24 Οκτωβρίου 2018

Mark Lex Eros - 1922 - Ο μεγάλος ξεριζωμός των Ελλήνων (Documentary)


5 Οκτωβρίου 2017

Κάλλιο ένα χρόνο κόκορας παρά σαράντα κότα........................................









Οι ανάξιοι, ανάξιους νόμους ψηφίζουν!
Και τσάμπα νόμους...
ψηφίζουν για το τσιγάρο, το γάμο των ομοφυλόφιλων, την αλλαγή φύλου
ψηφίζουν νόμους που δεν τους στοιχίζουν τίποτα...
να ψηφίσουν για περισσότερα υγεία, σχολειά και νοσοκομεία ούτε λόγος...
Αυτά όμως θέλουν λεφτά!
«ν· αδειάσουν τις τσέπες τους;
να δώσεις τα κλεμμένα απ΄το λαό στο λαό, σκέκει; Δε στέκει !!!
Η ΝΔ έκλεβε κι έδινε...
Το ΠΑΣΟΚ έκλεβε κι έδινε...
Το ΣΥΡΙΖΑ κλέβει και κλέβει ... 

Καλά σας βράδια
Ε.-
Να ζήσεις Τσιάρτα!!!
Επιτέλους! Να κι ένας που δεν θέλει να αρέσει!!!!!!!!!!

 

 

Περήφανη παρακολουθώ το χάλι τους, το χάλι σας, το χάλι μας ... τα χάλια μας !!!
Μετά τα χθεσινά χάλια, έχω τις εξής 10 απορίες...
τις ακόλουθες εννιά - με βασικές τις ακόλουθες οκτώ ... .
- Η αλλαγή φύλου θα είναι δωρεάν ή θα στοιχίζει μια περιουσία; «Μπορεί π.χ. να ήταν και κρατική παροχή»
- Οκ στα 15... και μετά τα 15; Πόσες φορές; Και κάθε πόσα χρόνια;


- Και μετά τα 65;

- Να υποθέσω ότι, το πληροφορικό σύστημα των δημοτολογίων, μαιευτηρίων, κλινικών, νοσοκομείων, αστυνομικών τμημάτων, ΙΚΑ και νεκροταφείων, είναι έτοιμα για την «αλλαγή»; Το taxis.net ; Αλλιώς θα μπαίνεις κι αλλιώς θα βγαίνεις... να μην ρωτήσω;


- Τα έξοδα αλλαγής θα εμπίπτουν στο πόθεν έσχες ή δεν θα φορολογούνται;
- Το Τμήμα Ταυτοτήτων και Διαβατηρίων ενήμερο και ενημερωμένο;


- Με το ΑΜΚΑ τι θα γίνει;


- Με τον ΕΝΦΙΑ; ΄Οσοι έχουν 3 θα πληρώνουν για 3;
- Εμείς, οι εκδοτικοί οίκοι, τα ελληνικά λεξικά, το google.gr, τι όρους θα χρησιμοποιούν στα λήμματα ... οικογένεια, μάνα, πατέρας, αδερφός, αδερφή, θείος, θεια, παππούς, γιαγιά; Γιατί που ξέρετε... αν όλοι αυτοί ήθελα να αλλάξουν φύλο αλλά δεν πρόλαβαν το νομοσχέδιο;


- Εδώ στα 15 δεν μπορούν ν· ανοίξουν λογαριασμό στην Τράπεζα!
ΜΠΟΡΟΥΝ όμως να επιλέξουν "αλλαγή φύλου"!!!!!!!!!!!!!!!!!

1974 - Κι όμως, ασυζυτητί πιο επίκαιρο από ποτέ! 
Σε τι κόσμο, μπαμπά, μ’ έχεις φέρει να ζήσω,
δε μου κάνει, «η» μαμά, επιστρέφεται πίσω,
....................
σε τι κόσμο, μπαμπά, μ’ έχεις φέρει να ζήσω,
με στενεύουν λουριά, πώς να τον συνηθίσω.

Τόσος κόπος γιατί, τόσο αίμα και δάκρυ
να μπορούσα με κάτι να τον κάνω καπνό,
όλα τέλειωσαν πια, όλα πήγαν χαμένα,
ένα μένει σ’ εμένα, να του βάλω φωτιά.

Ω! τι κόσμος μπαμπά, ποιοι τον σκάρτεψαν τόσο
να `ναι όλα στραβά, τον πουλώ όσο-όσο,
κάνε κάτι μπαμπά, δεν αντέχω, θα φύγω,
είναι κρίμα μαμά, άλλαξέ τον και λίγο... τον μπαμπά
 
΄Αι σιχτίρ.... στο τέλος δεν θα ξέρουμε καν πια με «τι» πηδιόμαστε !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Λες, να πέρασαν την αλλαγή φύλου, ως μέτρο καταπολέμησης της παιδοφιλίας;;; 
Χαίρετε...





























3 Ιουνίου 2016

΄Οποιος σκορπάει τον καιρό... δεν τον αναμαζεύει ...


Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες




Από τον Ιούλιο του 1922, για την είσοδο προσφύγων στην Ελλάδα χρειαζόταν ειδική άδεια |
Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2000)

17.04.2016, 10:00 -  Εφημερίδα των Συντακτών
Συντάκτης: Τάσος Κωστόπουλος
      
«Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα»

Αριστείδης Στεργιάδης (ύπατος αρμοστής Σμύρνης), καλοκαίρι 1922




Χιλιάδες απελπισμένοι πρόσφυγες συνωστίζονται στις μικρασιατικές ακτές, προσπαθώντας να περάσουν με κάθε μέσο στα νησιά για να γλιτώσουν από τη φωτιά και το μαχαίρι ενός αδυσώπητου πολέμου που μετέτρεψε την πατρίδα τους σε κόλαση.



Παρά τα εύλογα ανθρωπιστικά ανακλαστικά, η προοπτική μονιμότερης εγκατάστασης των προσφύγων στη χώρα μας προκαλεί έντονη ανησυχία σε πολλούς γηγενείς, που φοβούνται πως οι επήλυδες Ασιάτες θα αποτελέσουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, θα αποσπάσουν για την επιβίωσή τους μερίδιο από τους αποψιλωμένους δημόσιους πόρους και, με τα αλλότρια ήθη και έθιμά τους, θα θέσουν σε δοκιμασία τον πατροπαράδοτο πολιτισμό του τόπου· μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότεροι αποφαίνονται πως η χρεοκοπημένη Ελλάδα «δεν χωράει» άλλους ξενομερίτες. Κάποια στιγμή, οι πύλες της ελληνικής επικράτειας σφραγίζονται θεσμικά με μια έκτακτη, δρακόντεια νομοθεσία. Κατ’ ιδίαν, ένας υψηλόβαθμος κρατικός λειτουργός δεν θα διστάσει μάλιστα να αποφανθεί πως οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες θα ήταν καλύτερα να σφαγούν από τον εχθρό, παρά να θέσουν σε δοκιμασία την κοινωνική συνοχή της ελλαδικής κοινωνίας. Η παραπάνω περιγραφή δεν αφορά τους σημερινούς Σύρους ή Αφγανούς πρόσφυγες, αλλά τους Μικρασιάτες ομολόγους τους πριν από ένα σχεδόν αιώνα.



Μπορεί η έλευση των τελευταίων να έχει εξωραϊστεί από την επίσημη και εθνικά ορθή ιστοριογραφία ως «υποδοχή» (ή και «παλιννόστηση») των κυνηγημένων ομογενών στη νέα τους πατρίδα, τον ματωμένο όμως εκείνο Αύγουστο του 1922 η στάση του ελληνικού κράτους θύμιζε περισσότερο την απροθυμία της σημερινής Ευρώπης να απορροφήσει τα κύματα των απελπισμένων που καταφέρνουν να φτάσουν μέχρι εδώ από τα σφαγεία της Μέσης Ανατολής.

Τις παραμονές μάλιστα της Καταστροφής, απαγορεύτηκε με νόμο η είσοδος Μικρασιατών προσφύγων στη χώρα· επίδειξη «ρεαλισμού» μοιραία για χιλιάδες ανθρώπους, τους οποίους το ίδιο ακριβώς κράτος θα καταχώριζε λίγο αργότερα υποκριτικά στις δέλτους των «εθνομαρτύρων».
Η ποινικοποίηση της προσφυγιάς



Το τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου που εισηγείται την απαγόρευση εισόδου των «ομογενών» Μικρασιατών στην Ελλάδα (24.8/6.9.1922) | ΓΑΚ - ΑΡΧΕΙΟ Π.Γ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ


Ηταν 20 Ιουλίου 1922, όταν με ομόφωνη απόφαση της ελληνικής Βουλής δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νόμος 2870 «περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις τους Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής» – το πρώτο νομοθετικό κείμενο της ελληνικής ιστορίας με το οποίο απαγορεύτηκε η είσοδος «λαθρομεταναστών» και προσφύγων στη χώρα.

Το πρώτο άρθρο του νόμου, που υπογράφεται από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας Λουκά Κανακάρη Ρούφο και τον υπουργό Δικαιοσύνης Δημήτριο Γούναρη, διακηρύσσει ότι στο εξής «απαγορεύεται η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφ’ όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων ή διά των εγγράφων των εκάστοτε οριζομένων διά Βασιλικών διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των επί των Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Περιθάλψεως Υπουργών».



ΓΑΚ - ΑΡΧΕΙΟ Π.Γ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
        
Παρά τη γενική του διατύπωση, ο νόμος στόχευε στο κλείσιμο των συνόρων ειδικά για τους Ελληνες της Μικρασίας και του Πόντου – τη μόνη κατηγορία ανθρώπων που ήταν άλλωστε διατεθειμένη να «αποβιβαστεί ομαδόν» στο εμπόλεμο και καταχρεωμένο ελληνικό βασίλειο.

Το προηγούμενο δίμηνο, χιλιάδες Πόντιοι είχαν καταφτάσει «απρόσκλητοι» στον Πειραιά και κλειστεί στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγ. Γεωργίου στο Κερατσίνι, όπου πέθαιναν σαν τις μύγες από τον συνωστισμό και τις αρρώστιες· η τελευταία παρτίδα, 4.500 άτομα, είχε έρθει από το Νοβοροσίσκ μόλις πριν από μια βδομάδα (12/7/1922).

Αντιμέτωπη με τον πανικό των ντόπιων για ενδεχόμενη μετάδοση μολυσματικών ασθενειών, η κυβέρνηση είχε ήδη εξαγγείλει (9/6/1922) τη μετατροπή της Μακρονήσου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και «απολύμανσης» προσφύγων (βλ. «Ιός», 16/5/2015).

Ο Ν. 2870 δεν ήταν παρά η λογική προέκταση αυτών των μέτρων, απέναντι στο προσφυγικό τσουνάμι που διαφαινόταν στον ορίζοντα.

Η θέσπισή του δεν απείχε ούτε μήνα από την αναμενόμενη τελική επίθεση του Κεμάλ και την προβλεπόμενη κατάρρευση του μετώπου.

Το άρθρο 2 προέβλεπε δρακόντειες ποινές για τους «δουλεμπόρους» της εποχής, που μετέφεραν στην Ελλάδα πρόσφυγες από τη Μικρασία:

«1. Πας πλοιοκτήτης, πράκτωρ, πλοίαρχος ή άλλο οιονδήποτε μέλος του πληρώματος πλοίου τινός, όστις ήθελεν αναλάβη, διευκολύνη ή δεχθή την εις Ελλάδα μεταφοράν των περί ων η εν τω άρθρω 1 απαγόρευσις προσώπων τιμωρείται διά φυλακίσεως έξ τουλάχιστον μηνών και διά χρηματικής ποινής από τρισχιλίων μέχρι δεκακισχιλίων δραχμών δι’ έκαστον κατά παράβασιν του παρόντος νόμου μεταφερόμενον πρόσωπον.

2. Προκειμένου περί πλοιάρχου ή άλλου μέλους του πληρώματος, η καταδικαστική απόφασις δύναται ν’ απαγγείλη εις βάρος του ενόχου και την οριστικήν ή προσωρινήν στέρησιν του δικαιώματος της παρ’ αυτού ασκήσεως του ναυτικού επαγγέλματος».

Οσο για το όργανο του «εγκλήματος», αυτό δεν κατασχόταν μεν (όπως συμβαίνει σήμερα), αχρηστευόταν όμως προσωρινά βάσει του άρθρου 3:

«Το ενεργήσαν την παράνομον μεταφοράν πλοίον θεωρείται υπέγγυον διά την πληρωμήν της κατά το προηγούμενον άρθρον ποινής, υποχρεουμένης της λιμενικής αρχής να μη επιτρέπη τον απόπλουν αυτού μέχρι της οριστικής και τελεσιδίκου εκδικάσεως της υποθέσεως».

Ο Ν. 2870 αποτέλεσε καθοριστική τομή στην αντιμετώπιση των Μικρασιατών από το ελληνικό κράτος.

Μέχρι τότε, μια εγκύκλιος του αρχιστράτηγου Αναστασίου Παπούλα (22/4/1921) απαγόρευε την αποδημία από την ελληνική ζώνη κατοχής, για στρατολογικούς καθαρά λόγους, μόνο στους άρρενες «Οθωμανούς υπηκόους Ελληνες το γένος» ηλικίας 18-37 ετών.

«Η Υπηρεσία Εκδόσεως διαβατηρίων της Υπάτης Αρμοστείας» Σμύρνης, διαβάζουμε εκεί, «εκανόνισε την λειτουργίαν αυτής, ώστε να μη εκδίδη διαβατήριον άνευ σημειώματος της Αστυν. Αρχής και θεωρήσεως της Στρατιωτικής Υπηρεσίας ότι επιτρέπεται η αναχώρησις» του ενδιαφερόμενου· επιπλέον, «οι επιτετραμμένοι Αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί, κατά την αναχώρησιν των πολιτών θα ζητώσι την θεώρησιν της Στρατ. Αρχής επί της αδείας αναχωρήσεως».

Εξίσου ρητά όμως η ίδια εγκύκλιος ξεκαθάριζε ότι παρόμοια «θεώρηση» (βίζα) δεν απαιτείται «εφ’ όσον προφανώς πρόκειται περί μη στρατευσίμων (π,.χ. αναπήρων, ηλικιωμένων κ.λπ.)» (Αρχείο Υπατης Αρμοστείας Σμύρνης, φ. 80, έγγρ. 12-14).

Αντίθετα, με τον νόμο που ψηφίστηκε τις παραμονές της Καταστροφής, οι πύλες της Ελλάδας έκλειναν για κάθε πρόσφυγα, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας.

Η σκλήρυνση αυτή υπαγορεύτηκε, ενόψει της επικείμενης κατάρρευσης του μετώπου, από «εθνικούς», κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους.

Οι ελληνορθόδοξοι Μικρασιάτες ήταν χρήσιμοι ως εθνολογικό προγεφύρωμα του ελληνικού κράτους στις αλύτρωτες πατρίδες, ανεπιθύμητοι όμως ως συμπολίτες, καθώς το κοινωνικοπολιτικό προφίλ τους απέκλινε από τα κυρίαρχα στερεότυπα της μητέρας πατρίδας.

«Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα», φέρεται λ.χ. να δήλωσε ο ίδιος ο ύπατος αρμοστής της Ελλάδας στη Σμύρνη, Αριστείδης Στεργιάδης, λίγο πριν από την Καταστροφή (Γρηγόριος Δαφνής, «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», Αθήνα 1997, σ. 31), ενώ ακόμη σαφέστερος ήταν ο πρίγκιπας Ανδρέας, σε προσωπική επιστολή του προς τον Ιωάννη Μεταξά (Σμύρνη 19/12/1921):

«Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι εδώ Ελληνες, εκτός ελαχίστων. Επικρατεί Βενιζελισμός ογκώδης. Θα ήξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψη όλους αυτούς τους αχρείους, οι οποίοι φέρονται ούτω κατόπιν του φοβερού αίματος όπερ εχύσαμεν εδώ. Αίματος της Παλαιάς Ελλάδος δε, διότι όλα τα παιδιά των οπωσδήποτε καλυτέρων οικογενειών των ενταύθα υπηρετούν εις τα μετόπισθεν, αλλοίμονον δε αν οιονδήποτε τμήμα ευρεθή σχηματισμένον μόνον από Μικρασιάτας και ενώπιον του εχθρού!»

Βίζες ζωής και θανάτου

Βίζες με το σταγονόμετρο, για να μη δημιουργηθεί «προσφυγικό ζήτημα»... | Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, Ελλάδα 20ός αιώνας. Οι φωτογραφίες (2000)



Η εθνικόφρων ιστοριογραφία περί Μικρασιατικής Καταστροφής αποφεύγει συνήθως κάθε αναφορά στον Ν. 2870. Για την πρακτική εφαρμογή του υπάρχουν όμως πρωτογενή τεκμήρια και άκρως διαφωτιστικές μαρτυρίες.

Στα δημοσιευμένα απομνημονεύματα του Βασίλη Κουλιγκά παρατίθεται π.χ. φωτοτυπία μιας τέτοιας οικογενειακής άδειας που εκδόθηκε και θεωρήθηκε από το Φρουραρχείο Κίου, στην Προποντίδα, κατά το τελευταίο διήμερο της εκεί παρουσίας των ελληνικών αρχών (25-26.8.1922).

Το (τυποποιημένο) έγγραφο πιστοποιεί πως «επιτρέπεται η αναχώρησις των κάτωθι» προσώπων, φωτογραφία των οποίων επισυνάπτεται, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα πως «ο κάτοχος του παρόντος οφείλει να παρουσιασθή εντός είκοσι τεσσάρων ωρών εις τας Στρατιωτικάς αρχάς του τόπου αφίξεώς του» – εν προκειμένω, της Κωνσταντινούπολης («Κίος 1912-1922. Αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη», Αθήνα-Γιάννινα 1988, σ. 13-14).

Συγκλονιστική είναι η προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα, που συνοδεύει το ντοκουμέντο.

Πληροφορούμενοι από τις τουρκικές εφημερίδες την προέλαση του κεμαλικού στρατού, γράφει, κάποιοι συγγενείς τους στην Πόλη:

«Εναύλωσαν ένα μικρό βαποράκι (ρεμουλκό) με αγγλική σημαία, το οποίο στείλανε να μας παραλάβει.

Το πλοίο έφτασε την 25η Αυγούστου αλλά για να μας επιτραπεί η αναχώρηση έπρεπε να βγάλουμε “Αδεια Αναχωρήσεως” από το Ελληνικό Φρουραρχείο, την οποία και βγάλαμε. Θα φεύγαμε τέσσερα άτομα από την οικογένειά μας. Η μητέρα μου, τα δυο αδέλφια μου κι εγώ. Ο πατέρας μου θα έμενε εκεί και θα ανέμενε να του στείλουμε μεγάλο μεταφορικό μέσο από την Πόλη στο οποίο θα φόρτωνε τα υπάρχοντά μας (είδη του σπιτιού και του μαγαζιού).

Την άλλη μέρα, 26 Αυγούστου 1922, ύστερα από θεώρηση της Αδείας από το Λιμεναρχείο και αφού το πλοίο παρέλαβε και μερικές άλλες συγγενικές οικογένειες, σήκωσε άγκυρα με κατεύθυνση πρώτα το εκεί κοντά ελληνικό χωριό Λιγουμούς (Ελιγμοί), όπου μας ανέμενε μια ακόμη οικογένεια (οικογένεια Αλκινιάδη-Λουκά Ψαλτίδη) για να επιβιβαστεί κι αυτό με ίδιο προορισμό, την Κωνσταντινούπολη.

Ομως ποια έκπληξη μας περίμενε! Η οικογένεια εκείνη δεν εφρόντισε να βγάλει Αδεια Αναχωρήσεως. Δεν φανταζότανε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις χρειαζότανε άδεια για να γλυτώσει από τη σφαγή. Ετσι, όταν πλησιάσαμε στην αποβάθρα όπου μας ανέμενε με τις αποσκευές της, για να την παραλάβουμε, τα Λιμενικά όργανα δεν επέτρεψαν την αναχώρηση χωρίς άδεια.

Η άδεια έπρεπε να βγει από το Φρουραρχείο της Κίου διότι φρουραρχείο δεν υπήρχε στο χωριό. Και για να γίνει αυτό, δηλαδή να πάνε στην Κίο, χρειαζότανε μια μέρα.

Αρχίσανε τα παρακάλια. Παρακαλούσαν τη Λιμενική φρουρά, που αποτελείτο από πεζοναύτες, να τους επιτρέψει να φύγουν. Αυτοί, όμως, ανένδοτοι. “Εμείς είμαστε απλά όργανα και εκτελούμε διαταγές”, λέγανε. “Δεν επιτρέπεται η αναχώρηση χωρίς άδεια”. Φυσικά, τα κατώτερα εκείνα όργανα εκτελούσαν διαταγές της προϊσταμένης τους Αρχής και προϊσταμένη Αρχή ήταν το Φρουραρχείο της Κίου, που εκτελούσε διαταγές της Κυβέρνησης. Ετσι, το πλοίο έφυγε αφήνοντας την οικογένεια εκείνη στην παραλία της Μικράς Ασίας, για να υποστεί τις θηριωδίες των Τούρκων» (όπ. π., σ. 211-212).

Ζήτημα «κοινωνικής θέσεως»







Οντας εκτός ελληνικής επικράτειας, η Κωνσταντινούπολη δεν παρουσίαζε ως προορισμός ιδιαίτερες δυσκολίες για την έκδοση «αδείας αναχωρήσεως». Αυτό όμως δεν συνέβαινε και με την ίδια την Ελλάδα, τον φυσικό δηλαδή προορισμό του μεγαλύτερου μέρους των Μικρασιατών που ζούσαν στα παράλια του Αιγαίου. Εδώ η χορήγηση βίζας γινόταν με το σταγονόμετρο και με βάση ανομολόγητα αλλά πασιφανή κοινωνικά κριτήρια. «Λόγω της κοινωνικής μας θέσεως, είχαμε γνωριμίες στη Διοίκηση. Ημουνα πρόεδρος της Αδελφότητος Κυριών. Κατάφερα και έβγαλα διαβατήριο», εξηγεί χαρακτηριστικά μια Μικρασιάτισσα από το Αδραμύττι στους ερευνητές του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών («Εξοδος», τ. Α΄, Αθήνα 1980, σ. 229).



Αναλυτικότερος είναι στα δικά του «Ενθυμήματα» ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης (τ. Α΄, Αθήνα 1981, σ. 205-207). Στις 18 Αυγούστου 1922, διαβάζουμε, ένας οικογενειακός φίλος (ο αρχηγός πυροβολικού της ελληνικής στρατιάς, συνταγματάρχης Αθανασιάδης) ενημέρωσε εμπιστευτικά τον ίδιο και την αδερφή του πως «όλα χάθηκαν», συμβουλεύοντάς τους «να φύγουν το συντομότερο».

Η περιγραφή της διαδικασίας που ακολούθησε αποτυπώνει ευκρινώς τόσο τους μηχανισμούς της απαγόρευσης όσο και τα κριτήρια που πρυτάνευαν για την επιλεκτική παράκαμψή της: «Λέει στην αδερφή μου πως θα στείλει την άλλη μέρα ένα λοχαγό για να τη βοηθήσει να πάρει χαρτί από σχετικό γραφείο της Στρατιάς, το χαρτί που θα είχε ισχύ διαβατηρίου, για να της επιτραπεί να φύγει. “Αν πάτε μόνη σας δε θα τα καταφέρετε”, προσθέτει. [...] Στις 20 Αυγούστου, μαζί με το λοχαγό που έστειλε ο συνταγματάρχης Αθανασιάδης, πάμε να πάρουμε την άδεια. Φτάνουμε σ’ ένα στενό σοκάκι αδιαπέραστο από τον κόσμο που στριμωχνόταν για ν’ αποκτήσει το θαυματουργό χαρτί.

Κατορθώνουμε με τη βοήθεια του λοχαγού και με μεγάλη δυσκολία να μπούμε στο γραφείο.

Ενα μικρό δωμάτιο με δυο-τρία τραπέζια, άλλους τόσους φαντάρους κι έναν ανθυπολοχαγό, που σ’ όσους είχαν κατορθώσει να φτάσουν ώς αυτόν έβαζε διάφορες ερωτήσεις για ποιο λόγο ήθελαν να φύγουν. Βέβαια, με τη μεσολάβηση του λοχαγού, αμέσως δόθηκε η άδεια στην αδερφή μου.

ην άλλη μέρα της πήρα εισιτήριο για τον Πειραιά σε ακτοπλοϊκό της τακτικής γραμμής. Θα έφευγε στις 23 Αυγούστου τη 1 το μεσημέρι. Φτάνουμε στο λιμεναρχείο -στο κουμέρκι, καθώς το λέγαμε- κατά τις 11. Πάμε να μπούμε μα ένας υποκελευστής μας σταματά. Του δείχνω την άδεια.

Τη βλέπει και μας λέει: “Πρέπει να τη θεωρήσει αυτοπρόσωπα στο λιμενικό γραφείο”.

Κοιτώ, ήταν μια μπαράγκα όπου στριμώχνονταν φωνάζοντας πάνω από διακόσιοι άνθρωποι.

Του λέω, ούτε σε δέκα ώρες δε θα είταν κατορθωτό να το επιτύχει και του διευκρινίζω πως πρόκειται για τη γυναίκα ανωτέρου αξιωματικού που, καθώς έβλεπε, κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της. “Ο,τι και να κρατάει κι όποια νάναι, εγώ αυτή τη διαταγή έχω”.
Επιμένω. Αρνιέται. Τότε, νέος καθώς είμουνα και με την πεποίθηση πως μονάχα αν έφευγε εκείνη την ώρα θα έσωνε η αδερφή μου τη ζωή της, βγάζω το πιστόλι μου από την πίσω τσέπη του παντελονιού -φορούσα πολιτικά- και του λέω:

● Κάνε πέρα για να περάσει! Είμαι κι εγώ υπαξιωματικός του στρατού.

Ξαφνιάζεται και μου φωνάζει:

▸ Τρελλός είσαι;

● Σε ρωτώ, θα την αφήσεις ναι ή όχι να περάσει;

Διστάζει. Με κοιτάζει. Στο τέλος απαντά:

▸ Αν είναι να σκοτωθούμε, ας περάσει.

Πέρασε, μπήκε σε μια βάρκα κι ανέβηκε στο βαπόρι».
Αποτροπές και απαγορεύσεις

Εκτός από τον γραφειοκρατικό φραγμό διαβατηρίων, θεωρήσεων κ.λπ., η έλευση των προσφύγων στην Ελλάδα εμποδίστηκε, κατά τις κρίσιμες εκείνες ημέρες και ώρες της Καταστροφής, με μια σειρά ακόμη διοικητικά μέτρα: συνειδητή και διατεταγμένη αποσιώπηση της κατάρρευσης του μετώπου από τον τοπικό ελληνικό πληθυσμό, ακόμη και παρεμπόδιση των κατοίκων της ενδοχώρας να εγκαταλείψουν τις εστίες τους για τα παράλια.

«Καθησυχάσατε κατοίκους και απαγορεύσατε ομαδικήν τυχόν αναχώρησίν των. [...] Ανακοινώσατε περιεχόμενον παρούσης Υποδιοικούντα Ναζλή, όπως και ούτος καθησυχάσει κατοίκους περιφερείας του», διαβάζουμε σε διαταγή του γ.γ. της Αρμοστείας, Πέτρου Γουναράκη, προς τον υποδιοικητή Αϊδινίου (7/8/1922, αρ. 2578, Αρχείο Αρμοστείας, φ. 70, εγγρ. 114).

«Πρέπει να φροντίσητε να ενθαρρύνητε κατοίκους περιφερείας σας εμποδίζοντες αναχώρησιν τούτων», διατάσσει ο ίδιος τον αντιπρόσωπο Μουδανιών-Κίου στις 20 Αυγούστου, ενώ η ελληνική διοίκηση συσκευάζει πια τα αρχεία της για τη μεγάλη φυγή (Μιχαήλ Ροδάς, «Η Ελλάδα στη Μικράν Ασία», Αθήναι 1950, σ. 336).

«Χριστιανικός πληθυσμός κατελήφθη [υπό] πανικού [και] ζητεί [να] αναχωρήση [εις] Σμύρνην. Τον συγκρατούμεν και εμποδίζομεν αναχώρησιν», ενημερώνει στις 18 Αυγούστου τα κεντρικά ο υποδιοικητής Οδεμησίου, Καζαντζόγλου (φ. 70, εγγρ. 150)

Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2000)
       
Για την πρακτική εφαρμογή αυτής της παρεμπόδισης, εξαιρετικά εύγλωττες είναι κάποιες μαρτυρίες από τη συλλογή του ΚΜΣ:

◈ «Η χωροφυλακή έπιασε τις εξόδους. Δεν τους άφηνε να φύγουν και προσπαθούσε να τους καθησυχάσει» (σ. 27, Μαρία Χάππα απ’ το Τζιμόβασι).

◈ «Επειδή εγώ παρακινούσα τον κόσμο να φύγει, μ’ έπιασε ο υποδιοικητής, ο Ραπέσης, και μου είπε: “Τι είδατε και ξεσηκώνετε έτσι τον κόσμο;” Φώναξε και τον πατέρα μου και του είπε: “Πέσε στο γιο σου να σταματήσει, γιατί θα τον βάλω φυλακή”» (σ. 58, Αναστάσης Χαρανής από το Γκερένκιοϊ).

Η τηλεγραφική ανάκληση της διαταγής, κάτω από την πίεση των γεγονότων, ήρθε υπερβολικά αργά για πολύ κόσμο.

Ακόμη σοβαρότερες συνέπειες είχε η απαγόρευση του απόπλου από τα λιμάνια των ελληνικών νησιών, για να μην παραλάβουν πρόσφυγες.

«Εάν υπήρχε και η ελαχίστη στοργή προς τον πληθυσμόν θα εσώζοντο πολλαί χιλιάδες», παραδέχεται ο επικεφαλής της λογοκρισίας στη Σμύρνη, «διότι εις τους λιμένας Μυτιλήνης και Χίου είχον συγκεντρωθή περί τα πεντήκοντα εμπορικά ατμόπλοια, τα οποία έμενον ακίνητα, καθ’ ην στιγμήν οι κάτοικοι εζήτουν έστω και μίαν λέμβον διά ν’ αναχωρήσουν. Αλλά τα ατμόπλοια έμενον εκεί ακίνητα και αχρησιμοποίητα κατά διαταγήν της Κυβερνήσεως» (Ροδάς, 1950, σ. 366).

«Χιλιάδες κόσμος περίμενε στο λιμάνι [του Αϊβαλί] να ’ρθουν πλοία από την Ελλάδα», διαβάζουμε στις αναμνήσεις ενός πρόσφυγα από το Τσουρούκι.

Ηρθε ένα πλοίο. Ως στρατιώτης μπήκα μέσα. Τους πολίτες δεν τους άφηναν να μπουν· ήταν μόνο για το στρατό. Είχα χαρά που γλύτωσα και λύπη που άφησα πίσω τους δικούς μου. Ηταν οι τρεις αδερφάδες μου και ο μικρότερος απ’ όλους αδερφός μου. Στη Μυτιλήνη είχε πολλά καΐκια και καράβια. Θα μπορούσαν να πάνε στο Αϊβαλί να γλυτώσουν τον κόσμο, που μάταια τα περίμενε. Ο λιμενάρχης όμως της Μυτιλήνης δεν άφηνε να φύγουν τα πλοία. Βρήκα ένα καΐκι που έφευγε κρυφά για το Αϊβαλί. Είπα να το ναυλώσω να φέρω απ’ εκεί τους δικούς μου. Μου είπε κάποιος να μην πάω, γιατί μπήκαν Τσέτες στο Αϊβαλί» («Εξοδος», σ. 249).

Για το σκεπτικό αυτής της απαγόρευσης, αποκαλυπτικό είναι ένα επείγον τηλεγράφημα του γενικού διοικητή Χίου, Σταυρίδη, προς τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εσωτερικών, με ημερομηνία 6/9/1922 (24/8 με το παλιό ημερολόγιο), τρεις μέρες δηλαδή προτού τα κεμαλικά στρατεύματα καταλάβουν τη Σμύρνη:

«Από Κυριακής ήρχισαν αφικνούμεναι πολλαί οικογένειαι εκ Σμύρνης, ων εσπευσμένη εκείθεν αναχώρησις και απαισιόδοξοι αφηγήσεις διασπείρουσι τρόμον. Εισηγούμεθα γνώμην απαγορευθή προσωρινώς αναχώρησις εκ Σμύρνης απάντων κατοίκων ή τουλάχιστον ομογενών» (Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Π.Γ. Πρωθυπουργού, φ. 705).

Από τους πρόσφυγες που επέζησαν και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την εσωτερική λειτουργία της κρατικής ιεραρχίας, η ευθύνη για όλα αυτά θα αποδοθεί κυρίως στον (έτσι κι αλλιώς αντιδημοφιλή) ύπατο αρμοστή Στεργιάδη:

«Στις 24 Αυγούστου κατέβηκα στο Ακτσαϊ. Γεμάτο κόσμο. Μάταια περιμένουν οι άνθρωποι να φύγουν. Πού να ’ρθουν όμως πλοία! Ο εγκληματίας ο Στεργιάδης είχε δώσει εντολή να μην πάνε πλοία να πάρουν τους πρόσφυγες του Αδραμυττηνού κόλπου. Εγώ και άλλες δεκαεννέα οικογένειες, που είχαμε διαβατήριο, φύγαμε με το ατμόπλοιο “Καλλίπολις”. [...]

Στη Μυτιλήνη ήταν τριάντα καράβια στο λιμάνι· ανάμεσα σ’ αυτά, το υπερωκεάνειο “Μεγάλη Ελλάς”. Παρακαλούσαμε τις εκεί αρχές να φύγουν τα βαπόρια, να πάνε στον Αδραμυττηνό κόλπο, να πάρουν τον κοσμάκη που περίμενε στο Ακτσαϊ και στη Σκάλα του Κεμεριού. Ακαρπες οι προσπάθειές μας» («Εξοδος», σ. 229-230, μαρτυρία Αννας Παρή από το Αδραμύττι).

Κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη του Ν. 2870, κάποιοι Ελληνες καπετάνιοι θα προτιμήσουν έτσι να επιδοθούν, στις τραγικές εκείνες στιγμές, όχι στη διάσωση ανθρώπων αλλά σε ποινικά λιγότερο επιλήψιμες δραστηριότητες:

«Πηγαίνανε καΐκια, κλέβανε κατσίκια, πρόβατα, αλλά ανθρώπους δεν παίρνανε» (όπ. π., σ. 71, μαρτυρία Μαρίας Μπιρμπίλη από το Γιατζιλάρι της Ερυθραίας).
Εκκένωση δύο ταχυτήτων


Πρόσφυγες στο Θησείο (1922).



Η προστασία του «παραδοσιακού πολιτισμού» της Ελλάδας από τα «ανατολίτικα έθιμα» υπήρξε ένα από τα επιχειρήματα του αντιπροσφυγικού ρατσισμού | National Geographic, «1922 O μεγάλος ξερηζωμός» (2007)

Κάποια στελέχη της ελληνικής διοίκησης αισθάνθηκαν υποχρεωμένα να διασκεδάσουν εκ των υστέρων τις εντυπώσεις από τη στάση αυτή του εθνικού κέντρου.

«Ας μη λέγωμεν ότι “δεν μας είπαν” και “δεν μας άφησαν” να φύγωμεν από την Σμύρνην», αποφαίνεται χαρακτηριστικά ένας υπάλληλος της Αρμοστείας, στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε την 50ή επέτειο της Καταστροφής.

«Δεν υπήρχον πλοία διά να φύγωμεν, διότι όλο το κακό έγινε μέσα σε δέκα μέρες. Αλλά και αν ακόμη υπήρχον τα μέσα φυγής, θα εφεύγαμεν; Ή θα υπακούαμεν εις τα κελεύσματα του Μητροπολίτου και τας συστάσεις των Δημογερόντων και των προεστών, που όλοι έλεγον ότι ήτο ανεπίτρεπτος η φυγή και ότι το καθήκον μας επέβαλλεν να μείνωμεν;» (Μιχάλης Νοταράς, «Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν», Αθήναι 1972, σ. 66).

Πρόκειται, φυσικά, για προφάσεις εν αμαρτίαις. Για τον ίδιο τον συγγραφέα και τους ομοίους του πλοία «υπήρξαν», άλλωστε, «για να φύγουν», όπως πιστοποιεί η λεπτομερής εξιστόρηση της συντεταγμένης αποχώρησης του ελληνικού κρατικού μηχανισμού από έναν συνάδελφό του.



Πρόσφυγες στη Χίο- 1922 | Μ. ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ «Η Σμύρνη» (1979)
       
Η εκκένωση της Μικρασίας από τις ελληνικές αρχές διατάχθηκε μυστικά από την Αθήνα στις 18/8/1922, πέντε μέρες μετά την έναρξη της τουρκικής επίθεσης.

Την επομένη, ο ύπατος αρμοστής διέταξε τους αντιπροσώπους του στα μεγάλα αστικά κέντρα «να συσκευασθώσιν τα αρχεία» των υπηρεσιών τους κι οι υπάλληλοι να είναι έτοιμοι για αναχώρηση «εις πρώτην διαταγήν», τονίζοντας πως η διαταγή αυτή έπρεπε να κρατηθεί «απολύτως μυστική από [τον] πληθυσμόν».

Οι κατώτεροι υπάλληλοι της διοίκησης έφυγαν από τη Σμύρνη με τα πλοία «Αδριατικός» και «Ατρόμητος» στις 24/8, οι δε τραυματίες των στρατιωτικών νοσοκομείων με το υπερωκεάνιο «Πατρίς» στις 25/8· το ίδιο βράδυ, ο αρχιστράτηγος και το επιτελείο του μετακόμισαν στον στόλο και την επομένη ακολούθησαν οι ανώτεροι υπάλληλοι (με το «Νάξος») κι ο ίδιος ο Στεργιάδης (με αγγλικό σκάφος).

Την τελευταία στιγμή, «μετά πολλούς κόπους και παρακλήσεις», στα καράβια που είχε επιτάξει ο στρατός έγιναν επίσης δεκτοί οι διευθυντές και συντάκτες των τοπικών ελληνικών εφημερίδων.

Οι πρώτοι Τούρκοι αντάρτες μπήκαν στην πόλη το επόμενο πρωί (Ροδάς 1950, σ. 343-353).

Υπήρξαν περιπτώσεις που η διάκριση αυτή υπήρξε ακόμη πιο προκλητική.

Ο φρούραρχος Σμύρνης μετέφερε λ.χ. με την ησυχία του τα έπιπλά του σε επιταγμένο βαποράκι, ενώ υφιστάμενοί του εμπόδιζαν με εφ’ όπλου λόγχη τους πολίτες να επιβιβαστούν (Σπύρος Βλάχος, «Απομνημονεύματα», τ. Α΄, Αθήνα 1975, σ. 247-248).

Τόσο η φυγή όσο και η παραμονή επικαθορίστηκαν, άλλωστε, συχνά από καθαρά κοινωνικές παραμέτρους.

«Εκείνοι που είχαν χρήματα ή δικά τους πλεούμενα φεύγαν», θυμάται χαρακτηριστικά ένας πρόσφυγας από το Αϊβαλί. «Την άλλη μέρα φύγαν όσοι στρατιωτικοί είχαν μείνει και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Μάλιστα μας μίλησε ο λιμενάρχης και μας συμβούλεψε να μείνουμε στον τόπο μας και να προσπαθήσουμε να συμφιλιωθούμε με τους Τούρκους. Αρκετοί θέλαν να μείνουν, για να μη χάσουν τις περιουσίες τους. Σχημάτισαν τότε και πολιτοφυλακή για να τηρήσει την τάξη και να εμποδίσει όσους θέλαν να φύγουν. Μερικοί κατάφεραν και φύγαν κρυφά» («Εξοδος», σ. 94).
Θαλασσοπνιγμένα «σκυλιά»


Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2000)
        
Το ανθρώπινο δράμα των προσφύγων μπορεί να γεννά αυθόρμητα αισθήματα συμπόνιας, κάποιες ωστόσο ρατσιστικές φωνές δεν διστάζουν να το αναγορεύσουν ακόμη και «τεκμήριο» της κοινωνικής «επικινδυνότητάς» τους. Οι πρόσφυγες του ’22 δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση σ’ αυτό τον κανόνα, όπως διαπιστώνουμε από το μυθιστόρημα «Λεηλασία μιας ζωής» του Μεσολογγίτη εκπαιδευτικού Αντώνη Τραυλαντώνη, που κυκλοφόρησε το 1935: «Για όσους δεν είδαν τον ελληνικό κατακλυσμό του 1922, κάθε περιγραφή είναι περιττή. [...] Ας φαντασθούν ένα μεγάλο καράβι, παραφορτωμένο με επιβάτες, που πνίγεται μεσοπέλαγα, χωρίς βοήθεια, και σκορπίζεται στη θάλασσα, σκοινιά-μαδέρια. Πλήρωμα και επιβάτες πέφτουν στη θάλασσα. Με τα μάτια πεταμένα έξω, με κινήσεις σπασμωδικές, με φωνές, με θρήνους, με μουγκρητά, κυνηγούν ένα μεγάλο μαδέρι που πέρασε πλέοντας πλάγι τους. Ολοι θέλουν να κολλήσουν επάνω όσο μπορούν σφιχτότερα με την τελευταία ελπίδα για τη ζωή, και ο καθένας, με τα χέρια, με τα πόδια, με τα δόντια, με το κεφάλι, αγωνίζεται να σπρώξη τον άλλον, να τον θυσιάση, ο δούλος τον αφέντη, ο φίλος το φίλο, ο αδερφός τον αδερφό, ο εραστής την ερωμένη του, το παιδί τον πατέρα του, η μάνα το παιδί της, για να γλυτώση τη ζωή του αυτός. Γιατί όλα τα ανθρώπινα ένστικτα, όλα τα διδάγματα του πολιτισμού, της θρησκείας, της αρετής, όλα έχουν σβυστή με μιας από μια πνοή παντοδύναμη, από το αδάμαστο, το άγριο, το σκληρό και ανήλεο ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως. Ας φαντασθούν ακόμα σκυλιά, πλήθος σκυλιά ριγμένα σ’ ένα ξεροπήγαδο. Με λύσσα, με ουρλιάσματα, με δόντια και με νύχια, το καθένα αγωνίζεται για να σπαράξη το άλλο, για να ζήση αυτό, να παρατείνη λίγες ώρες την άθλια ζωή του, με τις σάρκες του συντρόφου του, του αδερφού του...



Τέτοια απάνω κάτω στυγερή εικόνα παρουσιάζονταν στον ταξιδιώτη από το λιμάνι ώς την Ομόνοια, και σ’ όλες τις πλατείες, τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, τα στενά, και πέρα, έξω από την πολιτεία, από τα πόδια του Υμηττού έως τα πόδια του Αιγάλεω».












Καλά σας βράδια
Ε.-








Χθες ...
Μια "μικρή" αρμένικη νίκη!
Γιατί οι Αρμένιοι κι αν εσφάχτηκαν κι αν ενικήθηκαν, κινούνται δεν κοιμούνται, κινήθηκαν κι  επιμένουν,  κάνουν πράξεις τα λόγια... δεν αλησμονούν...




Μια μικρή αρμένικη νίκη!
Γιατί, αν και πρόσφυγες κι αυτοί, γι΄αυτούς δεν ειπώθηκαν τα παραπάνω, δεν στάλθηκαν τα ανάλογα,  δεν συνωστίστηκαν  στα λιμάνια ...



Χθες, όπως θα τα μάθατε, ψηφίστηκε και αναγνωρίστηκε η γενοκτονία των Αρμενίων από τους Γερμανούς!  Η γενοκτονία των Ποντίων και των Ελλήνων της Σμύρνης θα αναγνωριστεί άραγε ποτέ από κάποιον, κάπου, κάποτε;







11 Μαΐου 2016

Οι βιολιτζήδες άλλαξαν...μα ο χαβάς ο ίδιος


"ΓΥΡΙΖΕ" ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
 ( Από την ποιητική συλλογή « Η Πολιτεία και η Μοναξιά» )

Το 1908, γι άλλη μια φορά, η Ελλάδα είναι ταπεινωμένη. Μετά την πτώχευση του Τρικούπη και την ήττα του παράλογου ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, οι δανειστές ελέγχουν την πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας. Ίντριγκες, ψέματα, φόροι και χαράτσια. Ο λαός πεινάει. Δεν υπάρχει καμία αισιοδοξία και ο Κωστής Παλαμάς γράφει το ποίημα «Γύριζε». Με δραματικό τρόπο περιγράφει την απόγνωσή του για την κατάντια της χώρας.


105 χρόνια μετά ο ποιητής είναι πιο επίκαιρος από ποτέ.

                                                              Γύριζε



Γύριζε, μη σταθείς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια
η Αλήθεια τόπο να σταθή για μια στιγμή δε θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη
κάθε σπαθί κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.
Από θαμπούς δερβίσηδες και στέρφους μανανταρίνους,
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρήδες! Χαρά στους Αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.
Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι
και Μαμμωνάδες βάρβαροι και χαύνοι λεβαντίνοι
λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
και οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!


                                                                              Κωστής Παλαμάς


Καλές σας μέρες

Ε.-


7 Μαΐου 2016

Πλούσιος είναι αυτός που δίνει, όχι αυτός που έχει...

Ντρέπομαι, δεν ντρέπομαι, ντρέπομαι, δεν ντρέπομαι, ντρέπομαι, δεν...
Ναι, ντρέπομαι που δεν σας ευχήθηκα για το Πάσχα
ντρέπομαι που εμφανίζομαι κι εξαφανίζομαι και δεν κρατώ το λόγο μου... 
ντρέπομαι που δεν είμαι συνεπής αλλά και δεν ντρέπομαι γιατί μεσολάβησαν τόσα πολλά και διάφορα μα και όλα δικά μου, που αν δεν άφηνα κάποια στην άκρη ακόμα θα ΄τρεχα. Κι όπως καταλάβατε, προτίμησα ν΄αφήσω το μαγαζί και να σας ευχηθώ ετεροχρονισμένα μιας και ήταν το ευκολότερο.

Τώρα λοιπόν που τα πολλά και διάφορα, σχεδόν τακτοποιήθηκαν -έτσι νομίζω- ελπίζω να ξαναγυρίσω στην καλή αρχή. Τότε που κρατούσα το μπακαλικάκι μου ανοιχτό με τα ρολά πάντα πάνω για να μπαίνει ο ήλιος να το ζεσταίνει, το φως να το φωτίζει και τ΄άστρα, το φεγγάρι κι οι αναμνήσεις να φτιάχνουν ονείρατα...

Δεν θα κάτσω τώρα να σας πω όλα τα "διάφορά μου". Θα σας πω μόνο πως πέρασα ένα Πάσχα λίγο περίεργο. Λίγο περίεργο γιατί ενώ θα το γιόρταζα στα πάτρια τελικά δεν... Και πολύ περίεργο γιατί όλα τα πατροπαράδοτα κι όλα τ΄αντέτια, τ΄ακόλουθησα και τα εκτέλεσα λίγο έως πολύ φύρδην-μίγδην κι αντίστροφα κι ανάποδα. Με λίγα λόγια άλλα έλεγαν τ΄αντέτια και τα έθιμα κι άλλα έγραφαν οι μέρες και τα καλεντάρια κι άλλα αντί άλλων έκανα εγώ!!! 

Κι όσο τα ΄κανα ανάποδα άλλο τόσο βέβαια μουρμούριζα, γκρίνιαζα και θυμόμουνα!

Θυμόμουνα...

"- Μπα σε καλό σου... κάτσε κάτω μωρ΄ κόρη μου... άιντε κάτσε να σου πω τις θύμησες και τις ιστορίες της Μεγάλης Γιορτής... 

"- Τα ΄χουμε πει νενέ μου... και τις ιστορίες και τ΄αντέτια..."

""Ναι κόρη μου... τα ΄χουμε πει και τα ΄χουμε ξαναπεί αλλά έχω κι άλλα να σου είπω... μόνο και πρώτα απ΄όλα θα σου ματαειπώ την ιστορία που μου ταράσσει την καρδιά... την ιστορία που μας έδωκε κουράγιο... που μας εβοήθησε ν΄αντέξουμε και να πάρουμε μπρος και να ματαρχίσουμε τη ζωή... γιατί εζούσαμε... εζούσαμε εκεί στον τόπο μας... κι ύστερα επεθάναμε σαν τον εχάσαμε και μετά αναστηθήκαμε χάρη στη Χάρη της... 

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ

Όταν σταυρώθηκε ο Χριστός η Παναγιά εκάθονταν στην παρηγοριά... στο τραπέζι δηλαδής που ακολουθεί μετά τις κηδείες... έξω απ΄ δω... και μιας στιγμής επέρασε από ΄κείθε μια καλογριά Καλή όπου την είδε και εσχολίασε... "Ποιος είδε γιο στο σταυρό και μάνα στο τραπέζι...". Η Παναγιά την ήκουσε κι εγύρισε και της είπε... "Σύρε, μάνα Καλή, μήτε να ψάλλεσαι... μήτε να λειτουργιέσαι... Αν κρεμαστώ εγώ, θα κρεμαστούν μανάδες κι αν πνιγώ εγώ, θα πνιγούν κι οι μάνες... Μονάχα κάθομαι στην παρηγοριά για να παρηγορηθούν όλες οι μάνες και οι μανάδες όλες...". Η μάνα Καλή ήφυγε μετανιωμένη, λυπημένη και για τούτο κόρη μου, ενώ υπάρχει Αγιά Καλή δεν λειτουργιέται... τούτη να είναι η παράδοση που ζωντανεύει κάθε Μεγάλη Παρασκευή... κι εζωντάνευε για μας κάθε ημέρα και κάθε ώρα μετά που  εχαθήκαμε κι εβρεθήκαμε εδώ... τούτη να η παράδοση μάς εκράτησε και μας ανάστησε... και δεν εκρεμαστήκαμε... "

"Αχ βρε νενέ, μου ΄ρχεται να κλάψω... κάθε φορά που μου λες αυτή την ιστορία μού ΄ρχεται να κλάψω..."

"Μπα σε καλό σου κόρη μου... πάλι τα ίδια κάμω... πάλι στενάχωρα λέω... σε στεναχώρησα κοκόνα μου ε; ... ε, δεν ήπρεπε... όσο κι αν το ζητά η βδομάδα, δεν ήπρεπε... έλα... θα σου πω άλλα τώρα... κάθισε...

"Να άκουε... την Κυριακή της Τυρινής, σε κάτι χωριά λέει κόρη μου... εκεί κοντά στο χωριό του μεγάλου παλιού εκείνου Δία ...Ολυμπία το λένε... ναι, άκουε... μας το είπενε ένας που ήτο από εκείνα τα μέρη και περαστικός κάποτε από τα μέρη μας τέτοιες μέρες- μας έιπενε λοιπόν πως η φαμίλια μαζεύονταν γύρω από τη στια και το τζάκι όπου εκεί θα εγίνοντο λέει, το ψήσιμο των αβγών... ήπαιρνε λέει η νενέ τη μασ(ι)ά κι ετραβούσε μπόλικη στάχτη και χόβολη όξω από τη μεγάλη φωτιά κι έκαμε μια μεγάλη ζεστή γραμμή... κι απάνω στη ζεστή γραμμή έβανε τ΄αβγά... μελετούσε ένα αβγό για τον καθένανε τους ... αρχίζοντας από τον μεγαλύτερό τους κι ήφτανε ως το μικρότερο... ύστερα επεριμένανε όλοι να "ιδρώσουν" και να σκάσουν τ΄αβγά...  οποιανού τ΄αβγό ξίδρωνε πρώτο... για τούτονε ελέγανε πως ήτο δουλευταράς ... ενώ εκείνουνε τ΄ αβγό που ήσκαγε... εσήμαινε γι΄αυτούς... πως ετούτουνε "εσκάγανε οι οχτροί του από τη ζήλεια και το κακό τους... είδες αντέτια που τα ΄χει ο κάθε τόπος ε κόρη μου; εμ, έτσι εδάς είναι...όπως το λέει κι η παροιμία... κάθε τόπος και αντέτι, κάθε φαμίλια και συνήθειες... μετά  την Τυρινή αρχινά η Σαρακοστή... σημάδι ήτονε τ΄αβγό... ήτονε το τελευταίο άρτυμα... εσφράγιζε τη νηστεία κι έπειτα έρχεται το κόκκινο αβγό της Λαμπρής να την αποσφραγίσει... ζωή βγαίνει απ΄το αβγό κοκόνα μου... γι΄αυτό και το ΄χουμε σημάδι της Λαμπρής... όπως ανασταίνεται και βγαίνει ο Χριστός μας από τον τάφο ξανά στη ζωή... έτσι βγάνει και τ΄αβγό ζωή... "

"κι έχουμε ένα σωρό αντέτια να ενθυμούμαστε και τιμούμε τη Λαμπρή πριν τη Λαμπρή... έχομεν το Σάββατο του Λαζάρου... ξέρεις το πως τα παιδιά εγύριζαν στα σπίτια και ήψελναν την Ανάσταση του Λαζάρου ναι; το ΄χομε πει... τώρα όμως πάει πια ... ξεχάστηκε αυτό τ΄αντέτι... χρόνια έχω ν΄ακούσω τα "Λαζαράκια" στη γειτονιά... που ΄ναι εκείνες οι νοικοκυρές τα φίλευαν με παστέλι και χαλβά, καρύδια κι αμύγδαλα τους τραγουδιστάδες του Λαζάρου... ακόμα και κουλούρια μ΄όψη Λάζαρου τους εφίλεβαν κι αβγά ανήψητα... επαίρνανε τα και τα επήγαιναν στη μάνα τους κι εκείνη τα έβανε μετά στολίδι στα τσουρέκια για στη ζύμη για τα κουλούρια... και μετά έρχεται η Κυριακή των Βαϊων... και πάλι τα παιδιά, μετά τον εκκλησιασμό εγύριζαν τη γειτονιά με καλαθάκια στο χέρι κι ετραγούδιζαν..."Βάγια, βάγια των βαγιών, τρώμε ψάρι και κολιό και την άλλη Κυριακή τρώμε το παχύ τ΄αρνί... πέρα όμως από μας, στον Πόντο και στο Καϊσερί έλεγαν άλλο "Βάι βάι και των Βαγιών, σεν κερκέλ κ'εμέν ωβόν" δηλ. εσύ το κουλούρι κι εγώ το αυγό... και φτου πάλι απ΄την αρχή... να ΄σου κι ήδινε η κάθε νοικοκυρά κουλούρι κι αυγό και κουλούρι... κάπου λέει, πως τα παιδιά κρατούσαν μαζί τους ένα σπάγκο κι εκεί περνούσαν τα κουλούρια που εμάζευαν ... κι ύστερα τα φορούσαν στο λαιμό σαν περιδέραιο... και μόνο τη Μ.Πέμπτη, κάθε οικογένεια ήβαφε με κρεμμυδόφυλλα ή με κόκκινη μπογιά τα αβγά... με τα κρεμμυδόφυλλα βαφόσαντε στο χρώμα του μελιού και της κανέλλας... και τους εβάναμε στολίδια... ξέρεις τώρα δα... τα φυλλαράκια των λουλουδιών τους εκολλούσαμε... όπως το κάμαμε τόσες φορές μαζί κόρη μου...πριν βράσουν στον τέντζερη... κάθε φαμίλια έβανε μέσα σε ένα καλαθάκι τόσα αυγά όσα ήταν οι άθρωποί της κι ακόμα ένα για την Παναγιά και ένα για το ίδιο τους το σπιτικό... μετά έραβαν πάνω στο καλαθάκι ένα πανί όπου έγραφαν το όνομα της οικογένειας και τη Μεγάλη Πέμπτη τα επήγαιναν στην εκκλησία και τα ΄βαναν κάτω από την Αγία Τράπεζα... να διαβαστούν... ύστερις, μετά την Ανάσταση, τα έπαιρναν κι ανήμερα ήτρωγε ο καθένας τ΄αβγό του... τ΄άλλα δυο δηλαδή της Παναγιάς και του σπιτιού, τα ΄βαναν στο εικονοστάσι και τα εφυλούσαν για την τρικυμία γιατρικό...  

"-τι γιατρικό για την τρικυμία γιαγιά; σαν την ντραμαμίνη που είναι για να μην ζαλίζεσαι;"

"΄Οχι μπρε... όταν ήπιανε τρικυμία τα ΄ριχναν στη θάλασσα για να κόψουν την κακή φουρτούνα... όλα τα σπίτια τότες είχανε αθρώπους εδικούς τους, τραβαγιέρηδες στα καράβια... ερίχνανε τ΄αυγά κι εζητούσαν να πάψει το κακό και να γυρίσουν οι δικοί τους σώοι πίσω κοντά τους ξανά γεροί και δυνατοί... μέσα στο καλαθάκι έβαναν ακόμα μικρά πάνινα τσεπαλάκια με στάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, φασόλια, αλεύρι, προζύμι κι αλάτι... κι ότι άλλο ήθελε ο καθείς κι ανάλογα με τη χρεία του... τους διαβασμένους τούτους σπόρους τους ανακάτωναν με τους σπόρους για τη σπορά για το καλό της σοδειάς και τ΄ αλεύρι το ΄ριχναν ολόγυρα έξω και μέσα στο σπίτι για του Θεού την ευλογία... οι γείτονες κι οι συγγενείς έστελναν τσουρέκια κι αβγά πρώτα απ΄όλα σε κείνες τις οικογένειες που τις είχενε έβρει κακό κι ήτονε στα μαύρα... μετά σειρά είχαν οι φτωχές φαμίλιες κι ύστερα υποχρεωτικά ήστελνες κουλούρια και τσουρέκια στις γειτόνισσες... σου ΄στελναν κι αυτές από τα εδικά τους... κι αρχίναγε ύστερα ο μεταλαμπριάτικος ντόρος... κι ήταν ο ίδιος κάθε φορά ... κοκόνα μου, μην το ξεχνάς... ήδινες κατά πρώτα για να δώσεις αλλά ήδινες και για να δείξεις τα καλά σου και τα νοικοκυριά σου... και σου ΄διναν όπως έδωνες κι εσύ... το μετά ήτονε της ποιας και της ποιανής ήτονε τα καλύτερα... αφού τα ΄χες φαωμένα ήξερες... κι αφού ήξερες άρχιζες τα ποιας από τα ποιανής ήταν τα καλύτερα... είχαμε βλέπεις και κάτι να λέμε μετά... θες με τις γειτόνισσες, θες με τις φιληνάδες, έτσι επέρναγε η ώρα κι η κουβέντα μας κακό δεν είχε... όλοι μωρέ, όλοι υποχρεωτικά, συγγενείς και φίλοι ήπρεπε να περάσουν από τα σπίτια των εδικών τους... θες για να τους ειπούν το "Χριστός Ανέστη" θες για να τσουγκρίσουν τα αβγά θες για να ευχηθούν στους νοικοκυραίους... σούρουπο ώρα εφαινόντουσαν γιατί το πρωί δεν τους άφηνε τ΄αρνί... μωρέ ώρες εκράταεν ετούτη η περαντζάδα και τελειωμό δεν είχενε... κι αποτελειωμένος ήσουνα κι αποκαμωμένος ήσουνα σαν ετέλειωνε το σούρτα-φέρτα μα και μέσα στη χαρά ήσουνα... κανένας δε λογάριαζε κόπο και σκοτούρες τη Λαμπρή κόρη μου... "

"Χάιντες πάμε κοκόνα μου... πάμε γιατί μας τρέχουν οι δουλειές... ώρα να βάλουμε τ΄αβγά στο νερό και στ΄αλάτι... Κόκκινη Πέφτη αύριο... 200 θέλει ο κύρης σου να βάψουμε πάλι... 200 καλή του ώρα... Χατζής βλέπεις λέει εγίνηκε και μεσημέρι Σαββάτου ανασταίνει με τα Ιεροσόλυμα... όχι πως δεν θ΄αναστήσει και τα μεσάνυχτα μα το πρώτο αβγό εκείνος το σπάει μεσημέρι... μακάρι να ΄χα κι εγώ την τύχη του και να ΄χω ζήσει το βάσανο, τα Πάθη και την Ανάσταση του Κυρίου στους ΄Αγιους Τόπους, όπως το έζησε εκείνος στους... και κατ΄όπως λέει τότες εδά πίστεψε για τα καλά... τότες επίστεψε στη Χάρη του και στην Ανάστασή του... τώρα πια εγώ δεν προλαβαίνω... και πάλι καλά... φρόντισα και μου ΄φεραν το σάβανό μου από κει... όχι πως μ΄αυτό θα πάω στον παράδεισο μα κάτι είναι κι αυτό για μια γρα σαν και μένα... μακάρι εσύ κοκόνα μου να τα καταφέρεις να πας άμα το θες... και να μ΄ανάψεις ένα κερί εκειδά... να συχωρεθώ..."

"Αμάν βρε γιαγιά! Μην λες τέτοια! Τί σ΄έπιασε πάλι κι άρχισες τα σάβανα και τα συγχωρέματα;"

"Τι να με πιάσει κόρη μου... Μεγάλη Βδομάδα δεν έχουμε; δεν φτάνει αυτό; ... βγάζει άλλο από θλίψη η Μεγάλη Βδομάδα κι άλλο από βροχή η Μεγάλη Παρασκευή..."

-----------

Ακόμα...


Τη Μεγάλη Παρασκευή, από νωρίς μικρές κοπέλες του Κορδελιού (Περαία το έγραψαν οι ΄Ελληνες λόγιοι της Σμύρνης, Καρσίγιακα οι Τούρκοι) βγαίναν στα χωράφια με πανέρια και μάζευαν αγριολούλουδα του επιταφίου. Τα ίδια κορίτσα στόλιζαν τον Επιτάφιο και με άνθη λεμονιάς, με βιόλες και με άλλα λουλούδια των περιβολιώνν. Η περιφορά του Επιταφίου γινότανε το βράδυ κάνοντας τρείς φορές το γύρο της εκκλησίας στην αυλή. Εξω δεν έβγαιναν.

Τον Επιτάφιο τον σήκωναν άντρες ύστερα από πλειοδοτική δημοπρασία. Οσοι έδιναν πιο πολλά στην εκκλησία είχαν το δικαίωμα να κρατήσουν τον Επιτάφιο.Μετά το τέλος της περιφοράς ξανάμπαινα στην εκκλησία , όπου ο παππάς μοίραζε στον κόσμο λουλούδια του Επιταφίου, τα οποία τα φύλαγαν στο εικονοστάσι του σπιτιού και μ΄αυτά θυμιάζανε τα παιδιά όταν αρρώσταιναν.


Κι ακόμα...


Και είναι η Μεγάλη Παρασκευή μέρα αργίας και νηστείας. Ημέρα πένθους. Πολλοί πίνουν ξύδι για την αγάπη του Χριστού, στην Κρήτη μάλιστα βράζουν σαλιγκάρια και πίνουν το ζουμί τους, που είναι σα χολή. Στην Κορώνη δε Βάζουν τίποτα στο στόμα τους. Εκείνη τη μέρα κανένας δεν κάρφωνε: "Μάστορης-ξεμάστορης καρφί δεν εκάρφωνε" γιατί ο γύφτος σταύρωσε με καρφιά το Χριστό.



Κοντά στο μεσημέρι, οι κοπέλες στολίζουν τον Επιτάφιο με λουλούδια, που έχουν στείλει από τα σπίτια. Όλα τα ανοιξιάτικα λουλούδια. Βιολέτες, τριαντάφυλλα, μενεξέδες. Φτιάχνουν στεφάνια και γιρλάντες, ενώ ψέλνουν το μοιρολόγι της Παναγίας. Όλοι προσκυνάνε τον Επιτάφιο και οι γυναίκες και τα παιδιά, "για να τους πιάση η χάρη", περνάνε από κάτω. Το βράδυ γίνεται η περιφορά του Επιταφίου. Σε μερικά μέρη, την ώρα εκείνη, ανάβουν φωτιές και καίνε τον Ιούδα". Οι γυναίκες, στο Μελιγαλά, άναβαν μπροστά στην πόρτα τους από νωρίς κληματόβεργες και όταν ήταν να περάσει ο Επιτάφιος έριχναν στη θράκα μοσχολι'βα-νο και μοσχοβόλαγε ο τόπος. Στις Σέρρες έβαζαν μπροστά στην πόρτα τους, πάνω σε ένα τραπέζι, την εικόνα του Χριστού, στολισμένη με λουλούδια και δίπλα άναβαν κεριά και λιβάνι. Μέσα σε ένα πιάτο είχαν φυτεμένη φακή ή κριθάρι που μόλις είχε αρχίσει να βγαίνει. Παρόμοια φυτά τοποθετούσαν και οι γυναίκες στην αρχαιότητα, στη γιορτή του Άδωνη. Το έθιμο "των Αδώνιδος κήπων". Σε νεκροκρέβατο, τοποθετούσαν το κέρινο ομοίωμα του πρόωρα χαμένου Άδωνη και μέσα σε αγγεία είχαν φυτά που πολύ γρήγορα Βλάσταιναν αλλά και το ίδιο γρήγορα μαραίνονταν, όπως εκείνος και η άνοιξη την οποία εκπροσωπούσε. Στη Μυτιλήνη, άμα τελειώσει η περιφορά, "αρπάζουν" τα λουλούδια, γιατί πιστεύουν πως κλεμμένα έχουν πιο θαυματουργές ιδιότητες. Τα "Χριστολούλουδα" τα φυλάνε για το καλό. Με αυτά γιατρεύουν τον πονοκέφαλο, τα κάνουν φυλαχτά και με αυτά γαληνεύουν τη θάλασσα όσοι ταξιδεύουν. Στην Ύδρα κάνουν το "έθιμο της δέησης". Τα παλικάρια βγάζουν τα παπούτσια και τις κάλτσες και μπαίνουν με τον Επιτάφιο στη θάλασσα. Τον ακουμπάνε στο νερό και ο ' παπάς κάνει δέηση για τους ταξιδεμένους. Στην Αθήνα, σκούπιζαν από νωρίς και κατάβρε¬χαν τους δρόμους για να περάσει ο Επιτάφιος και όταν πλησίαζε, έβγαιναν όλοι στις πόρτες τους με ένα κεραμίδι που είχε κάρβουνο αναμμένο και λιβάνι. Στη Νάξο, δε φιλάνε, εκείνη τη μέρα, γιατί με το φιλί του πρόδωσε ο Ιούδας το Χριστό, δε σφάζουν, για το αίμα του Χριστού, δεν καρφώνουν γιατί καρφώθηκε ο Χριστός, δε γελάνε..



Τα κόκκινα αυγά



Το αυγό, πανάρχαιο σύμβολο της γένεσης του κόσμου, της γέννησης της ζωής, το συναντάμε σε πολλές λατρείες, τόσο πρωτόγονες, όσο και περισσότερο εξελιγμένες. Έχει μέσα του δύναμη ζωική και πίστευαν πως μπορούσε να την μεταδώσει στους ανθρώπους, τα ζώα, τα φυτά. Τα χρωματιστά αυγά και ιδιαίτερα τα κόκκινα μνημονεύονται για γιορταστικούς σκοπούς, στην Κίνα ήδη από τον 5ο αιώνα και στην Αίγυπτο από το 10ο.



Γιατί όμως βάφονται κόκκινα τα αυγά;


Η παράδοση λέει πως: "Όταν είπαν πως αναστήθηκε ο Χριστός, κανείς δεν το πίστευε. Μια γυναίκα, που κρατούσε στο καλάθι της αυγά, φώναξε: "Μπορεί από άσπρα να γίνουν κόκκινα;" Και, ώ του θαύματος έγιναν!"

Μερικοί πιστεύουν ότι τα αυγά βάφονται κόκκινα σε ανάμνηση του αίματος του Χριστού, που χύθηκε για εμάς τους ανθρώπους. Κόκκινο είναι και το χρώμα της χαράς. Χαράς για την Ανάσταση του Χριστού. Είναι παράλληλα όμως και χρώμα αποτρεπτικό. Κόκκινες βελέντζες και κόκκινα μαντίλια κρεμούσαν τη Μεγάλη Πέμπτη στην Καστοριά οι γυναίκες για το καλό. Κόκκινο πανί έβαφαν μαζί με τα αυγά τους στη Μεσημβρία και το κρεμούσαν στο παράθυρο για σαράντα μέρες, για να μην τους πιάνει το μάτι.

Το βάψιμο των αυγών γινόταν τη Μεγάλη Πέμπτη γι αυτό και τη λέγαν Κόκκινη Πέφτη ή Κοκκινοπέφτη. Παλιότερα το συνήθιζαν κι αποβραδίς, πάντοτε όμως τα μεσάνυχτα, με το ξεκίνημα της νέας μέρας. Καινούρια πρέπει να ήταν η κατσαρόλα που θα έβαφαν τα αυγά και ο αριθμός τους ορισμένος και τη μπογιά τη φύλαγαν σαράντα μέρες και δεν την έχυναν, ακόμα και τότε, έξω από το σπίτι. Τα χρώματα για τα αυγά τα έφτιαχναν από διάφορα φυτά. Από κρεμμύδια γινόταν το μελί, από άχυρο ή από φύλλα αμυγδαλιάς το κίτρινο, το ανοικτό κόκκινο από παπαρούνες. Αργότερα τα αγόραζαν, το κόκκινο όμως χρώμα ήταν και είναι πάντα το πιο αγαπημένο.

Το πρώτο αυγό που έβαφαν ήταν της Παναγίας και το έβαζαν στο εικονοστάσι. Με αυτό σταύρωναν τα παιδιά από το κακό το μάτι. Σε μερικά μέρη έβαζαν σε ένα κουτάκι τόσα αυγά όσα ήταν τα μέλη της οικογένειας και τα πήγαιναν το βράδυ στην εκκλησία, για να διαβαστούν στα 12 Ευαγγέλια. Τα άφηναν κάτω από την Αγία Τράπεζα ως την Ανάσταση και τότε καθεμιά έπαιρνε τα δικά της. Αυτά τα αυγά ήταν "ευαγγελισμένα" και τα τσόφλια τους τα παράχωναν στους κήπους και τις ρίζες των δέντρων για να καρπίσουν. Παρόμοια τύχη είχαν και τα αυγά που έκαναν οι κότες τη Μεγάλη Πέμπτη. Άμα η κότα ήταν μαύρη, ακόμα καλύτερα. Είχαν θαυμαστές ιδιότητες και μπορούσαν να διώξουν κάθε κακό. Τα αυγά τα Μεγαλοπεφτιάτικα περνούσαν τον πονόλαιμο, φύλαγαν το αμπέλι από το χαλάζι, έδιωχναν μακριά το σκαθάρι.

Οι γυναίκες και τα κορίτσια στόλιζαν τα αυγά, τα "έγραφαν", τα "κεντούσαν".
Πάνω στα άσπρα αυγά έγραφαν με λειωμένο κερί ευχές, σχεδίαζαν σκηνές από τη ζωή του Χριστού, πουλιά κ.ά. Έριχναν μετά τα αυγά στην κόκκινη μπογιά και μέχρι να λειώσει το κερί έμεναν τα γράμματα και τα σχέδια άσπρα. Τα "ξομπλωτά" ή "κεντημένα" αυγά, που τα λέγαν στη Μακεδονία και "πέρδικες, μια και συχνά είχαν πάνω τους πουλιά, ή ίσως και γιατί ξεχώριζαν, όπως κι οι πέρδικες, για την ομορφιά τους, θύμιζαν συχνά μικρογραφίες. Το ένα ήταν καλύτερο από το άλλο.

Αυτά έστελναν δώρο οι αρραβωνιασμένες στο γαμπρό και οι βαφτισιμιές στους νονούς και τις νονές τους, σε όλα τα αγαπημένα πρόσωπα.

Άλλοτε πάλι τα κορίτσια πρόσθεταν στα αυγά φτερά από χρωματιστό χαρτί, ουρά και μύτη από ζυμάρι και τα κρεμούσαν στο ταβάνι, έτοιμα να πετάξουν.

---------------------

ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ 

απόσπασμα από


το βιβλίο της Όλγας Βατίδου «Ρωμνάκια και Παλιά Σμύρνη» είναι μια εξαίρετη μελέτη, Ιστορική & Ηθογραφική, όπου η συγγραφέας με πολύ γλαφυρό τρόπο αφηγείται έθιμα, παραδόσεις και αναμνήσεις από την αλησμόνητη ζωή στην παλιά Σμύρνη. 

Με την ευκαιρία της εορτής του Πάσχα ας θυμηθούμε όλοι μερικά από τα έθιμα της Σμύρνης μέσα από τα μάτια των παιδιών, γιατί τα παιδιά των Ελλήνων της Σμύρνης τα λέγανε Ρωμνάκια... 
Την Κυριακή των Βαγιών παίζανε τα Ρωμνάκια μονάχα με τις ροκάνες. Απαραίτητο και αυτό θρησκευτικό έθιμο, παραμέριζε και αχρήστευε το κάθε παιχνίδι. οι ροκάνες ήτανε ανάλογες και αυτές με την τάξη της κάθε οικογένειας. ροκάνες από τενεκέ και απο ξύλο κοινό. Ροκάνες από κόκκαλο και από ξύλο πολύτιμο. Άλλες με ένα γλωσσίδι και με ένα τροχό, άλλες με δυό, άλλες με τρία και τέσσερα. Υπήρχαν και σκαλισμένες, αληθινά έργα τέχνης, φιαγμένες απ΄τους περίφημους ταλιαδώρους (ξυλογλύπτες) της Σμύρνης. Λογής – λογής σχέδια σημαίες ελληνικές, ελληνικά στέματα, βαγιόκλαδα, βυζαντινοί σταυροί και Δικέφαλοι. Όλα τα ιερά και τα εθνικά μας σύμβολα.

Τις ροκάνες σε άλλα μέρη τις παίζανε στις απόκριες. Στην Ευρώπη τις θεωρούσαν όργανα αποδοκιμασίας. Στην Σμύρνη αποκλειστικά ήτανε έκφραση θρησκευτική. Τα Ρωμνάκια υποδέχονταν, με τη μνήμη, το Ναζωραίο. Καθώς τον υποδέχτηκαν και τα παιδάκια του Ισραήλ, πριν δυό χιλιάδες χρόνια περίπου. Τον υποδέχονταν με ροκάνες. Ο μονότονος ήχος τους συνόδευε ένα τραγούδι, που ανάγγελε με σκοπό τη γιορτή της ημέρας καθώς και το ερχόμενο χαρμόσυνο Πάσχα.

«Βάγιω – Βάγιω τω Βαγιώ τρώμε ψάρι και κολιό και την άλλη Κυριακή τρώμε κόκκινο αυγό» ή «τρώμε το παχύ αρνί» ή «βάζαμε τ΄άσπρο βρακί».

Η τελευταία παραλλαγή προέρχονταν απ΄τη συνήθεια να φοριούνται το Πάσχα, πρώιμο ή όψιμο, τα λευκά ρούχα. Λευκή μάλλινη φορεσιά οι άντρες, άσπρο καπέλλο από κετσέ (καστόρι), άσπρα παπούτσια καστόρινα. Φορούσανε τα παιδιά τα πλατύγυρα από ψάθα καπέλλα τους, που τα λέγανε ναυτικά και οι γυναίκες τα βαρειά λευκά τους φορέματα.

Την επόμενη των Βαγιών, Μεγάλη Δευτέρα, το παίξιμο της ροκάνας το θεωρούσανε πιά μεγάλο αμάρτημα. Ούτε από λάθος δεν έπιαναν τα Ρωμνάκια τη ροκάνα στα χέρια τους. Οι ροκάνες φυλάγονταν στα μπαούλα και στα συρτάρια. Θα ξαναβγαίνανε τον επόμενο χρόνο, πάλι με θρίαμβο για να γιορτράσουνε την είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα.

Πολλές οικογένειες συνείθιζαν να κρεμούν τις ροκάνες στα Εικονίσματα. Εκεί, που κρεμούσαν τους αγιασμούς, τα βαγιόκλαδα, τα στεφάνια του γάμου, τα αυγά των μεταξοσκούληκων και τα βαμμένα αυγά από Ανάστασες περασμένες, που θα γινότανε, με τα χρόνια, ο κρόκος τους κεχριμπάρι. Θρησκευτικές παραδόσεις, που τις υπάκουαν όλοι καθώς σε καθήκοντα.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα τα Ρωμνάκια απαγγέλλανε :
Μεγάλη Δευτέρα – μεγάλη μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη – ο Χριστός εκρύφτη
Μεγάλη Τετάρτη – ο Χριστός εχάθη
Μεγάλη Πέμπτη – ο Χριστός ευρέθη
Μεγάλη Παρασκευή – ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σάββατο – ο Χριστός στο θάνατο
Μεγάλη Κυριακή – μπαμ από δω, μπουμ από κει...

Η απαγόρευση της Αστυνομίας για τα πυροτεχνήματα και τα όπλα δεν είχε για τα Ρωμνάκια σημασία μεγάλη. Πετούσαν τα βαρελόττα μπροστά στους πολίτσιες και τ’ απολάμβαναν, που χορεύανε μέσα στα πόδια τους. Εκείνοι γελούσανε και τα Ρωμνάκια καλλιεργούσανε, πλάι στο έθιμο το θρησκευτικό και τον εθνικό ηρωισμό τους.

Αλλά ας επιστρέψουμε στη Μεγάλη Τρίτη. Τότες που κάθε σπιτικό αγόραζε το αρνάκι του για τη θυσία του Πάσχα. Τα Ρωμνάκια υποδέχονταν τα αρνάκια σαν φίλους και τα παίρναν στην προστασία τους. Η πόλη αμέσως γινόταν ανάστατη. Πρόβατα και παιδιά, παιδιά και πρόβατα. Ο αγέρας εγιόμιζεν από φωνές και βελάσματα, οι ψυχές των παιδιών γιομίζανε από άμιλλα. Ποιό θα χορτάσει το αρνάκι του περισσότερο και ποιό θα το πλύνει και θα το στολίσει καλύτερα.

Τα χόρταιναν με χασίλι (φρέσκο σανό), με τριφύλλι και κοραντί (σταφίδα κορινθιακή). Τα πότιζαν με γαλατιά (νερό με αλεύρι και αλάτι). Τους χρωμάτιζαν τις ράχες με χρώματα χτυπητά. Τους έδεναν με κορδέλλες τα λαιμά και τα κέρατα. Τους περνούσανε γιουλαράκια (χαλινάρια) στο μούτρο και τραχηλίτσες στα στήθια τους. Ήταν οι τραχηλίτσες στολισμένες με φούντες χρωματιστές, μάλλινες, ψηφίδες, κουδουνάκια, ματόχαντρα.

Μα ο μεγαλύτερος πόθος, που είχανε τα Ρωμνάκια ήτανε να γυμνάζουνε το αρνάκι τους στο «ακλούθημα». Η γύμναση ήταν εύκολη και φτηνό το δόλωμα. Δένανε πίσω στη μέση τους ένα δεμάτι χασίλι και το αρνάκι μυρίζοντας την τροφή του ακλούθαγε. Μια μόνο μέρα, δυό το πολύ και το υπάουο ζώο γνώριζε πια τον αφέντη του. Χτυπούσε την κουιρούκα του (την παχειά στρογγυλή ουρά των προβάτων της Καππαδοκίας) στα μερία του επάνω, έσκυφτε το κεφάλι του κοιτούσε τη γη και βέλαζε κλάψικα. Προ πάντων την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής.

- Προαισθάνεται τη σφαγή του. Κλαίει για το Χριστό, λέγανε τα Ρωμνάκια και πονούσαν μαζί μ’ αυτό. Από τον τρόπο που βέλαζε κι από τον τρόπο που χόρευε προβλέπανε και τον καιρό που θα είχαν το Πάσχα.

Μα και η χαρά των αρνιών, έτσι πλούσια και άφθονη, ήταν προνόμιο και πάλι για τις δύο τάξεις μονάχα τη μεσαία και την ανώτερη. Τα πλουσιόπαιδα, όπως είπαμε, δεν βγαίνανε στα λειβάδια, δεν ετσαλάκωναν τα ακριβά τους πλούσια φορέματα. Τα λαμπριάτικα αρνάκια ήταν δεμένα στις πόρτες και στους κήπους των αρχοντόσπιτων.

Το απόγευμα όμως της Μεγάλης Παρασκευής όλα τ’ αρνάκια ανεξαιρέτως δένονταν στις εξώπορτες και τα μάνταλα των παραθύρων, γιατί θα πήγαιναν τα Ρωμνάκια όλα στα Επιτάφια και θα περνούσανε τρεις φορές κάτω απ’ τις καμάρες τους.

Τα Επιτάφια στη Σμύρνη ήταν ωραία ξυλόγλυπτα, αξιόλογης τέχνης εργασμένα απ’ τους Σμυρνιούς ταλιαδώρους, που ήτανε ξακουσμένοι προ πάντων για τα εκκλησιαστικά έργα τους. Έργα περίφημα: τέμπλα, δεσποτικά, παραθρόνια, άμβωνες, προσκυνητάρια και επιτάφια.

Μετά από το γενικό επιτάφιο προσκύνημα, ξημέρωνε με το καλό το Μεγάλο Σάββατο. Αναστάσιμη μέρα. Και εν τούτοις για τα Ρωμνάκια ήταν και μέρα νεκρώσιμη.

Η θυσία του αμνού, το εβραίικο τούτο θρησκευτικό έθιμο, πιο πολύ από παντού διατηρήθηκε στη Μικρασία.

Πρωί του Μεγάλου Σαββάτου η κάθε πόρτα μεταβάλλονταν και σε ένα θυσιαστήριο. Τα αίματα, που αναβλύζανε από πηγές ιερές, κατεβαίνανε, αχνίζανε, βάφανε τα σοκάκια. Τα Ρωμνάκια θρηνούσανε μαζί με τ’ αρνάκια τους. Ήταν η μόνη φορά που τα πλουσιόπαιδα στέκανε απ’ αυτά τυχερότερα. Δεν αντικρύζανε εκείνης της σφαγής το μαρτύριο.

Βγαίνανε οι σφάχτες στους δρόμους απ’ τα χαράματα. Ξυπνούσανε τα Ρωμνάκια απ’ τις φωνές τις μακάβριες: «Αρνιά για σφάξιμο, προβιές για πούλημα». Εκείνες οι προβιές οι πλυμένες με μυρωδιές, οι βαμμένες με χρώματα θα περνούσανε στο εμπόριο. Δεν τις πουλούσανε όμως οι περισσότεροι. Ή τις προσφέρανε σε κάποιο Ίδρυμα Φιλανθρωπικό ή τις αφήνανε για πληρωμή στο ίδιο το σφάχτη.

Αλλά εκείνη η θλίψη του Μεγάλου Σαββάτου δεν ήταν για να κρατήσει, ούτε τη μέρα ολάκερη. Το ίδιο μεταμεσήμερο προετοιμάζονταν τα Ρωμνάκια για την Άγια Ανάσταση. Πυροτεχνήματα, ηλεκτρικά, φισέγκια (ρουκέτες), κολόρια (σπίρτα με φώσφορο σε διάφορα χρώματα). Τη νύχτα θα πέφτανε τ’ αστέρια απ’ τον ουρανό, θα κατεβαίνανε οι κομήτες με τις ουρές τους στη γη, οι τρακατρούκες (κροτίδες, βαρελότα) θα χορεύανε μέσα στα πόδια των Τούρκων.

Όλα αυτά τα αναστάσιμα έθιμα τα συντηρούσανε οι Χριστιανοί στη Μικρασία με πίστη. Τα διασώσανε απ’ τους αιώνες, τα επιβάλλανε σαν αναφαίρετό τους δικαίωμα. Ήταν συνυφασμένα με την Ανάσταση του Χριστού. Και η Ανάσταση του Χριστού συνυφασμένη κι αυτή με μια εθνική ανάσταση....


Καλά σας βράδια

Ε.-


Ελπίζω να αναστήσατε, να τσουγκρίσατε, να ψήσατε, να φάγατε και να ήπιατε
και την Κυριακή να πήγατε τις λαμπάδες σας πίσω στην εκκλησιά
να τις ανάψατε στην ώρα της Αγάπης και να τις αφήσατε εκειδά να καίνε...

έτσι έκανα εγώ με τη νενέ μου...