Και να ξετυλίγω λίγο-λίγο
το νήμα, τι άκουσα, τι είδα,
που πήγα. Νήμα μιας μνήμης, παραμύθι, ιστορία, αλήθεια; Θύμησες, χρεία κι ανάγκη
στη μνεία των δικών και
των άλλων. Σμύρνη, Βουρλά, 1899. Αφετηρία η ανάγκη.
΄Εναυσμα η φωτογραφία. Μήνας Απρίλης.΄Ετους τρέχοντος 2010. Μια πέτρινη ελπίδα, μικρή κι ελάχιστη κόντρα στον τοίχο και στο χρόνο. Ταμπέλα βαφτιστική αυτού που πια δεν υπάρχει!
Κόντρα σε όλα να μένει η Ε(λ)πίς μιας ελπίδας...
"κι ο Θεός κι εμείς ............. Σεπτέμβρης 1922... ημέρα Τετάρτη ... του μήνα 13 ...
"... όχι κόρη μου... δεν εφοβηθήκαμε ούτε το γείτονα, ούτε και το διπλανό μας... να φοβηθούμε ποιον?... εκείνο τον Αλή που ήδενε, πάντα βράδυ αργά, το γάϊδαρο στο πέρα σοκάκι κι από την κούραση ήσερνε τα πόδια του και τον άκουγε η γειτονιά? Μα ' κείνος ήναβε κερί στο πανηγύρι του ' Αη Γιώργη... για.. εκείνη δα τη Νεβζαντέ? Μια άκακη κόρη μου ήτο... ήμενε στην πέρα πέρα άκρη του χωριού... μακρινή γειτόνισσα, με 5 κόρες η δόλια... και μ΄έδωνε μαϊντανό σαν τον ελειβότανε η αννέ μου ... και κάνα αβγό... εκείνη δα ανησυχούσε πιότερο για το κατά πως θα επάντρευε τις κόρες της κι ήταζε τάματα στην Παναγιά... 'Οχι... τα τέρατα εφοβηθήκαμε... εκείνα που εξεβράστηκαν ξάφνου ομπρός μας... θηρία με ανθρώπου θωριά... εγεμίσε ο τόπος μίσος, φθόνο... και αίμα... τέτοιο μίσος και φθόνο σε μάτια ανθρώπου, κανενός μας ο νους δεν τα ήβανε ... μίσος, μαχαίρια, αίμα... ποταμός το αίμα... ποταμός και μας εγέμισε τα μάτια, τα σπίτια, τον τόπο... μας ήπνιξε... μας ρήμαξε..."
"Αχ κόρη μου ... αυτός που είπενε πως ο Σεπτέμβρης μελαγχολεί και κλαίει... δικός μας άθρωπος θα ΄τονε... βασανισμένος πρόσφυγας... πονεμένος... αλλιώς γιατί να τον ειπεί θλιμμένο... "
"Μπα σε καλό σου για παιδί... άιντε...κουνήσου... πάαινε...
Μη μου λες εμένα πως δεν θέλεις να πας στο σκολειό ... ακούς εκεί ... και τι θα κάμεις μου λες... μπα... να κάτσεις εδώ με εμέ να ακούς ιστορίες... πόσες ιστορίες πια να σου ειπώ... ουστ... άμε στο καλό κι εδώ θα είμαι σα γυρίσεις...
" "΄Ακου εκεί ... κακός λέει ο Σεπτέμβρης γιατί αρχινίσανε τα σχολειά και δεν θέλει η κυρία να πάει...που ακούστηκε... το σκολειό είναι χαρά... ωωωφου και να μπορούσα να γυρίσω πίσω... να πάρω το πάνω σοκάκι... να περάσω όλουθε έξω από τους κήπους των φατούρων, να φωνάξω τη Μαρίτσα, την Αργυρή... τη Σταματίνα... να κατηφορίσουμε για το σκολειό... και ν΄ακώ το διδάσκαλο να μας ομιλεί για τη σημαία, την πατρίδα, την Παναγιά και τους 12 αποστόλους... η σημαία, η Παναγιά, οι Απόστολοι όλα τα ίδια εμείνανε... μονάχα η πατρίδα ήλλαξε... αχ... κι ήλλαξε τόπο κι η καρδιά μας... "
..........................
"Καλώς τη την κοκόνα μου... πώς επήγε η μέρα σου κόρη μου? "- Γιαγιά μου, καλά πήγε ... εσύ είσαι όμως... στενοχωρημένη... γιατί? Γιατί ήταν σαν σήμερα ε? Μας το είπε ο δάσκαλος... σαν σήμερα χαθήκατε... " "Σας το είπε ο δάσκαλος? Μπράβο του του αθρώπου... πονεμένους θα ΄χει κι αυτός στη φαμίλια του... γι΄αυτό σας το ανέφερε... να τον ερωτήσεις την επαύριο από που κρατάει η σκούφια του... να μου το θυμάσαι... από τους πέρα τόπους θα κρατάει... άστα τώρα τα παλιά κόρη μου... κάτσε εδώ και πες μου τα σημερνά... πως τα πέρασες? γύρισαν οι φιληνάδες σου? είναι καλά? Τα παλιά άσε να τα λέμε όταν θα βγει ο Σεπτέμβρης και θα πέσει η ζέστα του καιρού και θα χαμηλώνει νωρίς το φως της μέρας..." "Μου το υπόσχεσαι γιαγιά ε? Πες μου πως θα μου πεις όλα όσα θυμάσαι..." "Ναι κοκόνα μου, στο υπόσχομαι... θα στα πω και θα στα ματαπώ... δεν θέλω να τα θυμάμαι μα και να ξεχαστούν δεν πρέπει ... ΄Αιντε ... έλα δώθε ... κοίτα, σου ΄χω φυλαμένη ταχινόπιτα και ασουρέ... έκανα κόλλυβα κόρη μου σήμερα... λίγα... για κείνους που δεν πρόφταξαν ... για κείνους που μαράζωσαν ... για όλους εκείνους απ΄τους χαμένους τόπους ... Ταχινόπιτα
Χρειαζούμενα: Μαγιά του φούρνου, γάλα, ζάχαρη, αυγά, βούτυρο, λάδι, αλεύρι, ταχίνι, σουσάμι, κανέλλα Επί το έργον: Σε μια λεκανίτσα/μπωλ βάζετε το γάλα χλιαρό, προσθέτετε τη μαγιά και τη διαλύετε με το χέρι ... προσθέτετε τη ζάχαρη κι ανακατεύετε... προσθέτετε τα αυγά, το βούτυρο μαλακό, το λάδι και μια πρέζα αλάτι, ανακατεύετε καλά, προσθέτετε και το αλεύρι... ζυμώνετε μέχρι η ζύμη να ξεκολλάει από τα τοιχώματα του μπωλ, την κάνετε μπάλα και τη σκεπάζετε ή με βρεμένη πετσέτα ή με μεμβράνη κουζίνας... την αφήνετε να φουσκώσει... εν τω μεταξύ ετοιμάζετε το μείγμα για τη γέμιση, δηλ. ταχίνι με ζάχαρη καλά ανακατεμένα... χρειάζεται ακόμη ένας κρόκος αβγού χτυπημένος με 2-3 κουταλιές πετιμέζι... Παίρνετε τη ζύμη και την ανοίγετε με τον πλάστη σε μεγάλο και σχετικά λεπτό φύλλο... αν κολλάει όπως την ανοίγετε δεν έχετε παρά να την πασπαλίζετε με αλεύρι... όταν το φύλλο σας είναι έτοιμο, απλώνετε στην επιφάνειά του το μείγμα ταχίνι/ζάχαρη... στη συνέχεια φτιάχνετε, όπως σας βολεύει κι εσείς ξέρετε, στριφτάρια... τα αναδιπλώνετε όπως το σαρίκι, τα αλείβετε με το μείγμα αβγό/πετιμέζι, τα πασπαλίζετε με το σουσάμι και τα ψήνετε στους 180 βαθμούς για 25 λεπτά... Καλή σας όρεξη
και προσοχή στις θερμίδες
Καλά σας βράδια Ε.-
Από την ΄Ενωση Βουρλιωτών
Το 1760 ιδρύθηκε το πρώτο σχολείο των ορθοδόξων των
Βουρλών. Ως ιδρυτής αναφέρεται ο εγκατεστημένος έμπορος στη Σμύρνη Χατζηνικολής
Χρυσογιάννης, ο οποίος καταγόταν από τη Μονεμβασία. Για την ίδρυσή του
συνεισέφεραν και άλλοι ορθόδοξοι κάτοικοι της πόλης. Τα πρώτα πρακτικά του
σχολείου συντάχθηκαν στη Σμύρνη, ενώ τα μεταγενέστερα στα Βουρλά. Όσον αφορά
την ονομασία του σχολείου, αρχικά το συναντάμε ως Σχολείον της Παναγίας, λόγω
των εισφορών και χορηγιών της εκκλησίας της Παναγίας για τη λειτουργία του
εκπαιδευτηρίου. Αργότερα, από το 19ο αιώνα, εμφανίζεται ως Αναξαγόρειος Σχολή
Βουρλών.
Αρχικά το σχολείο δεν είχε ιδιόκτητο κτήριο διδασκαλίας και στέγη διδασκάλων. Ο
χώρος του πρώτου κτηρίου αγοράστηκε με έξοδα της εκκλησίας της Παναγίας κοντά
σε αυτή. Εκεί το 1780 χτίστηκε το πρώτο μικρό κτήριο του σχολείου από το μοναχό
δάσκαλο Καλλίνικο. Στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης δε λειτουργούσε. Το 1850
ανεγέρθηκε το νέο κτήριο δίπλα στο παλιότερο, με πρωτοβουλία του μητροπολίτη
Βιδύνης Κυρίλλου Μπαξελή και του Χατζή Νικήτα Μπάρμπογλου. Τα χρήματα για την
ανέγερση συγκεντρώθηκαν από τις εκκλησίες της Παναγίας και του Αγίου Γεωργίου.
Το κτήριο ήταν διώροφο σε σχήμα Π. Στις 20 Φεβρουαρίου 1892 χτίστηκε η δυτική
πτέρυγα του σχολείου και εκεί στεγάστηκε το αρρεναγωγείο. Το 1908 θεμελιώθηκε
και το 1910 ολοκληρώθηκε η ανατολική πτέρυγα. Η προσθήκη έγινε με συνεισφορά
των κατοίκων λόγω της αύξησης των μαθητών. Μετά τις τελευταίες οικοδομικές
εργασίες το σχολείο είχε μήκος 64 μέτρα, πλάτος 24 και ύψος 18. Διέθετε 16
αίθουσες. Το κτήριο είχε 2 προσόψεις, με μία είσοδο για το παρθεναγωγείο και
μία για το αρρεναγωγείο. Στην περίοδο του πολέμου 1914-1918 το κτήριο χρησιμοποιήθηκε
από τον οθωμανικό στρατό. Το 1916 βομβαρδίστηκε από τον αγγλικό στόλο. Η
Αναξαγόρειος Σχολή επαναλειτούργησε μετά το 1918 μετά την αποκατάσταση των
ζημιών. Το 1922 σταμάτησε η λειτουργία του σχολείου μετά την εκδίωξη του
ελληνικού πληθυσμού της πόλης.
Αρχικά η Αναξαγόρειος Σχολή λειτουργούσε σύμφωνα με το
σύστημα της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης και διέθετε δύο τμήματα,
«Ελληνομουσείον και Ευαγγελικών εντολών», και «Πεζών και κοινών γραμμάτων
παιδαγωγικόν», δηλαδή τμήμα ανάγνωσης, γραφής, αριθμητικής και γενικά των
πρώτων στοιχειωδών γνώσεων. Το διδακτικό σύστημα που εφαρμοζόταν ήταν η
αλληλοδιδακτική μέθοδος.
Αρχικά το σχολείο διέθετε τέσσερις επιτρόπους, αλλά
αργότερα ο αριθμός αυτός ανήλθε σε επτά. Αυτοί ήταν υπεύθυνοι για την ομαλή
λειτουργία του σχολείου.
Στις αρχές του 20ού αιώνα η Αναξαγόρειος Σχολή
περιλάμβανε αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο, όπου δίδασκαν 13 δάσκαλοι και 9
δασκάλες,32 και είχε περίπου 800 μαθητές.Στα 1921-1922 στο αρρεναγωγείο
δίδασκαν 13 δάσκαλοι και 2 δασκάλες με 1.064 μαθητές, ενώ κατά το ίδιο
ακαδημαϊκό έτος στο παρθεναγωγείο της Αναξαγορείου Σχολής δίδασκαν 14 δασκάλες
με 618 μαθήτριες.
Εκτός από την Αναξαγόρειο λειτουργούσαν και άλλα σχολεία
στα Βουρλά. Το 1870 ιδρύθηκε το σχολείο του Αγίου Γεωργίου στον Κάτω Μαχαλά,
κοντά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα λειτουργούσαν άλλα σχολεία
σε διάφορες συνοικίες και τοποθεσίες της πόλης. Πολλά από αυτά, όπως η σχολή
του Αγίου Χαραλάμπους στη συνοικία Σειρά, ήταν εξαρτημένα από την Αναξαγόρειο
Σχολή. Το 1889 στη συνοικία του Αγίου Γεωργίου του Ορφανού ιδρύθηκε σχολείο που
ήταν εξαρτημένο από την Αγαθοεργό Αδελφότητα Ομόνοια. Το ακαδημαϊκό έτος
1921-1922 λειτουργούσε ως εξαρτημένο από την Αναξαγόρειο Σχολή το μεικτό
σχολείο της συντεχνίας των κουρέων, που διέθετε τρεις δασκάλες, 105 μαθητές και
100 μαθήτριες.
Πολλά άλλα σχολεία λειτουργούσαν ανεξάρτητα και κάλυπταν
τα έξοδά τους αποκλειστικά από τις συνεισφορές των συντεχνιών της πόλης. Μεταξύ
αυτών συγκαταλέγονταν το σχολείο Μορτακίων, που ιδρύθηκε το 1888 και
συντηρούνταν από τη συντεχνία των παντοπωλών, είχε δε στις αρχές του 1906 3
δασκάλους και 280 μαθητές, και το σχολείο των Υποδηματοποιών με 4 δασκάλους και
300 μαθητές. Στα 1921-1922 το ίδιο σχολείο λειτουργούσε ως μεικτό με 2
δασκάλες, 39 άρρενες μαθητές και 31 μαθήτριες, συνολικά 70 παιδιά δηλαδή, από
τα οποία 36 ήταν νήπια.
Στις αρχές του 20ού αιώνα στα Βουρλά λειτουργούσαν
τέσσερα ανεξάρτητα νηπιαγωγεία αρρένων με 480 νήπια και 8 άτομα προσωπικό.
Επίσης ήταν σε λειτουργία άλλα δύο νηπιαγωγεία θηλέων με 200 νήπια, τα οποία
ήταν προσαρτημένα σε παρθεναγωγείο.
Τον 20ό αιώνα στην πόλη ιδρύθηκαν και ιδιωτικά σχολεία.
Το ένα ήταν της Αικατερίνης Λαμπρινίδου, όπου σπούδαζαν 30 παιδιά. Το άλλο
ιδιωτικό σχολείο που ιδρύθηκε γύρω στα 1910 ήταν της Ευανθίας Βέργου με περίπου
50 μαθητές εύπορων οικογενειών.
Από το 1920 λειτουργούσε η Νυχτερινή Σχολή, που ήταν
πλήρης αστική σχολή. Τα μαθήματα διαρκούσαν από τις 6 έως τις 9 το βράδυ και
κάθε τάξη είχε 30-35 άτομα.
Από τους σημαντικότερους δασκάλους της πόλης ήταν ο
Βουρλιώτης Ευγένιος, ο οποίος το 1770 δίδασκε στο σχολείο της Κάτω Παναγιάς των
Κυδωνιών. Επίσης μπορούμε να αναφέρουμε και τον Κύριλλο, ιεροδιδάσκαλο Σμύρνης,
τον Ιερόθεο, διδάσκαλο της συνοικίας Άνω Σμύρνης, και τον ιεροδιδάσκαλο Γαβριήλ
«εκ Βρυούλλων».
Η Μικρασιατική Καταστροφή όπως την έζησε και την κατέγραψε ο Έρνεστ Χέμινγουει
|
Γεννήθηκε στις ΗΠΑ το 1899. Μόλις 20 χρονών διετέλεσε πολεμικός ανταποκριτής της «Τορόντο Σταρ» στην Ευρώπη και περιέγραψε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1925 εκδίδει το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο του «Στην εποχή μας» με πρώτο διήγημα το διήγημα «Στην προκυμαία της Σμύρνης».
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τις πύρινες ανταποκρίσεις και λογοτεχνικά κείμενα του νομπελίστα συγγραφέα Έρνεστ Χεμινγουέι, που σχετίζονται με τη Μικρασιατική καταστροφή, παρουσιάστηκαν στο περιοδικό «Ελληνική Διασπορά» του ΑΠΕ-ΜΠΕ. «Το χειρότερο, είπε, ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά παιδιά. Δε μπορούσαμε να τις πείσουμε να μας δώσουν τα πεθαμένα παιδιά τους. Είχαν τα παιδιά τους, νεκρά ακόμα και έξι μέρες, αλλά δεν τα εγκατέλειπαν. Δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Τελικά έπρεπε να τους τα πάρουμε με τη βία.» (Από τη συλλογή διηγημάτων του με το γενικό τίτλο «Στην προκυμαία της Σμύρνης»). Με τα παραπάνω λόγια κάποιος ήρωας του Χεμινγουέι, που υποτίθεται ότι ήταν αξιωματούχος πολεμικού πλοίου των ΗΠΑ αγκυροβολημένου στη Σμύρνη, περιγράφει τη μεγάλη καταστροφή. Το απόσπασμα είναι από το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο που εξέδωσε ο αμερικανός συγγραφέας το 1925, μόλις 26 χρονών τότε, και με το οποίο άρχισε να αποκτά παγκόσμια φήμη. Πρόκειται για τη συλλογή διηγημάτων του «Στην εποχή μας» (In Our Times), όπου το πρώτο του διήγημα, ουσιαστικά ο πρόλογος του βιβλίου, έχει τον τίτλο «Στην προκυμαία της Σμύρνης». Όσο κι αν μιλάμε για διήγημα, ο συγγραφέας δεν γράφει από απλή φαντασία. Μόλις πριν τρία χρόνια ως ανταποκριτής της καναδικής εφημερίδας “Toronto Star” ο Χεμινγουέι είχε βρεθεί ο ίδιος στον τόπο της καταστροφής και την είχε περιγράψει σε μια σειρά άρθρων του, που εκδόθηκαν το 1985 σε βιβλίο με τον τίτλο: «Dateline: Toronto”. Ως ανταποκριτής αυτής της εφημερίδας είχε ταξιδέψει από το Παρίσι στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα μέρη της Τουρκίας στέλνοντας κατά την πορεία του τα άρθρα του στην καναδική εφημερίδα. Στην έκδοση της 20ής Οκτωβρίου 1922 γράφει: «Ο άντρας σκεπάζει με μια κουβέρτα την ετοιμόγεννη γυναίκα του πάνω στον αραμπά για την προφυλάξει από τη βροχή. Εκείνη είναι το μόνο πρόσωπο που βγάζει κάποιους ήχους [από τους πόνους της γέννας]. Η μικρή κόρη τους την κοιτάζει με τρόμο και βάζει τα κλάματα. Και η πομπή προχωρά… Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει αυτό το γράμμα να φτάσει στο Τορόντο, αλλά όταν εσείς οι αναγνώστες της Σταρ το διαβάσετε να είστε σίγουροι ότι η ίδια τρομακτική, βάναυση πορεία ενός λαού που ξεριζώθηκε από τον τόπο του θα συνεχίζει να τρεκλίζει στον ατέλειωτο λασπωμένο δρόμο προς τη Μακεδονία». Τα λόγια αυτά δεν είναι γραμμένα από κάποιον που πρώτη φορά αντικρίζει τη φρίκη του πολέμου. Ο νεαρός Χεμινγουέι είχε ζητήσει να καταταγεί ως εθελοντής στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά δεν έγινε δεκτός λόγω της κακής όρασής του. Αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει εθελοντής νοσοκόμος, να τραυματιστεί σοβαρά δυο φορές στην Αυστρία και τελικά να αποσυρθεί αφού τιμήθηκε με το βραβείο ανδρείας. Κι αυτά πριν να βρεθεί στην Τουρκία ως πολεμικός ανταποκριτής της Toronto Star, μόλις 23 χρονών. Μέσα από το λογοτεχνικό του ταλέντο, που φανερώθηκε μέσα στα επόμενα χρόνια, ο συγγραφέας δίνει συγκλονιστικές περιγραφές μιας περιόδου που έχει σημαδέψει την ψυχή του Νεοέλληνα, μ’ όλο που κοντεύει να περάσει σχεδόν ένας αιώνας από τότε. Σ’ ένα από τα κείμενα αυτά, στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη, «Στην προκυμαία της Σμύρνης», που θεωρείται αριστούργημα γραφής και διδάσκεται, καθώς είδαμε στο Ιντερνέτ, στους φοιτητές αγγλικής φιλολογίας σε πολλά πανεπιστήμια, γράφει: «Είχαμε ρητές εντολές να μην επέμβουμε, να μη βοηθήσουμε… Το πλοίο μας είχε τόση δύναμη που θα μπορούσαμε να βομβαρδίσουμε όλη τη Σμύρνη και να σταματήσουμε το μακελειό, αλλά η εντολή ήταν να μην κάνουμε τίποτα… Το παράξενο ήταν, είπε [ο υποτιθέμενος αξιωματούχος του αμερικάνικου πολεμικού που διηγείται την ιστορία], πώς ούρλιαζαν κάθε νύχτα τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν αυτή την ώρα. Ήμασταν στο λιμάνι κι αυτές στην προκυμαία και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Στρέφαμε πάνω τους τους προβολείς και κι αυτές τότε σταματούσαν. …». Ο Χεμινγουέι ως πολεμικός ανταποκριτής είναι πιο σαφής. Ξέρει ότι 1.250.000 Έλληνες διώχτηκαν από τα σπίτια τους με την ανταλλαγή των πληθυσμών: «Ό,τι και να πει κανείς για το πρόβλημα των προσφύγων στην Ελλάδα δεν πρόκειται να είναι υπερβολή. Ένα φτωχό κράτος με μόλις 4 εκατομμύρια πληθυσμό πρέπει να φροντίσει για άλλο ένα τρίτο των κατοίκων. Και τα σπίτια που άφησαν οι Μουσουλμάνοι που έφυγαν δεν επαρκούν σε τίποτα, χώρια η διαφορά στο επίπεδο κουλτούρας που είχαν συνηθίσει οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη». Σε μια άλλη ανταπόκρισή του στη «Σταρ» γράφει: «Βρίσκομαι σε ένα άνετο τρένο, αλλά με τη φρίκη της εκκένωσης της Θράκης, όλα μου φαίνονται απίστευτα. Έστειλα τηλεγράφημα στη «Σταρ» από την Αδριανούπολη. Δεν χρειάζεται να το επαναλάβω. Η εκκένωση συνεχίζεται…. Ψιχάλιζε. Στην άκρη του λασπόδρομου έβλεπα την ατέλειωτη πορεία της ανθρωπότητας να κινείται αργά στην Αδριανούπολη και μετά να χωρίζεται σ’ αυτούς που πήγαιναν στη Δυτική Θράκη και τη Μακεδονία. .. Δε μπορούσα να βγάλω από το νου μου τους άμοιρους ανθρώπους που βρίσκονταν στην πομπή γιατί είχα δει τρομερά πράγματα σε μια μόνο μέρα. Η ξενοδόχισσα προσπάθησε να με παρηγορήσει με μια τρομερή τούρκικη παροικία: «Δε φταίει μόνο το τσεκούρι, φταίει και το δέντρο». (Toronto Star, 14 Νοέμβρη 1922) «Η υποχώρηση του ελληνικού στρατού ήταν μια θλιβερή υπόθεση, αλλά δε χρειάζεται να κατηγορούμε γι’ αυτό τον απλό Έλληνα φαντάρο. Ακόμα και όταν γινόταν εκκενώσεις περιοχών οι Έλληνες δρούσαν ως πραγματικοί στρατιώτες. Ο Κεμάλ θα είχε μεγάλο πρόβλημα αν ήταν να τους αντιμετωπίσει στη Θράκη. Ο λοχαγός Wittal του Ινδικού Ιππικού, που βρισκόταν στην Ανατόλια ως παρατηρητής κατά τη διάρκεια του πολέμου των Ελλήνων με τον Κεμάλ, μου είπε: «Οι Έλληνες στρατιώτες ήταν μαχητές πρώτης κατηγορίας. Οι αξιωματικοί τους ήταν άριστοι…. Θα μπορούσαν να έχουν καταλάβει την Άγκυρα και να τελειώσουν τον πόλεμο αν δεν είχαν προδοθεί». Κατά τον Χεμινγουέι η προδοσία αυτή πήγασε και από τους συμμάχους, αλλά και από τον βασιλιά Κωνσταντίνο που αντικατέστησε τους έμπειρους –αλλά βενιζελικούς- αξιωματικούς, με δικούς του «που ποτέ δεν είχαν ακούσει τον κρότο της μάχης». Και τελειώνει με μια πρόταση που δεν θα την έγραφε ποτέ ένας απλός δημοσιογράφος αν δεν είχε μέσα του το ταλέντο του μεγάλου νομπελίστα συγγραφέα: «Όλη μέρα περνούν δίπλα μου, λεροί, εξαντλημένοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι στρατιώτες που βαδίζουν στη γκρίζα γυμνή ύπαιθρο της Θράκης. Χωρίς μπάντες, χωρίς [ανθρωπιστικές] οργανώσεις να τους ανακουφίσουν, χωρίς τόπο να ξαποστάσουν, παρά γεμάτοι ψείρες, με βρώμικες κουβέρτες και κουνούπια όλη τη νύχτα. Είναι οι τελευταίοι από αυτό που ήταν κάποτε η δόξα της Ελλάδας. Κι αυτό είναι το τέλος της δεύτερης πολιορκίας της Τροίας» (Toronto Star, 3 Νοεμβρίου 1922). Μπορεί ο συγγραφέας να ήταν σκληραγωγημένος και από τη φύση του (πλην των άλλων ήταν και μποξέρ) ή από τη ζωή του ως πολεμικός ανταποκριτής, αλλά δε μπορεί αν μη συγκινηθεί με τόσο πόνο. Χρόνια αργότερα, αφού είχε καλύψει δημοσιογραφικά και τον εμφύλιο πόλεμο στην Ισπανία, μιλώντας μέσα από το στόμα ενός ήρωά του γράφει: «Δε θέλω να κοιμηθώ γιατί έχω τη προαίσθηση ότι αν κλείσω τα μάτια μου στο σκοτάδι και αφεθώ στον εαυτό μου, η ψυχή μου θα βγει από το σώμα». Σε ένα από τελευταία του άρθρα από την Τουρκία στην Τορόντο Σταρ γράφει: «Ποιος θα θρέψει τόσο πληθυσμό; Κανένας δεν το ξέρει και μέσα στα επόμενα χρόνια ο χριστιανικός κόσμος θα ακούει μια σπαρακτική κραυγή που ελπίζω να φτάσει και ως τον Καναδά: «Μην ξεχνάτε τους Έλληνες!». Μόλις πριν από λίγο καιρό η διεθνής «Οργάνωση των Ακαδημαϊκών για τις Γενοκτονίες» αναγνώρισε ως γενοκτονία όχι μόνο αυτή των Ποντίων αλλά και των Ελλήνων της Ανατολίας. Η κραυγή του Χεμινγουέι έχει επί τέλους φτάσει όχι μόνο στον Καναδά, αλλά και σε όλο τον κόσμο. Ο Έρνεστ Χεμινγουέι γεννήθηκε στις ΗΠΑ το 1899. Υπηρέτησε ως εθελοντής νοσοκόμος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου και τραυματίστηκε βαριά. Μόλις 20 χρονών διετέλεσε πολεμικός ανταποκριτής της «Τορόντο Σταρ» στην Ευρώπη και περιέγραψε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1925 εκδίδει το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο του «Στην εποχή μας» με πρώτο διήγημα το διήγημα «Στην προκυμαία της Σμύρνης». Το 1929 εκδίδει το μυθιστόρημα «Αποχαιρετισμός στα όπλα» που γίνεται παγκόσμια επιτυχία. Το 1933 κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του «Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρου». Το 1940 δημοσιεύεται το βιβλίο του «Για ποιον χτυπάει η καμπάνα». Όλα αυτά τα έργα του γυρίστηκαν σε ταινίες, με το τελευταίο να αποσπά βραβείο Όσκαρ ηθοποιίας η Κατίνα Παξινού. Το 1952 εκδίδει το μυθιστόρημα «Ο γέρος και η θάλασσα». Το 1954 τιμάται με το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία. Το 1961, σε ηλικία μόνο 62 χρονών, αποφασίζει ο ίδιος να δώσει τέλος στην πολυτάραχη ζωή του. (Το άρθρο μας αυτό στηρίχτηκε κυρίως στα βιβλία του «Dateline: Toronto”, 1985, “In Our Times”, 1925 και «On the Quai at Smyrna”, 1995). Καλά σας βράδια Ε.-
Αντιγράφω ... (λυπάμαι που δεν θυμάμαι από που αντέγραψα τα παρακάτω ....)
Στο θρυλικό «Και» παρουσιάστηκε το έργο «Η Προκυμαία της Σμύρνης»
Για τη Σμύρνη, την καταστροφή της και τον διωγμό των Ελλήνων κατοίκων της, έχουν γραφτεί πολλά (ιστορικά, μυθιστορήματα, κ.ά.) αξιόλογα βιβλία. Όμως το «νεογέννητο» δίτομο έργο, «Η Προκυμαία της Σμύρνης, Ανιχνεύοντας ένα σύμβολο προόδου και μεγαλείου» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΑΠΟΝ στην Αθήνα, είναι μοναδικό στο είδος του και στη διεθνή βιβλιογραφία. Συγγραφείς του έργου είναι οι σμυρναϊκής καταγωγής Γιώργος Πουλημένος, αναλυτής-προγραμματιστής, και Αχιλλέας Χατζηκωνσταντίνου, ειδικός στα γεωγραφικά πληροφοριακά συστήματα, μελετητής της σμυρναίικης ιστορίας και τοπογραφίας. Το δίτομο έργο αποτελεί καρπό πολυετούς και επίπονης προσπάθειας των συγγραφέων.
Η μοναδικότητά του έγκειται στο ότι αποτελεί μια πρωτότυπη παρουσίαση της περίφημης Προκυμαίας της Σμύρνης. Από την ολοκλήρωση του έργου το 1875 έως την πυρπόληση της Σμύρνης το 1922, το θαλάσσιο μέτωπο, γνωστό ως «Και», με τα πολυτελή μέγαρα, τα θέατρα και τα καφενεία, τα ξενοδοχεία και τα προξενεία και βέβαια το λιμάνι, έγινε η πιο χαρακτηριστική εικόνα της κοσμοπολίτικης πόλης και το σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής.
Play
Current Time 0:00
/
Duration Time 0:01
Remaining Time -0:00
Stream TypeLIVE
Loaded: 0%
Progress: 0%
0:00
Fullscreen
00:00
Mute
Playback Rate
1
Subtitles
subtitles off
Captions
captions off
Chapters
Chapters
Το δίτομο έργο παρουσίασε στη διάρκεια περιδιάβασης στον φυσικό του χώρο, το θρυλικό «Και» (Quais) κατά τον 19ο αιώνα, λεωφόρος Κεμάλ Ατατούρκ σήμερα, ο Αχιλλέας Χατζηκωνσταντίνου, σε περίπου 50 μέλη της Πολιτιστικής Εταιρείας ΠΑΝΟΡΑΜΑ, που ταξίδεψαν ειδικά στη Σμύρνη από την Αθήνα με επικεφαλής την ιστορικό Μαριάνα Κορομηλά.
Το δίτομο βιβλίο αναφέρεται διεξοδικά στην προκυμαία της Σμύρνης, εκεί όπου γράφτηκε, πριν 96 χρόνια, ο επίλογος της καταστροφής της πόλης και των Ελλήνων κατοίκων της το 1922. Η προκυμαία ήταν ένα τεράστιο για την εποχή του (1869-75) κατασκευαστικό έργο και παράλληλα ο καθρέφτης της πόλης. Φιλοξένησε, σύμφωνα με τον Αχιλλέα Χατζηκωνσταντίνου, στα 3.350 μέτρα του μήκους του όλων των ειδών και χρήσεων κτίσματα, όπως: κατοικίες, προξενεία, λέσχες, κινηματοθέατρα, καφεζυθοπωλεία, ξενοδοχεία, γραφεία, αποθήκες, τράπεζες και κρατικές υπηρεσίες.
Σήμερα ο επισκέπτης βλέπει ελάχιστα από αυτά ως αποτέλεσμα τόσο της καταστροφικής πυρκαγιάς του Σεπτεμβρίου του 1922 όσο, και κυρίως, της ξέφρενης ανοικοδόμησης της περιόδου 1950-70 που άλλαξε πλήρως την εικόνα του παραλιακού μετώπου της πόλης. Επιπλέον, σήμερα έχει μεταβληθεί ακόμα και η ίδια η τοπογραφία της προκυμαίας, μετά τα έργα της επιχωμάτωσης της δεκαετίας του 1990, με αποτέλεσμα να χαθεί η ζωτικής σημασίας επαφή της με τη θάλασσα.
Το δίτομο έργο των Πουλημένου και Χατζηκωνσταντίνου παρουσιάζει με πρωτότυπο και εποπτικό τρόπο το «Και» ως , όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, «ένα ενιαίο αρχιτεκτονικό, τοπογραφικό και ιστορικό σύνολο».
Οι συγγραφείς του βιβλίου αξιοποίησαν το σύνολο των διαθέσιμων πηγών (βιβλιογραφία, τύπο, φωτογραφίες, χάρτες, εμπορικούς οδηγούς κ.ο.κ.) στην Ελλάδα και διεθνώς. Μελετήθηκαν εκατοντάδες καρτ-ποστάλ και πανοράματα, όπου αποτυπώνονται τα μεγαλοπρεπή ιδιωτικά μέγαρα, θέατρα, καφέ, προξενεία, λέσχες και ξενοδοχεία του «Και», καθώς και η ζωηρή κίνηση του λιμανιού.
Πρόκειται για τις διαφορετικές πτυχές του δημόσιου και ιδιωτικού βίου της Σμύρνης, μιας σημαντικής πόλης-κόμβου που, αν και βρισκόταν στην Ανατολή, ανέπνεε για αιώνες τον αέρα της Δύσης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ιστορία των ενοίκων του «Και», που αποτελούσαν μέλη μίας δυναμικής, πολυεθνικής κοινωνίας.
Με βάση αυτά το καθένα από τα 200 και πλέον κτίσματα που καταγράφηκαν, μελετήθηκε και σχεδιάστηκε ξεχωριστά, ενώ με την χρήση ψηφιακής τεχνολογίας επιχειρήθηκε για πρώτη φορά μία συνολική ανασύσταση του παραλιακού μετώπου της Σμύρνης, που συμπληρώνεται με πλούσιο φωτογραφικό υλικό.
Στην περιδιάβαση στο «Και» για την παρουσίαση του βιβλίου αναβίωσε η «χρυσή εποχή» της πρωτεύουσας της Ιωνίας.
Ο Αχιλλέας Χατζηγεωργίου αναφέρθηκε διεξοδικά στην ιστορία της περιοχής και έκανε στάσεις στα 14 κτήρια του «Και» της προ του 1922 εποχής, που σώζονται σήμερα πλήρως ή μερικώς. Αυτά είναι:
1. Οικία (Ataturk Caddesi» Cd 364).
2. Οικία Αθανασούλα / Κωνσταντινίδη (Ataturk Caddesi Cd 362) 3. Οικία Lafont (Ataturk Cd 360) 4. Οικία Παπαδημητρίου ( Ataturk Cd 264) 5. Οικία Καπετανάκη - Ελληνικό Γενικό Προξενείο (Ataturk Cd 262)
Πρόκειται για την κατοικία του Εμμανουήλ Καπετανάκη ή Απέργη, πλούσιου εμπόρου και κατασκευαστή κυτίων συσκευασίας αποξηραμένων σύκων και σταφίδων. Ο Καπετανάκης, Ιταλός υπήκοος, το 1921 νοίκιασε το οίκημα στο Ιταλικό προξενείο. Κατόπιν ήρθε πρόσφυγας στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε πρώτα στην Πάτρα και μετά στην Πεύκη όπου και πέθανε, αφήνοντας με διαθήκη την κατοικία του στο Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να στεγάσει το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στη Σμύρνη. Τα εγκαίνια αυτού του προξενικού κτίσματος έγιναν στις 24 Οκτωβρίου του 1955, μόλις ενάμιση μήνα μετά τα «Σεπτεμβριανά» (6-7 Σεπτεμβρίου), στη διάρκεια των οποίων κάηκε η προηγούμενη έδρα του. Από τον περασμένο Σεπτέμβριο το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στεγάζεται και πάλι στην οικία Καπετανάκη, η οποία ανακαινίστηκε εκ βάθρων.
6. Οικία Dussaud - Guiffray (Ataturk Cd 260) 7. Οικία Spartali (Σπαρτάλι) - Μουσείο Κεμάλ Ατατούρκ (Cd 242) 8. Γαλλικό Προξενείο (Cumhuriyet Blv 153) 9. Ξενοδοχείον «Λονδίνον» (Ataturk Cd 40) 10. Ξενοδοχείον «Αίγυπτος» (Ataturk Cd 158) 11. Μέγαρο Rees (Ataturk Cd 152) 12. Καφενείο «Χρυσούν Απίδιον» (Ataturk Cd 146 & 150) 13. «Μέγα Ξενοδοχείον Ο Παράδεισος» (Ataturk Cd 114) 14. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Sk 1344 No:2)
Κατά την διάρκεια της περιδιάβασης στην ιστορική προκυμαία της Σμύρνης τα μέλη της Πολιτιστικής Εταιρείας ΠΑΝΟΡΑΜΑ επισκέφθηκαν το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος, όπου έτυχαν εγκάρδιας υποδοχής από την Γενική Πρόξενο, Αργυρώ Παπούλια. Η Γενική Πρόξενος τους μίλησε για την ιστορία του Προξενείου, τις περιοχές της δικαιοδοσίας του και το ρόλο που επιτελεί. Τόνισε ότι στόχος, ο οποίος υπηρετείται μέσα από πολιτιστικές, εμπορικές και άλλες δραστηριότητες, είναι η προώθηση των θέσεων της Ελλάδος και η καλλιέργεια σχέσεων φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των λαών των δύο χωρών. Ο Αχιλλέας Χατζηκωνσταντίνου και η Μαριάνα Κορομηλά πρόσφεραν στην κ. Παπούλια το δίτομο έργο για την βιβλιοθήκη του Γενικού Προξενείου.
Τα μέλη της πολιτιστικής εταιρείας ΠΑΝΟΡΑΜΑ ξεναγήθηκαν στο αρχαιολογικό μουσείο και στην αρχαία αγορά από την Μαριάνα Κορομηλά και πριν αναχωρήσουν για την Αθήνα επισκέφθηκαν σωζόμενες από την πριν το 1922 περίοδο οικίες στον Μπορνόβα και στον Βουτσά.
-Το δίτομο έργο «Η Προκυμαία της Σμύρνης, Ανιχνεύοντας ένα σύμβολο προόδου και μεγαλείου» θα παρουσιαστεί σε ειδική εκδήλωση στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου (19.00) στο αμφιθέατρο Cotsen Hall της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών. Θα μιλήσουν οι Κώστας Σταματόπουλος, ιστορικός-συγγραφέας, Μαριάννα Κορομηλά, ιστορικός, Ανδρέας Γιακουμάτος, καθηγητής Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, Γιάννης Μέτζικωφ, σκηνογράφος-ενδυματολόγος, και οι συγγραφείς. Καλά σας βράδια Ε.-
" - ΄Οσοι και να σ΄αγαπήσουνε κόρη μου... δε θα σ' αγαπήσουνε όσο εσύ ..."
Αααχχ .... ετούτο να στο λέω όχι για να σε στεναχωρήσω κοκόνα μου αλλά για να μη στεναχωριέσαι και να μη μου στεναχωρηθείς τότες μετά... ΄Ακουέ τη τη γιαγιά ...
ή για ... που θα 'ναι λίγοι ή για... που θα ΄ναι κάποτες μετά...