσες... ευθύς έρχεται κι ο κύρης σου... "
 
"- Τα σκέφτηκα τα λόγια του παπά-Θανάση κόρη μου, πολλές φορές από τότες... 
τότες εγύρισα στο σπίτι κι είδα κι έπαθα να μην ανοίξω το στόμα μου και να μην πω ούτε στην αννέ μου τα όσα είχα δει... δεν το μετάνιωσα πάντως ποτέ... το είπα κάποτε στην αννέ μου, χρόνια μετά... έπεσε από τα σύννεφα σαν το ήκουσε... μετά όμως ήρθενε και μου ΄πενε πως καλά είχα πράξει... παιδί ήμουνα κι ήθελε μεγάλη εγκράτεια το να μην το πω σε άνθρωπο, να μην κατηγορήσω και να κουτσομπολέψω... εγώ το είχα πει στο Γιώργη μας αλλά ούτε κι εκείνος ήνοιξε το στόμα του... επροτίμησα να μην μιλήσω τότες μα και από τότες πολλές φορές επροτίμησα τη σιωπή...
 
"Με τη σειρά μου, το λέω κι εγώ σε σένα κόρη μου... τα εξερχόμενα είναι αμαρτίες, όχι τα εισερχόμενα... είναι δύσκολο να κρατήσεις τη νηστεία της τροφής σήμερα μ΄όλα αυτά τ΄αγαθά ένα γύρω και που έχεις μάθει να τα καταλύεις όπως να ΄ναι, όποτε να ΄ναι ... παλιά ήταν πιο εύκολο... θες γιατί δεν είχαν παράδες οι άνθρωποι, θες γιατί δεν είχαν ξεχάσει και σέβονταν περισσότερο το Θεό, θες γιατί ο Θεός τούς εβοηθούσε πιότερο τότε... δεν ξέρω... μα ήτονε και τότε κι ΄ναι ακόμα πιο ζόρι να κρατήσεις το στόμα σου κλειστό... λέω πως σε καλεί ο Θεός να διαλέξεις... ή να κλείσεις το στόμα ή να το ανοίξεις... και τα δυο με το στόμα έχουν να κάμουν... όπως το ήλεγε κι ο πάπα-Θανάσης... νηστεία και εγκράτεια... μια μου φαίνονται ένα πράμα... μια, μου φαίνονται δύο κι αταίριαστα... 

"΄Εξι εβδομάδες και μια η Μεγάλη... εφτά φορές εφτά ημέρες μάς κάμουν σαράντα εννιά μερόνυχτα (7Χ7=49)... βγάνουμε τις δυο τελικές, το Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαΐων κι έτσι έχομε 47 μέρες. Αρχινά η κυρά Σαρακοστή τη Δευτέρα της πρώτης των Νηστειών... Ναι, μπρε...  καθαρά τη λέμε γιατί βγάνομε το κρέας από το τσουκάλι... όξω το κρέας, τα τυριά και τα βουτύρατα... νηστεία από δω και πέρα ίσαμε τ΄αρνί... πάνε όλα εκείνα που τρώμε τον υπόλοιπο καιρό... ξέχνα τα... την Παρασκευή της έκτης εβδομάδας... κι εκειδά προ των Βαΐων... φτάνομε κοντά στο τέλος... στα τροπάρια του Τριωδίου το λέει αυτό... κι όσο κι αν τα Σάββατα και οι Κυριακές δε λογίζονται σα μέρες νηστείας γιατί έχομε το δικαίωμα να καταλύσωμε λάδι, η νηστεία τα προσμετράει ... όχι άλλα, μονάχα λάδι ... τα προσμετράμε γιατί έτσι το ζητά το λειτουργικό... 
 
"Ξέχασα πια να μετράω... γέρασα... τότες εμείς είχαμε μια συνήθεια... για να μετράμε τις εφτά εβδομάδες της Σαρακοστής... ήτονε μια συνήθεια πιο πολύ για μας τα παιδιά... το καλεντάρι μας για τη νηστεία... με τη νενέ συνήθως παρέα εκάμαμε  την κυρά-Σαρακοστή... γλυκειά στην όψη για να μας καλοπιάνει... μια καλογριά παράξενη όμως... διαφορετική από τις άλλες... μ΄άλλα ρούχα, δίχως στόμα και με επτά ποδάρια... επαίρναμε ένα χαρτί κι εσχεδιάζαμε μια γυναίκα... δίχως στόμα γιατί νηστέβγει... δεν τρώει, ούτε μιλάει... μοναχά προσεύχεται... με επτά ποδάρια, όσες είναι οι εβδομάδες της... την εκρεμούσαμε σε κάποιο σημείο του σπιτιού και κάθε εβδομάδα εκόβγαμε κι ένα από τα ποδαράκια της μέχρι να μείνει αυτή χωρίς πόδια κι εμείς χωρίς άλλη νηστεία... το τελευταίο το εκόβγαμε το Μεγάλο Σάββατο... όποιος το ήκοβγε το εφύλαε μέσα σ΄ένα ξερό σύκο ή δαμάσκηνο... σ΄όλη τη νηστεία τα ξερά φρούτα εστόλιζαν το τραπέζι... νηστέβγαμε και καταναλώναμε πολλά τέτοια... κι όποιος το ήβρισκε λογιότανε καλότυχος... Η κυρά-Ανθούσα που δεν ήτονε από τα Βουρλά είχενε άλλο αντέτι... ήπαιρνε ένα μεγάλο κρεμμύδι και του ήμπηγε 7 φτερά της κότας... του ήδενε μια κλωστή κι εκρέμαγε τον κουκουρά -έτσι τον ήλεγε- μ΄ένα καρφί στο ντουβάρι... κι έβγανε ένα φτερό του κουκουρά για κάθε εβδομάδα που επερνούσε... 
 
"Εμείς τα παιδιά εκάμαμε και μια στην τάξη, στο σχολειό... από χαρτί... μα από τότε που ετσακωθήκαμε άσχημα... ήκοβε πάντα ο δάσκαλος το πόδι... "
 
Καλά σας βράδια

Ε.-
 
Χαλάλι όμως η νηστεία, έτσι; Αν στο τέλος ξέρεις ότι σε περιμένει το σπληνάντερο, ο οβελίας και το κοκορέτσι!!! 


Η συνταγή για την κυρά-Σαρακοστή που δεν τρώγει
και δεν τρώγεται


Απαραίτητα



Καθαρή Δευτέρα

Αγάπη
χαρτί, μολύβι, ψαλίδι, φαντασία

Σχεδιάζουμε με μολύβι και φαντασία στο χαρτί την κυρά-Σαρακοστή και την κόβουμε



Χρειαζούμενα
 
- Μισό κιλό αλεύρι
- Μισό και λίγο φλυτζάνι νερό
- 3 κουταλιές της σούπας αλάτι
- Πλάστη
- Μαχαίρι κοφτερό
- Μέτριο ή μεγάλο ταψί
- Λαδάκι -ότι λαδάκι να ΄ναι- για ν΄αλείψουμε το ταψί μας 
- Σπάγκο ή κορδέλα

Την κυρά Σαρακοστή τη φτιάχνουμε με μπόλικο-μπόλικο αλάτι για να μη μουχλιάσει μέχρι να περάσουν οι σαράντα εννέα μέρες της νηστείας.


Επί το έργον


Πρώτα, πλένουμε καλά-καλά τα χέρια 
και δεύτερα, φοράμε τη μπροστοποδιά
όπως ήλεγε η νενέ

7 πόδια σε 7 βήματα για τις 7 εβδομάδες

1. βάζουμε το αλεύρι και το αλάτι στη βαθιά φαγιέντζα

2. κάνουμε μια μικρή λακουβίτσα στη μέση κι εκεί ρίχνουμε σιγά σιγά το νερό. Λίγο νερό, λίγο ζύμωμα, λίγο νερό, λίγο ζύμωμα. 
(βάζουμε μόνο όσο νερό νιώθουμε ότι χρειάζεται και ζυμώνουμε ώσπου στο τέλος να έχουμε μια ζύμη σχετικά μαλακή,  ομοιόμορφη, λεία κι εύπλαστη)
3. Με τον πλάστη απλώνουμε το ζυμάρι σε χοντρό φύλλο
4. Με τη βοήθεια της χάρτινης κυρά-Σαρακοστής και του μαχαιριού, κόβουμε το ζυμάρι σύμφωνα με το σχέδιο
5. Με το μαχαίρι ή μ΄ότι άλλο μάς βολεύει, χαράζουμε  τη μύτη, τα μάτια, τα ρούχα και τα ποδαράκια της
6. Να μην ξεχάσουμε μ΄ένα ξυλάκι να κάνουμε μια τρυπούλα στο κεφάλι της. Από την τρυπούλα αυτή θα περάσουμε το σπάγκο για να την κρεμάσουμε.
7. |Αλείφουμε με λαδάκι το ταψί, βάζουμε μέσα ξάπλα στην κυρά-Σαρακοστή, βάζουμε το ταψί στο φούρνο και ψήνουμε μέχρι να ξεροψηθεί και να σκληρύνει - καμιά 50αριά λεπτά


Σαν κρυώσει, την βγάζουμε από το ταψί -προσεκτικά να μην μας σπάσει- της περνάμε το κορδελάκι και την κρεμάμε στην κουζίνα μας.



Καλή επιτυχία

και
Καλή Σαρακοστή


Ε.-



Να θυμάστε:


Η κυρα-Σαρακοστή δεν έχει στόμα, γιατί δεν τρώει ούτε μιλάει, παρά μόνο προσεύχεται!

Όσο για τα ποδαράκια της, προσοχή! Να είναι επτά! Ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα.

Αν πάλι δεν έχετε όρεξη για ζύμωμα, πλάσιμο και ψήσιμο, αλλά έχετε όρεξη να ζωντανέψετε το έθιμο,  κάντε την από χαρτί. Σχεδόν το ίδιο είναι...

Καλωσόρισμα της Σαρακοστής στη Μικρά Ασία


                     



24 Ιανουαρίου 2014

΄Ολα, καμωμένα το ένα για το άλλο...

ήλεγε ο παππούλης μου, κόρη μου ... 

Καμωμένα το ένα μέσα στ΄ άλλο...
 
καμωμένα το ένα για το άλλο...

"ο έρωτας για τα νειάτα, η αγάπη για τα γηρατειά, η συμπόνοια για τον άνθρωπο,  η πατρίδα για τον κόσμο όλο, το μπλε για τη θάλασσα, το άσπρο για το χιόνι... ο ήλιος για τη ζωή, το φεγγάρι για τον ουρανό, το νερό για τη φωτιά, τ΄αστέρια για τη νύχτα, το σύννεφο για τη βροχή, η φύση για τα ζωντανά... ο μόχθος για τα αγαθά, ο ίδρος για τον κόπο... το σέβας για τους παλιότερους, η θύμηση για τα περασμένα, το ήθος για την οικογένεια, οι τρόποι για την κοινωνία... η πίστη για τους Αγίους... ο Θεός για όλους... μόνο τα τσουράπια κι ο καθένας δεν βρίσκουν τις περισσότερες φορές το ταίρι τους ... "

"Τα ΄χενε κάμει εκείνος τα ταίρια στο μυαλό του κι άθρωπος δεν μπορούσε να του τ΄αλλάξει... Συχνά-πυκνά το εμουρμούραγε και που να σ΄έχω... σαν αρχίναγε δεν εμπόραγε να σταματήσει... και σαν εμεγαλώσαμε κι είδενε πως εκαταλαβαίναμε το ήκαμε παιχνίδι ... ήλεγε μια φράση και μετά περίμενε να πει ο άλλος άλλη... μια ήλεγε ο κύρης μου από απέναντι, μια ο πάππος... μια η νενέ μου από δίπλα του... μια η αφεντιά μου... μια ο πάππος... μια ο Γιώργης... μια ο πάππος... μια η αννέ μου... μια ο πάππος... μια ο Μήτσος... κι αν ετύχαινε κάποιος από εμάς να ταιριάξει κάτιτις τ΄όμορφο και το σωστό που δεν το είχενε σκεφτεί και που δεν το είχενε πει εκείνος από τα πριν, εχαιρότανε σα μικρό παιδί... εγελνούσανε και τ΄αφτιά του... το ΄βανε αμέσως αυτό το καινούργιο στην κουβέντα του κι ήβγαινε στον καφενέ και το πει κι εκαμάρωνε... το΄λεγε κι εχαμογέλναγε όπως η λεχώνα στο γιαβρί της... Κι αν τύχαινε να ΄ναι εκείνος που ΄βρισκε το καινούργιο... εκεί να ιδείς τη χαρά του... δεν εσυμμαζευότανε με τίποτα... ούτε καν η νενέ μου δεν τον έκαμε καλά..."


"΄Ητονε καλός άνθρωπος και σοφός... είχενε κάμει πολλά και πολλά είχενε δει... νεότερος είχενε κάμει ναυτικός μέχρι να καταλαγιάσει το αίμα του και να αποφασίσει να κάμει φαμίλια... μετά για να ζήσει τη φαμίλια, στην αρχή έκαμε χτίστης ακόμα και σε μέρη μακρινά... ώσπου στο τέλος έγινε αμπελάς, κρασσάς και... πάππος... στα ενδιάμεσα είχενε κάμει ότι θες... λίγο κασάπης, λίγο τσαγκάρης, λίγο χαμάλης... ακόμα και τον τελάλη μάς ήλεγε πως είχενε κάμει κάποτε σε μια κώμη που ήβλεπε στην Καραντενίζ και σε μια άλλη πέρα από τα ΄Αδανα... είχενε πάει στη Βασιλεύουσα και την ελυπήθηκε... είχενε πάει και στην Καισάρεια και στη Σεβάστεια, στο Μπατούμ και στην Ανδριανούπολη... είχενε δει το Βόσπορο και τον Κεράτιο... καμωμένος ο ένας για τον άλλο... είχενε πάει στο Χαλέπι κι είχενε δει την Κύπρο... ήλεγε πως είχενε κάμει το μισό δρόμο του μεταξιού... πως εκτός από την πιο βαθειά θάλασσα είχενε δει και τα πιο ψηλά βουνά από θάλασσα κι από στεριά... είχενε γυρίσει όλο το Αιγαίο, είχενε δει όλα τα νησιά του... ήλεγε ακόμα πως είχενε ακούσει ντοπιολαλιές και ντοπιολαλιές... γρι να μην καταλαβαίνει... κι είχενε ακόμα μιλήσει πολύ με σπουδασμένους και γραμματιζούμενους...κι είχενε συμφάγει μ΄αθρώπους σπουδαίους και παρακατιανούς... τίποτα δεν του έκαμε περιέργεια... τίποτα δεν τον εφόβιζε... ήλεγε ακόμα πως είχενε δει την Παναγιά τη γοργόνα... τον Μιχαήλ Αρχάγγελλο και στην Αγιά Σοφιά τον τελευταίο Βασιλιά... ε, τότες σαν ήφτανε στον Παλαιολόγο, τότες ήτο που εθύμωνε η νενέ μου... και τον αγριοκοίτανε..."




"΄Οτι μας ήκαμε όταν αρχίναγε την ιστορία με τα καμωμένα το ένα για το άλλο... τα ίδια μάς ήκαμε σαν αρχίναγε τις ιστορίες για τους τόπους που είχενε δει ... σταματημό δεν είχενε σου λέω... εσταματούσε το μιλητό μόνο σαν του ήβανε τις φωνές η νενέ μου... ήκλεινε τότες το μιλητό και το ταξίδι με την ίδια κουβέντα... "σας το λέγω εγώ να το ξέρετε... ο ομορφότερος τόπος του κόσμου είναι τα Βουρλά μας μ΄ ομορφότερη όλου του ντουνιά, τη Σμύρνη...  



Βουρλά.........
Το ΄χε αυτό... πάντα να κλείει το λόγο με την ίδια κουβέντα... μετά σιωπούσε για ώρα... το βλέμμα του εταξίδευγε.. ίσως πέρα στα μακρινά... ίσως πίσω στα παλιά... Θεός ξέρει... και μόνο η νενέ μου, μετά, για με τσιγκλίσματα για με τα παρακάλια της τον εκατάφερενε και τον έκαμε να ξαναμιλήσει... Μπααα... δεν ήτονε θυμωμένος, μα της τον έκαμε... "

"Κάλλιο που είχενε κλείσει τα μάτια του και δεν την είδενε τη μαύρη τη Σμύρνη... καμμένη, πνιγμένη στο αίμα... ερείπιο, να κλαίει στα βουβά και να την καταπίνουν τα Τάρταρα... Δεν θα άντεχε ούτε στο λιμάνι της να φτάσει όπως εφτάξαμε εμείς οι κακορίζικοι... όσο για τον τόπο εδώ... μόνος του θα σφάλιζε τα μάτια μου για να μην τον βλέπει... Αχ, κόρη μου... ούτε μια στιγμή δεν θα είχενε περάσει ποτέ από το μυαλό του σαν εσκούντραγε το ποτήρι του μουρμουρώντας "γιασασίν Γιουνανιστάν" πως εδώ οι άνθρωποι θα μας επετάγανε πέτρες, θα μας εγυρίζανε την πλάτη και τουρκόσπορους θα μας ανεβοκατεβάζανε... Κι όμως αυτό εγίνηκε... και τουρκόσποροι εγίναμε και παστρικές και ξένοι... ολότελας ξένοι... μας είχενε ξεχάσει η πατρίδα... μας είχενε ξεχάσει κι η γης... η γη η δική μας, ο τόπος μας ήτο αλλού... πατρίδα και τόπος μας ήτο εκείνος εκεί καρσί απέναντι... από κείνη την ίδια θάλασσα που μας εχώριζε... δεν είχαμε ξεχάσει την πατρίδα μας εμείς... ούτε την ιστορία, ούτε τη λαλιά, ούτε τα γράμματα... ούτε το Θεό... δεν μας είχενε ξεχάσει ούτε κι Αυτός... Αυτός ο Μεγαλοδύναμος ήδωκε και σωθήκαμε κάμποσοι... κατακαημένοι και ταλαίπωροι εσυρθήκαμε αλλού κι αλλού αλλά πήραμε τα πάνω μας πάλι...  μας ήφηκε μόνο με την πληγή και τον πόνο της επιστροφής στα στήθια αλλά ξεύρει εκείνος τι κάμει...  ίσως το ΄καμε για να ιδεί την πίστη μας, για να μας δοκιμάσει... μας ήφηκε και με την ελπίδα... να ανασαίνουμε και να περιμένουμε... κάποιοι την επιστροφή των εδικών των... όλοι την επιστροφή στον τόπο μας... " 

"Δεν έχασα την πίστη μου στο Μεγαλοδύναμο κόρη μου, αλλά έχασα πια την ελπίδα του γυρισμού... δεν με παίρνει ο χρόνος... πολλοί από μας εφύγανε κιόλας... κάμποσοι είναι στο δρόμο για πάνω... γι΄αυτό μιλώ πολύ... και σου λέω ιστορίες κι ότι άλλο έχει απομείνει στο κεφάλι από  θύμησες και περασμένα μεγαλεία... δεν πρέπει να βουλιάξουν και να χαθούν...  να τις φάει ο χρόνος... Δεν πρέπει να χαθεί ο τόπος μας γι΄ακόμα μια φορά... Μην τον αφήκετε να χαθεί γι΄ακόμα μια φορά..."


"Ωφου κι ωφου κι ανάποδα... μπρε κι άσχημα σεκλετίστηκα πάλι... σεκλέτισα κι εσένα κόρη μου, ε; ΄Ολο τα ίδια σού κάμω και ΄σένα... Εσύ φταις μπρε... εσύ! Πες νενέ, πες νενέ... αρχίζω κι εγώ και τελειωμό δεν έχω... σαν τον πάππο μου... πιο τυχερός μόνο αυτός από εμέ... ΄λαφρύ πάνω του το χώμα... γιατί είναι το χώμα του τόπου του... βάι, βάι... πάει τ΄απόχασα η κακομοίρα και βλαστημάω... τυχερός που δεν έζησε το γιαγκίνι... τυχερή κι εγώ που γλύτωσα και χάρηκα παιδιά και παιδόγγονα... "

"Πιάσε μπρε ένα μηλαράκι να διώξουμε το σεκλέτι... να το καθαρίσουμε ή να το κάμω στον ταβά, κόρη μου; Γυαλίσαν τα ματάκια σου σαν άκουσες τηγανίτα ε; Καλά άιντες... ας κάμουμε λίγη υπομονή ακόμα... 
έλα κι η κανέλλα θα μας εδιώξει το σεκλέτι...  "    

Καλά σας βράδια

Ε.-

Μηλαράκι στον ταβά ή στο σαχάνι... ή Μηλομελόπιτες σμυρνέικες

Χρειαζούμενα

Σεκλετισμένοι
΄Ενα ή δυο ή και τρία μηλαράκια ή και τέσσερα - βλ. ανάλογα με τους σεκλετισμένους
Σαχάνι, αλεύρι, ολίγη ζάχαρη, ελάχιστο αλάτι...
-αν έχουμε- ίσως και ολίγο γαλατάκι... αν δεν έχουμε, δεν χάθηκε κι ο κόσμος
ένα αβγουλάκι ή... και όχι
(σε περίοδο νηστείας άλλωστε, τ΄αβγουλάκι και το γαλατάκι, αντενδείκνυνται)
βούτυρο ή λαδάκι, 
μέλι και κανέλλα...
και επί το έργον 
(όχι εκτέλεση, ούτε παρασκευή... γιατί ούτε κανέναν θέλουμε να εκτελέσουμε, πόσο τα μηλαράκια, ούτε υποχρεωτικά Παρασκευή είναι σήμερα που η όρεξή μας τραβάει μηλομελόπιτες...)

Επί το έργον

Τρίβουμε τα μηλαράκια στο ρεντέ του κυδωνιού (ή... του τυριού)
Μέσα στη λεκανίτσα που τρίψαμε τα μηλαράκια, προσθέτουμε τη ζάχαρη, ολίγη κανέλλα, μια σκιά αλάτι και όπως είπαμε, αν θέλουμε, προσθέτουμε χτυπημένα από πριν μαζί κι αντάμα, το γαλατάκι με το αβγουλάκι... Ανακατεύουμε με αγάπη...
Σειρά έχει το αλευράκι  -όπου μπορεί να αντικατασταθεί και με τρίμματα ξερού ψωμιού, κοινώς γαλέτα-
Αλευράκι βάνουμε τόσο όσο σηκώσει... δηλαδή τόσο όσο χρειάζεται ώστε να απορροφηθεί το ζουμάκι των μηλαρακίων. Το βάνουμε λίγο-λίγο κι αργά-αργά ενώ συγχρόνως ανακατεύουμε το μείγμα, τρυφερά. Η τρυφερότητά μας σταματάει -δεν τελειώνει- όταν το μείγμα έχει πάρει μορφή πηχτού χυλού. 

Ενώ απέχουμε μόνο τρία βήματα από το τέλος, το επόμενο κίνηση είναι να βάλουμε στο σαχάνι το εκάστοτε λαδάκι (σημ.: η αυθεντική συνταγή στης Σμυρνιάς γιαγιάς, υπαγορεύει τη χρήση φρέσκου βούτυρου). Μόλις ζεσταθεί καλά το λάδι ρίχνουμε μεγάλες κουταλιές από το μείγμα στο σαχάνι. ΄Οπως ακριβώς κάνουμε καλέ για τα κατιμέρια ή τέλος πάντως, για τις τηγανίτες. Δεν απομακρυνόμαστε και δεν μιλάμε στο τηλέφωνο. Χρυσίζουμε κάθε μηλομελόπιτα.
1-2 λεπτά -όχι παραπάνω- θέλει η κάθε πλευρά της.

Βήματα

Βήμα σημειωτόν: Βγάζοντάς τες από το σαχάνι -την σήμερον- τις ακουμπάμε  σε απορροφητικό χαρτί και μετά στη φαγιέντζα σερβιρίσματος. 

Βήμα επόμενον: Τις ραντίζουμε με μέλι και τις πασπαλίζουμε με κανέλλα... 


Βήμα αυτοσυγκράτησης: Σερβίρισμα

Βήμα τελικόν: Τους την πέφτουμε, σεκλετισμένοι και/ή όχι

Καλή σας όρεξη

Αντί για μέλι, υπάρχει και η εκδοχή σιρόπι... 1 μέρος μέλι, 1 νερό κι ένα ζάχαρη...

Made in Lux ... η εγχώρια γιορτινή και
πανηγυριότικη σπεσιαλιτέ μας


αλλά υπάρχει και η εκδοχή πατάτα, όπου βλ. γεώμηλον ή πατάτα στη θέση των μήλων, κρεμμυδάκι στη θέση της ζάχαρης, 
πιπεράκι στη θέση της κανέλλας, άντε και λίγο μαϊντανός και/ή θυμάρι
λίγο αλατάκι παραπάνω
και 
τριμμένο τυράκι στη θέση του  μελιού...

και στη θέση της μηλομελόπιτας, η τηγανοπατατόπιτα!!!


Και όχι μόνο!!!

Τώρα είναι η ευκαιρία να βάλετε μπρος τις φαντασιώσεις σας, γλυκές ή πικάντικες! 
Τις απολύτως δικές σας φαντασιώσεις! 
Πραγματοποιήστε τες, όπως σας αρέσει εσάς... 
δηλ. με τα υλικά της αρεσκείας σας...



1 Ιανουαρίου 2014

Και του χρόνου... Σωστοί στο Μέτρημα...



2014 ευχές
και με κάθε ευχή κι ένα φιλί σάς στέλνω...

Κι είναι αυτή η ευχή -η δική μου, η δική μου, η μια-

να είστε όλοι σας καλά κι όλοι σας ακόμα καλύτερα!
Τις υπόλοιπες κάντε τες εσείς... 
κι ευχηθείτε... ότι επιθυμείτε...


Κι έτσι για να ξέρετε και για αποφύγετε τις υπερβάσεις...

2014 : 365 = 5,517 ευχές τη μέρα σάς αναλογούν!

΄Οπερ κανονίστε και μην το παρακάνετε! 

Α, εεε... παραλίγο να το ξεχάσω! 
Κοπιάστε καλέ, να δώσουμε τόπο στο έθιμο... 


Το φλουρί του καταστήματος πάει, στο πρώτο πρωτοχρονιάτικο σχόλιο!!!
Ε, ναι!!!


΄Αιντε και να κόψουμε την πίτα μας! Α πα πα!!! ΄Ετσι χωρίς πίτα, θα ήμασταν; Γίνεται; Δεν γίνεται!


Καλά σας φετινά βράδια
Ε.-

"Μπρε κόρη μου... τι να τις κάμεις τις πολλές ευκές; Τι να ευκηθείς παραπάνω απ΄αυτό που ευκόταν όταν ο πάππος μου... Μια και καλή ευκή, για όλους μας είχε... την ίδια πάντα κι άλλο πράμα όχι... 

Εκοιτούσε ένα γύρω του... εκαλοσύνευε, ήπιανε το ποτήρι, το εσήκωνε κι εσήκωνε μαζί φωνή για ν΄ακούσουν όλοι ως πέρα... κι ως πάνω την ήστελνε... για ν΄ακούσει ο ΄Ενας ....

ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΩΣΤΟΙ ΣΤΟ ΜΕΤΡΗΜΑ!!! 

ενώ "να δώσει ο Θιός" εμουρμουρούσε... 

Ε, κι ύστερα εσκουντρούσε με τους αποδέλοιπους μουρμουρίζοντας πάντα το ίδιο ... "ένα σκούντρισμα φτάνει... στο πρώτο... δεν θα επεράσουμε την ώρα μας να σκουντρούμε και να ματασκουντρούμε... είμαστε και κάμποσοι...  

μα σε γιορτάδες μέρες καλή ώρα, μα σε λύπες, μα σε γάμους... την ίδια ευκή ήδινε...
και του Χρόνου  Σωστοί στο Μέτρημα..."
Αγαπούσε ακόμη να ψιθυρίζει σαν ήπινε την τσικουδιά ή το κρασί του  "Γιασασίν Γιουνανιστάν", Ζήτω η Ελλάδα... πάντα μετά την πρώτη γουλιά...
Την πρώτη γουλιά του στην ήπινε στην υγειά της οικογένειας... στην υγειά όσων καθόσαντε στο τραπέζι... τη δεύτερη την είχενε για την Ελλάδα... έτσι μας ήλεγε... έτσι μας εζήτανε να κάνομε κι εμείς σαν δε θα ήτο πια κοντά μας... 

"Να πίνετε μπρε την πρώτη γουλιά σας στην υγειά σας και στην υγειά των εδικών σας... τη δεύτερη να την εκατεβάζετε στ΄όνμα της πατρίδας ..." ... όπως το κάμει ο κύρης σου κόρη μου... και κάθε φορά που το κάμει... εγώ γυρίζω πίσω σ΄εκείνες τις χαρές... σ΄εκείνες τις λύπες... σ΄έκείνον τον τόπο τον εδικό μας...

Ακόμα και μοναχός σαν ήπινε ο παππούλης μου την τσικουδιά του σκουντρούσε το ποτήρι του για στο πιατελάκι για στην άκρια του τραπεζιού ... Γιασασίν Γιουνανιστάν... εψιθύριζε... του ήρεσε να πίνει μια κάθε γέρμα... στην ξεκούραση της μέρας...

"Μέχρι που έφτασε εκείνος ο ανάποδος ο χρόνος... 
κι από κει κι έπειτα... δεν εσκουντρούσαμε για καιρό... 
όσο για το μέτρημα... 
τι να εμετρήσεις κόρη μου... ήτονε τόσοι πολλοί αυτοί που ήλειπαν... τόσοι πολλοί..."





Τα κάλαντα της Προσφυγιάς. Ειρήνη Μπογιατζή








28 Δεκεμβρίου 2013

Μας τα ΄παν άλλοι...

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά...


Σίγουρα όταν πρωτάρχισα να τα τραγουδώ, δεν είχα δώσει καμιά σημασία στη σημασία τους. 
Κι άρχισα να τα τραγουδώ μικρή, μια σταλιά. Τα χαιρόταν πολύ ο πατερούλης μου κι ήταν εκείνος ο πρώτος που έτρεχα για να τα πω. Αγαπούσε να του τα λέω εγώ πρώτη κι εγώ δεν του χάλαγα το χατήρι. Στην αρχή-αρχή τα ΄λεγα μόνο σε ΄κείνον. Μετά ανακάλυψα το χαρτζιλίκι! ΄Υστερα, στα μεγαλύτερά μου και χάρη στη γιαγιά μου, άρχισε να μετράει η παράδοση και το έθιμο! Ε, και μαζί με το έθιμο ήρθε -λόγω ηλικίας- και το ερωτηματικό! Τα λόγια της Αρχιμηνιάς και της Αρχιχρονιάς άρχισαν να μου ηχούν στ΄αφτιά παράξενα, ακαταλαβίστικα.  Ρώτησα τη γιαγιά μου την καλή  αν ξέρει να μου πει, μόνο που δεν ήξερε... 


Με κοίταξε παραξενεμένη κι είπε απλά 
"΄Ετσι τα ΄μαθαμε κόρη μου, κι έτσι τα ετραγουδούσαμε... "

Κι όμως υπάρχει μια εξήγηση τόσο γλυκιά όσο και περίεργη!!!
Κάποτε τη βρήκα και τη χάρηκα! Προχθές την ξαναβρήκα και σήμερα είπα να τη μοιραστώ μαζί σας.

Για να δούμε λοιπόν

Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά / Ψηλή μου δεντρολιβανιά (*)

Κι αρχή καλός μας χρόνος / Εκκλησιά με τα' άγιο θόλος (*)

Άγιος Βασίλης έρχεται / Και δε μας καταδέχεται (*)

Από την Καισαρεία / Συ είσ' αρχόντισσα κυρία (*)

Βαστάει πένα και χαρτί / Ζαχαροκάντυο ζυμωτή (*)

Χαρτί-χαρτί και καλαμάρι / Δες και με το παλικάρι (*)



Η "ασυναρτησία" λοιπόν εξηγείται ως εξής: 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο Βυζάντιο. Εκείνα τα χρόνια οι φτωχοί και χαμηλής κοινωνικής τάξης άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα να μιλούν στους πλούσιους και στους αριστοκράτες παρά μόνο στις γιορτές όπου απλώς μπορούσαν μόνο να τους απευθύνουν ευχές.

Κάποιος νεαρός ταπεινής καταγωγής όμως, ήταν ερωτευμένος με μια αρχοντοπούλα!

Επειδή δεν ήταν κοινωνικά αποδεκτό να την πλησιάσει παρά μόνο κατά την περίοδο των εορτών και μόνο για να της απευθύνει ευχές, αποφάσισε ανάμεσα στα κάλαντα του Μεγάλου Βασιλείου να εντάξει και ένα ερωτικό ποίημα που είχε συνθέσει για χάρη της! 

Αρχίζει λοιπόν και βάζει ενδιάμεσους στίχους, τους δικούς του αφιερωμένους στην αρχοντοπούλα στίχους, αναμεταξύ των κανονικών στίχων, εδώ, οι έντονοι και με τα αστεράκια. 

Αυτό τον μοναδικά έξυπνο και μοναδικό γλυκό τρόπο βρήκε ο ερωτευμένος νεαρός! Και μ΄αυτόν τον τρόπο και τα κάλαντα θα έλεγε ακολουθώντας τους κοινωνικούς κανόνες αλλά και συνάμα θα παίνευε την καλή του ... !!!

Την αποκαλεί ψηλή, σαν δεντρολιβανιά.

Επειδή φορούσε ένα από τα ψηλά τα κωνικά καπέλα με το τούλι στην κορυφή, την παρομοιάζει με Εκκλησιά με το Άγιο θόλος (θόλος εκκλησίας).

Της λέει ότι δεν τον καταδέχεται (ο Άη Βασίλης δεν έχει να κάνει!) γιατί είναι αρχόντισσα κυρία.

Τέλος κλείνει με τις γαλιφιές !!! Την λέει ζαχαροκάντιο ζυμωτή, δηλαδή φτιαγμένη από ζάχαρη (γλυκιά μου) και την παρακαλεί να του ρίξει μια ματιά.

(΄Αραγε το κατάλαβε η καλή του;)

Αυτά είναι λοιπόν τα Κάλαντα, τα "παράδοξα" γεννημένα Κάλαντα, που πέρασαν από γενιά σε γενιά και έγιναν τα πιο διαδεδομένα σε όλο τον ελληνικό χώρο !!!

Κι αυτή είναι η γλυκιά και όμορφη εξήγηση που κρύβουν τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς... γι΄αυτούς που πιθανόν να είχαν ερωτηματικά!!!



Καλά σας βράδια
Ε.-




Σ΄αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε
πέτρα να μην ραγίσει

Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού
χίλια χρόνια να ζήσει…