28 Αυγούστου 2013

Aλλού βαρεί κι αλλού ματιάζει...


 Μεγάλη η χάρη του! Του Αγίου Φανουρίου σήμερα...

Δεν πιστεύω κανείς σας να έταξε φανουρόπιτα για να φανερωθώ, αλλά να ΄μαι!!!


Πολυαγαπημένη...
Παρακάτω θα σας φανερώσω - νομίζω άλλωστε πως σήμερα ειδικά επιβάλλεται- τη συνταγή της πιο εύκολης, πιο γρήγορης, πιο οικονομικής, πιο νόστιμης, πιο τέλειας, πιο υπέροχης, πιο φανταστικής, πιο τρυφερής ..., πιο γλυκειάς, πιο ..., φανουρόπιτας!!! Η συνταγή της νενές μου φυσικά και φυσικά απόλυτα αυθεντική σμυρνέικη! Εν τω μεταξύ λέω να κλαψουρίσω λίγο γιατί φέτος διακοπές γιοκ, όσο κι αν όλο αυτόν τον καιρό όλα ήταν λάιτ. Λάιτ στο γραφείο, λάιτ στο σπίτι, λάιτ στο πορτοφόλι και λάιτ -και τι λάιτ- ο καιρός! Είχαμε -λένε τα κανάλια- το ζεστότερο Ιούλιο των τελευταίων 100 χρόνων, είχαμε επίσης τον περισσότερο και φωτεινότερο ήλιο των τελευταίων 60 χρόνων, είχαμε, είχαμε ...πολλά και διάφορα και όμορφα αλλά θάλασσα δεν είχαμε! Και μου ΄λειψε η θάλασσά μας πολύ-πολύ! Εν πάσει περιπτώσει. Παρηγοριέμαι πάντως με τη σκέψη ότι την επόμενη εβδομάς, ημέρα Δευτέρα, πάω νότια! Προορισμός, Πορτογαλία. Αλλά μέχρι να φτάσω εκεί...

Η φανουρόπιτα ψήνεται, το σπίτι μοσχοβολάει, ο καφές δίπλα μου αχνίζει, ενώ...
(Παραλίγο... Με το άρωμα του καφέ ΙΙΙ - που θα συνεχιστεί...)


Βουρλά
πολυαγαπημένα μου
"Μπρε κόρη μου, κάμε μου ένα καφεδάκι...φέρε μου... έχει; ένα κομματάκι λιμπίστικα... από τη φανουρόπιτα τσι αννές σου... μοσχοβόλισε χτες ολάκερο το σπίτι ... ήκαμε και για τις αδερφάδες της... πουυυυ αυτές... κονομήσανε και δεν ασχολούνται με τέτοια...  μόνο ο κύρης σου κι η αννέ σου κρατούνε ακόμα τα δικά μας... κι εμείς, οι καλά παλιωμένοι... λίγοι όμως κόρη μου, λίγοι... πάνε κι αντέτια, πάνε και παραδόσεις... πάει η ομορφιά του παλιού και του δικού ...ξεχνούνε πως τα χέρια εφτιάχτηκαν πριν απ΄τα πηρούνια...  θαμπωθήκανε όλοι από τη μόδα και την ευκολία... χάθηκε η χάρα του κόπου και του δύσκολου σαν τα κατάφερνες... όλοι θέλουνε τα γρήγορα, τα εύκολα, τα καινούργια... λες κι εμείς δεν εζήσαμε... δύσκολα ναι, μα εζήσαμε... κι είμαστε περήφανοι... πόσες φορές δεν εστήσαμε σπιτικά...  πόσες δεν ετρέξαμε κυνηγημένοι... πόσες δεν εκλάψαμε...  Αχ... αυτά που εζήσαμε εμείς αν τα έβρουνε μπροστά τους οι νεότεροι μέρες θα ετρέχουνε μακριά... ή που θα τα κάμουνε απάνω τους... γεια στα χεράκια σου κόρη μου... την ευχή μου να ΄χεις,  τον καχβέ σου φτιαγμένο απ΄ την εγγόνα σου να πίνεις... σαν κι εμένα...

....του ΄Αι Φανούρη σήμερα... αν δεν φάμε και σήμερα φανουρόπιτα πότες θα την φάμε ντε... Θυμάσαι, ναι; Η φανουρόπιτα πάει σαν το χαλβά... 1 μέτρο λάδι, ζάχαρη όχι πολλή -ίσα ν΄ακουμπάει η γλύκα στη γλώσσα-  πες 2 μισογεμάτα, τόσο να της εβάνεις... 3 νερό, 3 κουταλάκια σόδα, κανέλλα, γαρύφαλλο, καρύδια, σταφίδες... α, και αλεύρι όσο "σηκώσει"

"Mα νενέ, έτσι λέει και η μαμά μου... "όσο σηκώσει, όσο πάρει". Γιατί δε λέτε, μισό κιλό, ένα κιλό, 4 φλυτζάνια, 6 φλυτζάνια; Πως να ξέρω εγώ πόσο θα σηκώσει;"

"Mπρε, μην ανάφτεις! Εμείς έτσι το είχαμε! Zύμωνες κι έπλαθες από μικρή, μια, δυο, τρεις, ήβλεπες και μάθαινες και ήνιωθες το ζυμάρι...  ήφτανε η αφή, το μάτι, το χέρι κι ο νους για να πετύχουν τη δόση…"

(Αχ, αυτό το "όσο σηκώσει" είναι όλη η μαγκιά της μαγείρισσας! Λοιπόν αντικαταστήστε το αλεύρι με αλεύρι που φουσκώνει μόνο του και ξεχάστε τη σόδα, υπολογίζοντας πως θα "σηκώσει"  αλεύρι, 3/4 του κιλού περίπου. ΄Oσο για το ψήσιμο, αεράτο, 170 βαθμοί για κάνα 50λεπτο. Δοκιμάζουμε ξέρετε πως. Mαχαίρι στεγνό, το μπήγουμε στο κέντρο της πίτας, το ξεμπήγουμε κι αν το μαχαίρι εξέλθει απολύτως καθαρό, η πίτα μας είναι έτοιμη. Bγάζουμε το ταψί απ΄το φούρνο ε, και τον σβήνουμε. Kαι κάτι άλλο. Δεν γνωρίζω εγώ το ταψί σας. Εσείς το γνωρίζετε. Σκεφτείτε λοιπόν από πριν ποιο απ΄τα ταψιά σας, θα χρησιμοποιήσετε ώστε οι αναγραφόμενες δόσεις να έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Mια υπέροχη "ζήτα και θα σου δοθεί" πίτα!).

"... κι ανακάτωμα καλό ώπου χυλός να γενεί... χυλός, μα όχι να τρέχει μα μήτε να στέκεται... και λίγο ζουμί πορτοκάλι και σησάμι άμα σ΄αρέσει... λαδώνεις κι αλευρώνεις το τεψί και ψήνεις... κι έχεις το μυαλό σου στο ψήσιμο και το μάτι στο φούρνο...  η σειρά θέλει να βάλεις πρώτο στη λεκάνη το λάδι, μετά τη ζάχαρη και το νερό... τ΄ανακατώνεις με το χέρι γερά-γερά και μετά βάνεις τα μυρωδικά, γαρύφαλλο, κανέλλα... ανακατώνεις... βάνεις το πορτοκάλι ζουμί ή ξύσμα και τ΄αλεύρι... ανακατώνεις συνέχεια, καρύδια και σταφίδες... κι όπως είπαμε, ρόγδι άμα έχεις... ρίχνεις το χυλό στο λαδωμένο ταψί... βάνεις και το σησάμι...  θέλεις μέσα στο χυλό, θέλεις από πάνω... Πε μου τώρα  πως πάει ο χαλβάς... "



"Ξέρω νενέ μου, ξέρω..."

"Λέγε μπρε σου λέω... να ειδώ κι άμα μου αφουγκράς... που όλο με βάνεις να μιλώ και να λέω σου  ... όλο ξέρεις, ξέρεις... λέγε..."

"Να... 1 μέτρο λάδι, 2 σιμιγδάλι, 3 ζάχαρη, 4 νερό... κανέλλα, αμύγδαλα ασπρισμένα, σταφίδες, σησάμι..."
Ο πολυαγαπημένος της γιαγιάς μου τόπος
 Βουρλά ή Βρύουλα ή αλλιώς
Αρχαίες Κλαζομενές

"΄Αιντε σου, καλά τα είπες... πες εδά, εγώ τι έλεγα πριν τους χαλβάδες... Α, ήλεγα για τον ΄Αγιο... Φανούρης τ΄όνομά του και φανέρωνε τ΄αφανέρωτα... κατά εμάς, εφανέρωνε τους γαμπρούς στις κοπελιές... στους άλλους, λέει, εφανέρωνε τα χαμένα... ότι κι αν ήσαντε αυτά... το χαμένο ζωντανό, το χαμένο καλό ρολόγι... σ΄εμάς το είχαμε αλλιώς... στην αρχή ήτονε οι γαμπροί, μετά ήλλαξε και του εζητούσαμε ο καθένας κι άλλο ... άλλος τού εζήτανε υγεία, άλλος δουλειά, άλλος το χαμένο παρασόλι... λίγοι ήσαντε αυτοί -σαν τον πάππο μου- που ελέγανε πως φανερώνει το δρόμο του Θεού και της συμπόνοιας... η νενέ μου πάλι ήλεγε "για όλα κάμει η πίτα του Αγίου.... ζήτα και θα σου δοθεί, ήπρεπε να την ελένε... ΄Αγιος είναι, για τα ζητούμενα είναι...  όλα τα φανερώνει... "

"Τι να σου πω κόρη μου... ξέρω κι εγώ... κι εγώ τότες σαν κοπέλλα το γαμπρό εζητούσα να μου εφανερώσει... βέβαια τον επαρακάλαγα να είναι ο παππούς σου κι όχι άλλος ... Μετά, σαν ήρθαμε εδώ καμμένοι... τους χαμένους μας και μια παράγκα τού εζητούσε να μας εφανερώσει η αννέ μου,  το ίδιο κι εγώ... μια παράγκα να βάλουμε το κεφάλι μας από κάτω... σαν ήρθε η παράγκα, πάλι για τον παππού σου τον επαρακάλενα... και ήρθε ο Ηλίας, ήρθαν τα παιδιά κι άλλαξα το παρακάλι... και υγεία τού εζήταγα να μας χαρίζει... μπορεί και να έκαμα και λάθος... για την υγεία ήτονε άλλος ο ΄Αγιος... αν εθυμώνουνε κι οι άγιοι μπορεί και να μου εθύμωσε... όπως ήλεγε κι ο πάππος μου ... "΄Ολοι οι ΄Αγιοι είναι του Θεού μα κάθε ΄Αγιος είναι για δικού του... μ΄ότι του ΄χει αναθέσει ο Θεός έχει ν΄ασχολείται..." 

".... άιντε... κι ήπιασα τις ανοησίες πάλι... κάποτε όλ΄αυτά όμως δεν ήταν ανοησίες... οι ανθρώποι ήσαντε αλλιώς... τώρα πια, άλλο μυαλό κυβερνάει τους αθρώπους...  ανοησίες τα βρίσκουν οι περισσότεροι... μα κάλιο να μην τους κάτσει κακό... γιατί σα  τους κάτσει αναποδιά... για, μάνα μου, για Παναγιά μου, αναφωνάνε όλοι τους και.. τάζουνε..."

"Μα λέγαμε άλλα...  κουβέντα κάναμε για τη φανουρόπιτα... ΄Ακουε λοιπόν...

Τη φανουρόπιτα την εκάμεις για τη μάνα του Αγίου... ΄Ητονε λέει αμαρτωλή, στριμμένη, κακή κι ανάποδη και καρδιά δεν είχενε... κανένας δεν την εχώνευε, ούτε της εμίλαγαν, ούτε την συγχρωτίζονταν... μια στιγμής απόθανε... άθρωπος δεν εφάνει μήτε στην παρηγοριά μήτε στη συγχώρεσή της... Ο γιος της που δεν είχενε αγιάσει ακόμα,  εστεναχωρήθηκε πολύ αλλά και τι να κάμει ... πάντα του όμως το εθυμότανε και πάντα στενοχωριότανε ... σαν άγιασε λοιπόν κι άρχισε ο κόσμος να του κάμει την πίτα του,  τότε ήτο που εζήτησε από τους πιστούς να του την εκάμουνε αλλά στ΄όνομα της μάνας του... θα  σκέφτηκε ο ΄Αγιος πως, πίτα-πίτα, συγχώρεση-συγχώρεση, κάποτε θα συγχωρεθεί... θα τη συγχωρέσει Θεός και άθρωποι... ΄Ετσι οι νοικοκυρές σαν την εφτιάχνουνε,  λένε "Θεός σχωρέστη τη μάνα του Αγίου Φανουρίου... κοπανάς τα καρύδια, Θιος σχωρέστη... ρίχνεις τις σταφίδες, Θιος σχωρέστη, ρίχνεις τ΄αλεύρι, τη φουρνίζεις, Θιος σχωρέστη...


Την επάς στην εκκλησιά, να στην εδιαβάσει ο ιερέας... πίτα του Αγίου χωρίς διάβασμα είναι ντροπή και χαράμι πάει το τάξιμο  κόρη μου... για να διαβάσει ο ιερέας την ευχή σού ζητάει όνομα... πρόσεχε, δεν λες το εδικό σου επειδή εσύ την ήκαμες ή την ήταξες... δίνεις τ΄όνομα αυτού οπού γι΄αυτόν την ήταξες... ύστερα διαβάζεται η ευχή του Αγίου, σε 40 κομμάτια την κόφτεις και την εμοιράζεις στον κόσμο... να σχωρέσει ο κόσμος την κακόχαρη... ν΄ακούει να φχαριστιέται ο ΄Αγιος... Μα ένα κομμάτι τουλάχιστον το γυρίζεις στο σπίτι... όπως και με τα στερνά... πίτα και στερνά που δεν εμπαίνουνε στο σπίτι απ΄όπου  εβγήκανε, δεν είναι πρέπο... γρουσουζιά το ΄χουμε... να το θυμάσαι... Δυο ειδώ είναι οι πίτες... το είπαμε αυτό; Για αυτή με τα 7 χρειαζούμενα κάμουμε, για εκείνη με τα 9... η νενέ μου πρώτα εμετρούσε τι χρειαζούμενα είχενε στο ντολάπι και μετά έβανε μπρος τη φτιάξη... είχενε 7 την ήκαμε με 7, είχενε 9, την ήκαμε με 9... για γλυκειά πίτα του ΄Αι Φανούρη, για πίτα του αιτούντος φτωχού την ονομάτιζε, για γλυκό της νηστείας... Κι αν δεν είχενε γαρύφαλλο, δεν έβανε και καλή ήταν... αν δεν είχενε σησάμι για πορτοκάλι, δεν έβανε και πάλι καλή ήταν... νηστήσιμη είναι και λιόλαδο θέλει, μα εκείνη την ήκαμε με σησαμόλαδο. άφθονο στον τόπο μας ... και τότες της έβανε και 5-6 δυο κουταλιές ταχίνι... αν την ήκαμε με λιόλαδο, ταχίνι δεν έβανε... "

"Μα θέλει ή δε θέλει ταχίνι νενέ μου; Nα ξέρω... "

"Θέλει και δε θέλει ... ταχίνι κόρη μου, δεν έχεις κάθε μέρα στο σπίτι... εμείς τότε στα μέρη μας είχαμε... άμα έχεις βάζεις... αδέρφια είναι, ταχίνι και σησαμόλαδο... ούτε σησαμόλαδο βρίσκεις εδώ... βάνε λάδι κι άσε το ταχίνι... άμα καμιά φορά έχουμε κι απ΄τα δυο, θα την κάμουμε να την εδοκιμάσεις... αν δεν τα ΄βρουμε... κάποτε θα την εκάμεις μόνη σου χωρίς εμένα... σαν τα ΄βρεις τα υλικά, θυμήσου το και θα με θυμηθείς... είναι πιο νόστιμη με το ταχίνι... και σαν είχα, όπως το θέλει, όχι η σμυρνέικη μα η βουρλιώτικη συνταγή, της έβανα και σπυριά ρόγδι... όπως έκαμε καμιά φορά η νενέ μου κι η αννέ μου... "

"Nενέ μου, πότε την κάνουμε τη φανουρόπιτα; "

"Kόρη μου, τη φανουρόπιτα την κάμουμε πρώτα απ΄όλα την παραμονή της χάρης τού Αγίου... μα και πριν... την τάζουμε που λέμε... κι όταν με τη βοήθεια του Aγίου μάς φανερωθούν τ΄αφανέρωτα, τότε του την επάμε στην εκκλησιά...

μόνο που εγώ, μερικές φορές, παρακαλώντας τον τού την επήαινα από πριν... 
μα του την επήαινα και μετά..."


Καλά σας βράδυα

Ε.-

H πίτα μου μοσχοβόλισε τον τόπο! Mόλις την εξήλθα εκ του φούρνου. 
Κι είναι μια απ΄τις φορές που είναι καμωμένη με σησαμόλαδο και ταχίνι... και ρόδι...
Την μελέτησα καθώς ήπρεπε, διαβάστηκε καθώς ήπρεπε, κόπηκε στα 40 καθώς ήπρεπε...


Κοπιάστε, έχει για όλους...

πάρτε και δεύτερο κομμάτι
φτάνει και παραφτάνει...
δεν είμαστε και πολλοί...
15 όλοι κι όλοι

Για τη γιορτή του την έκανα σήμερα, στη συγχώρεση της μάνας του τη μελέτησα, 
και στην εκκλησία την πήγα... στο όνομα της φιλενάδας διαβάστηκε η ευχή ...
καλά της νέα να μου φανερώσει ο ΄Aγιος
τον παρακάλεσα...

9 Αυγούστου 2013

Καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια...

Απόψε τη νύχτα έκανε μια καταιγίδα που ήταν όλη δική μας!!! 3 το πρωί και το δωμάτιο να θυμίζει αστραποβολούσα ντίσκο, όπως εκείνες του ΄80! ΄Εξω, ο αέρας να χοροστροβιλίζει τα δέντρα ενώ εμένα να μην λέει να κλείσει το μάτι μου. Πάντως παρότι Σάββατο σήμερα και παρότι θα μπορούσα να κοιμηθώ μέχρι αργούτσικα, δυστυχώς δεν. Το χούι το ΄χω εδώ και χρόνια τώρα, όπες άμα ξυπνήσω, ξύπνησα. Διπλός λοιπόν ο καφές το πρωί, καϊμακλής, βαρύς κι ασήκωτος για ν΄ανοίξει το μάτι και να πάρω μπρος. Κατά τα άλλα, η ζέστη ξαναγύρισε το πρωί, βαρειά, ο καιρός ξανάγινε λαπάς και καμιά όρεξη δεν έχω για βόλτα παρά τα σχέδια που έκανα χθες. ΄Ετσι λέω να συνεχίσω με τα του καφέ και τα του καφενέ. Καφενές είμαστε και στο γραφείο. Οι μισοί και βάλε την έχουν κάνει για τα 4 σημεία της ΕΕ ενώ όλα δουλεύουν στο ρελαντί!

Αυτός ήταν ο καφενές.!  ΄Η μισοί ή κι όλοι κι όλα στο ρελαντί! Εκτός απ΄τον ταμπή!

Με το άρωμα του καφέ ΙΙ

Οι θαμώνες -θαμά, αρχαϊστί συχνά-  οι συχνάζοντες/θαμώνες λοιπόν των καφενέδων/καφενείων ήταν πάσης τάξεως, κλάσεως κι επαγγέλματος αλλά όχι πάσης φύσεως και πάσης ηλικίας. Ο καφενές- καφενές ήταν άρρην και είχε και την ηλικία του! Σαν από καφενές μεταλλάχτηκε σε καφεποτείο ή καφέ-σαντάν ή καφέ-αμάν ή καφεζαχαροπλαστείο ή καφεζυθεστιατόριο ή καφέ-μπαρ άλλαξε τα ρούχα του ο καφενές, άλλαξε και η φύση του και η ηλικία του! Τα καφέ-αμάν -τουρκικής καταγωγής- παρέμειναν για πολύ καιρό καθαρόαιμα αρσενικά. ΄Ισως και να μην άλλαξαν φύση ποτέ! Τα καφέ-σαντάν -μας κουβαλήθηκαν από τη Φράντσα- κι ήταν κι έμειναν διπλής όψεως. Στα καφεζαχαροπλαστεία σύχναζαν και κυρίες και δεσποινίδες και οικογένειες. Στα καφεζυθεστιατόρια πήρε περισσότερο καιρό να αποκτήσουν γυναικείο πληθυσμό όσο για τα καφέ-μπαρ στην αρχή ξέπεφτε και καμιά γυναίκα, μετά ξέπεσαν πολλές και σαν περάσαμε στις καφετέριες... ο αχταρμάς, του αχταρμά... άντρες, γυναίκες και ... παιδιά συνοδευόμενα ή μη. 
Τώρα πια που καφενές...

"Ο καφενές κόρη μου ήταν για τσι άντρηδες... εμείς δεν επηγαίναμε ποτές... οι γυναίκες επίναμε τον καχβέ μας αναμετάξυ μας... στις κουζίνες, στις αυλές, στα πόρτεγα... αυτοί πάλι επεταγόσαντε ανάμεσα σε δουλειά και κάματο, ήπιναν έναν και πίσω πάλι στο τρέξιμο... ποιος ξέρει... ίσως εμείς να εδουλεύγαμε και περισσότερο τους και γι΄αυτό να μην είχαμε τη χρεία του καφενέ... ο καχβές πάντως ήταν αναπαμός και για μας και για κείνους... ήλεγαν δυο κουβέντες, τους ήλεγαν δυο κουβέντες... εμάθαιναν τα νέα, τι γυρίζει, τι μυρίζει... χαμπέρια καλά, άσχημα, παράξενα... σοδειές, τιμές, φορτώματα... και σαν δεν είχαν να πουν άλλ΄ απ΄αυτά ήπιαναν τα πολιτικά... εκεί, να ιδείς σαματά, εκεί να ιδείς φωνές και χτυπήμα το χέρι στο τραπέζι... παρεξηγήσεις και καβγάδες μεγάλοι εξεκίνησαν απ΄τους καφενέδες... ακόμα και μίση και μαχαιρώματα... χάλασαν κουμπαριές και γειτονίες... άμα ο καφενές είχενε το καλό και στα συβάζανε (συμβιβάζανε) οι άλλοι... ήμπαιναν στη μέση... δεν ήφηναν να παρατραβήξει το σκοινί... Ε,  κάποτες τέλειωναν τα πολιτικά... κι αρχίναγαν άλλα... Κομπασμούς και  ιστορίες... παλιές, δικές τους, του πάππου τους, του σογιού τους... κι άμε εσύ να βρεις ποιος τους ήλεγε αλήθειες και ποιος ψέμματα... Τον εχρειάζονταν τον καφενέ... εκεί το διασκεδάζανε, εκεί εγελούσαν, εκεί τσακωνόντανε... έτσι επέρναγαν τον καιρό τους... όλα επέρναγαν απ΄τον καφενέ... κι όλοι..."

"Ήσαντε κι αυτοί που το παρακάμανε... που τους ήχανες που τους ήβρισκες στον καφενέ αυτοί... άλλοι τεμπέληδες, άλλοι μεσάζοντες, άλλοι κακόμοιροι... δεν ήσαντε λίγοι αυτοί που έβρισκαν παρηγοριά στον καφενέ... άλλος δίχως σπίτι, άλλος δίχως γυναίκα και παιδιά...  Μωρέ και δίχως παράδες, ο καφενές σε δεχότανε... θες ο καφετζής, θες άλλος,  όλο και κάποιος έναν καχβέ θα σε εκέρναγε... και φίλεμα θα ΄βγαζες... ένα σιμίτ, ένα λοκούμ... την παρέα και μια κουβέντα την είχες σίγουρη... σίγουρος κι ο βερεσές... κι ήταν κι ο μόνος βερεσές που πολλές φορές ξεχνιότανε... κέρασμα και φίλεμα ήταν ο καχβές κόρη μου... μα ήταν και ξαπόσταμα, και φιλοξενία και συντροφιά... και κους-κους έφερνε και χάζι... και μάντεμα κι ότι θες ... "

"Δε γνώριζα άνθρωπο στα Βουρλά που να μην επέρναγε απ΄τον καφενέ 2-3 φορές και βάλε τη μέρα ... Οι δικοί μας με τους δικούς μας στους δικούς μας... οι ντόπιοι με τους ντόπιους στους ντόπιους... άσε που αυτοί σχεδόν ολημερίς τσάι...  ΄Εξω απ΄τον καφενέ επέρναγες κι ήριχνες ένα μάτι κι ήξερες ποια ήτο η πελατεία του... Και δεν μιλάω για κει... μιλάω για δώθε... Εκεί ήτο εύκολο...εμείς εξέραμε... αυτός που δεν ήξερε... ε, αφού ήβλεπε σαρίκια γύριζε κι ήφευγε... Δώθε ήταν αλλιώς... και στην αρχή, στις γειτονιές που μας ερίξανε που καφενές... τσαρδί και ψωμί δεν είχαμε... οι καφενέδες μάς εμαράνανε... Εστηθήκαμε στα πόδια μας, εβολευτήκαμε στις γειτονιές μας, αρχινίσαμε τον καχβέ στις αυλές μας... και μετά εφάνη ο πρώτος καφενές... Δεν ξέρω σε ποια γειτονιά και σε ποιο μαχαλά ήταν... πάντως οι άντρηδες ήρχισαν και πάλι να πηγαίνουν στον καφενέ... ζωήρεψαν... βγήκαν απ΄τα πόδια μας... πήγαιναν για καχβέ, τάβλι και ναργιλέ... να πουν, να τον πιουν, να τους πούνε, να μοιραστούν τα βάσανα... καφενεδάκια μικρά, ένας τσίγκος και μια οκά ασβέστης ήφτανε... 5 καρέκλες και 3 φιντσάνια,  έκαμαν δουλειά... φύτρωσαν ανάμεσα στους τσίγκους, στις χαμοκαλύβες και τα χαμόσπιτα... Σχεδόν όλα στήθηκαν σε μια νύχτα και κάποια μέρα χάθηκαν...  μερικά στήθηκαν γερά και πιάστηκαν... τα πρώτα-πρώτα στοίχειωσαν απ΄τις θύμησες, το δάκρυ και τις αναζητήσεις... εκεί τρέχαμε όλοι σαν ακούγαμε πως κάποιος απ΄τον τόπο μας κάπου φάνηκε... τρέχαμε να τον ειδούμε για να το πιστεύψουμε, τρέχαμε για να μάθουμε για τους χαμένους δικούς μας, τρέχαμε να παρηγορηθούμε... μας έτρεχε η ελπίδα..."

"Κι ο δικός μας ο καφενές, του παππού σου, έτσι ήτο... εμαθεύτηκε πως πρόσφυγας βουρλιώτης τον κουμαντάριζε και κάθε μέρα όλο και κάποιος για ολότελα για μισοαπελπισμένος να΄σου κι εμφανιζότανε λαχταρισμένος... να ρωτήσει ... να μάθει... ώσπου σβηστήκανε οι ελπίδες κι όσοι ερχόσαντε, ερχόσαντε για παρηγοριά... για να είναι ανάμεσα σε εδικούς τους... να καταλαβαίνονται... "

Σμύρνη-Αγορά 2010 και 2011 και 2012

Καλά σας βράδια

Ε.- 






(Αναλαμπή: Κάποτε μια φίλη με αποκάλεσε "καφεδόμπρικο"  -και μου άρεσε- θαυμάζοντας τους πόσους καφέδες μπορούσα να καταναλώσω εντός της ημέρας!)



Ανάρτηση - Παρένθεση

Περί καφέ γενικώς

Τότε στην αρχή

Καφελούλουδα
Καφές που... σκάει μύτη
Μέχρι αρχές του 20ου αιώνα τα καφενεία, λειτουργούν ως καφενεία αλλά κάνουν και τη δουλειά του καφεκόπτη, δηλαδή αγοράζουν ακατέργαστο τον καφέ, φρέσκο πράσινο καφέ. Κατ΄αρχύη τον καβουρδίζουν κι έπειτα τον αλέθουν σε μικρούς χειροκίνητους μύλους. Το καβούρδισμα, τέχνη μεγάλη, γίνεται μέσα σε ειδικά "τηγάνια" που είναι καλυμμένα με μεταλλικό καπάκι με χερούλι για ν΄ανασηκώνεται εύκολα κατ΄απαίτηση του συνεχούς ανακατέματος που χρειάζεται η σωστή παρασκευή καφέ. Το ίδιο επετυγχάνετο με περιστροφικό ψήσιμο, σε κύλινδρο, που λειτουργούσε όπως ακριβώς ο οβελίας του Πάσχα. Επόμενο βήμα το άλεσμα. Κι αυτό γινόταν είτε χειροκίνητα είτε με τη μέθοδο του κοπανίσματος. Τα μεγάλα και φημισμένα καφενεία μάλιστα είχαν ειδκό υπάλληλο που είχε σαν αποκλειστική του απασχόληση το κοπάνισμα του καφέ. Και το καβούρντισμα και το κοπάνισμα, συνηθιζόταν να γίνεται στην εμπατή-είσοδο του καφενείου για την προσέλκυση πελατείας αφού δύσκολα αντιστέκεται κάποιος στο άρωμα του καφέ. 
Περίπου μέχρι το 1900, δεν υπάρχουν μαγαζιά αποκλειστικά και μόνο για την πώληση του καφέ. Οι εισαγωγείς γενικού εμπορίου κάνουν τις εισαγωγές του καφέ, μαζί με το κακάο, τη ζάχαρη και το τσάι αλλά και διάφορα άλλα είδη διατροφής. Μετά ο καφές φεύγει προς κατανάλωση μέσω των εδωδιμοπωλείων ή καταστημάτων λιανικής πώλησης τροφίμων, των γνωστών "μπακάλικων" δηλαδή. Οι νοικοκυρές αγόραζαν όπως και τα καφενεία τον καφέ φρέσκο, σε πράσινους κόκους και τον επεξεργάζονταν στο σπίτι. Παλιά μάλιστα, πρόσθεταν και λίγο σιτάρι, κριθάρι ή ρεβίθι. Γιατί το έκαναν; Για να αβγατίσει ο καφές! ΄Ηταν μπορούμε να πούμε είδος πολυτελείας και κυρίως πολύ ακριβός για το μέσο εισόδημα της εποχής.
Τα πρώτα εξειδικευμένα καταστήματα, τα λεγόμενα Καφεποιεία, που γρήγορα μετονομάζονται σε Καφεκοπτεία, εμφανίζονται κάτι μεταξύ στο τέλος του 19ου, αρχή του 20ου αιώνα και αρχίζουν να ασχολούνται αποκλειστικά με την εισαγωγή, επεξεργασία και πώληση του καφέ έτοιμου για κατανάλωση. ΄Ενα απο τα πρώτα Καφεκοπτεία της Αθήνας είναι ο "Οίκος Μπέλκα" στη σημερινή Πλατεία Κοτζιά, τότε Πλατεία Δημοτικού Θεάτρου και το καφεκοπτείο Ανδρέα Ριζόπουλου στην ίδια περιοχή. Μετά εμφανίζεται το καφεκοπτείο Μισεγιάννη-Μάστορη, στο Κολωνάκι, αρχή της οδού Σκουφά ενώ το 1920 ανοίγει το πρώτο καφεκοπτείο Λουμίδη στον Πειραιά.
Η παρουσία του καφενείου, πρέπει να θεωρείται πως φτάνει πολύ βαθεία μέσα στο χρόνο και στην περιοχή, μακρά, αφού στις αφηγήσεις για την άλωση της Κωνσταντινούπολης, διάφοροι συγγραφείς και χρονικογράφοι αναφέρουν ότι η "Πόλη"  μπορεί να είχει από 300 έως 500 καφενεία.
Η ιστορία του καφέ: Προέλευση: Η ιστορία του καφέ ξεκίνησε στην Αιθιοπία, όπου ο θάμνος Coffea arabica μεγάλωνε ελεύθερα όπως όλοι οι θάμνοι. Ο καρπός χρησιμοποιήθηκε αρχικά ολόκληρος και αυτούσιος από τους κατοίκους, που είτε τον μασούσαν είτε τον άλεθαν σε μικρούς σβώλους. Η ονομασία του καφέ έχει τη βάση της στην αραβική λέξη qahhwa. Είναι παραφθορά ενός τμήματος της αρχικής αραβικής ονομασίας, η πλήρης είναι qahwat al-bknn, και σημαίνει "κρασί του κόκκου" και αναφέρεται στο γεγονός ότι ο καφές α. χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο του κρασιού, καθώς το Κοράνι απαγορεύει το αλκοόλ και β. λόγω του συναισθήματος της ευφορίας και της εγρήγορσης που προκαλεί.
Όταν ο καφές, έφτασε στην Ευρώπη, έγινε γνωστός ως "αραβικό κρασί". Υπάρχει όμως και μια άλλη εκδοχή που αποδίδει το όνομα του καφέ στο Βασίλειο της Κάφφα, περιοχή της Αιθιοπίας όπου εκεί πρωτοάρχισε να χρησιμοποιείται ο καφές. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι η προέλευση του καφέ και η ανακάλυψη των ιδιοτήτων του έδωσε τροφή και σε αρκετούς μύθους.Οι σημαντικότεροι είναι δύο. Πρώτος, αυτός που αποδίδει την ανακάλυψη των ιδιοτήτων του καφέ σε έναν Αιθίοπα γιδοβοσκό, ονομαζόμενο Καλντί. Αυτός ήταν που παρατήρησε ότι τα ζώα του γίνονταν πιο δραστήρια όταν έτρωγαν τους καρπούς του φυτού του καφέ. Εξού "μύθος των κατσικιών που χορεύουν" και στη συνέχεια αυτός που λέει ότι, ο καφές δόθηκε στον Μωάμεθ από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ προκειμένου να του χαρίσει δύναμη και αντοχή.
Από την Αφρική ο καφές πέρασε στην Υεμένη. Εκεί τον πρωτοπήγαν σκλάβοι από το σημερινό Σουδάν. Η πρώτη αναφορά του, γίνεται από μουσουλμάνους περίπου στο 900 μ.Χ. και ευρίσκεται στα γραπτά του Πέρση γιατρού Ραζί. Επίσης υπολογίζεται ότι η παρασκευή του καφέ, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, με καβούρδισμα των σπόρων, άλεσμα και μετά το βράσιμό τους, άρχισε γύρω στο 14ο αιώνα. Η δε πρώτη λεπτομερής αναφορά για την προέλευση και τη χρήση του καφέ είναι μια εργασία του Αμπντ Αλ Καντίρ Αλ-Τζαζίρι, το 1587. Στην εργασία αυτή αναφέρεται ότι ο πρώτος που καθιέρωσε τη χρήση του καφέ ήταν ο μουφτής του Άντεν τον 14ο αιώνα. Από την Υεμένη ο καφές περπάτησε προς το βορρά, έστριψε για Μέκκα, πήγε στη Μεδίνα και από εκεί, διαδόθηκε σ΄όλες τις μεγάλες πόλεις της Βόρειας Αφρικής.
Η κύρια ιδιότητα του καφέ να καταπολεμα την υπνηλία τον έκανε δημοφιλή ανάμεσα στους Σούφι (Περιστρεφόμενοι Δερβίσηδες ή Τάγμα των Μεβλεβί = προσέγγιση του θείου μέσω του περιστροφικού χορού - κατά κάποιους, μουσουλμανική αίρεση). Καθώς δε το Κοράνι απαγορεύει τη χρήση οινοπνεύματος ο καφές θεωρήθηκε ένα καλό υποκατάστατο. Από δε κοινωνικής άποψης η χρήση του θεωρήθηκε ίδια με αυτή του οινοπνεύματος στη Δύση. Τα καφεποτεία ή καφενεία, έγιναν τόπος συνάθροισης, συζητήσεων, διασκέδασης, ακόμα και τυχερών παιγνίων ή τζόγου. Τα πρώτα καφε-ποτεία θεωρείται ότι άνοιξαν στη Μόκα, το κυριότερο λιμάνι διακίνησης καφέ. ΄Εγιναν δε, λόγω του χαρακτήρα τους, τόπος πολιτικής συζήτησης και δραστηριότητας. Γι΄αυτό και έγιναν αρκετές προσπάθειες για το κλείσιμό τους, χωρίς όμως επιτυχία λόγω της δημοτικότητας και της αγάπης του κόσμου προς το ρόφημα και τις ιδιότητές του.
Την ίδια άτυχη έκβαση είχαν και οι προσπάθειες να απαγορευτεί γενικά ο καφές σαν διεγερτική ουσία. Το προσπάθησαν τόσο οι σκληροπυρηνικοί ιμάμηδες της Μέκκας του Καϊρου, όσο και από την Εκκλησία της Αιθιοπίας.  Ο καφές, σαν έτοιμο προϊόν -καθώς οι Άραβες απαγόρευαν αυστηρά την εξαγωγή σπόρων- πέρασε στην Ευρώπη κατά τα τέλη του 16ου αιώνα. ΄Ηταν η Βενετία, που διατηρούσε ισχυρές εμπορικές και διπλωματικές σχέσεις με τον αραβικό κόσμο, η οποία κατάφερε να τον βάλει στο έδαφος της Γηραιάς Ηπείρου. Πρώτοι ήταν οι βενετοί έμποροι, που τον έθεσαν στη διάθεση μόνο των πλουσίων, σαν εξωτικό είδος. Τη δημοτικότητά του όμως την οφείλει στο γεγογός ότι ο Πάπα Κλήμης Η΄, παρά τις συμβουλές του περίγυρού του, να αφορίσει τον καφέ σαν ισλαμική απειλή προς το χριστιανισμό, τελικά τον δοκίμασε ο ίδιος, τον βρήκε εξαίσιο και τον βάφτισε "χριστιανικό ρόφημα. Αυτό έγινε εν έτει 1600 το δε πρώτο καφεποτείο άνοιξε στην Ιταλία το 1645.
΄Ηταν οι Ολλανδοί οι πρώτοι που κατάφεραν να πάρουν σπόρους καφέ και αρχικά τον καλλιέργησαν στις αποικίες τους στην Ινδονησία. Σχεδόν την ίδια εποχή, το φυτό του καφέ πέρασε και στην Ινδία αλλά εκεί οι σπόροι του μεταφέρθηκαν λαθραία από τον Μπάμπα Μπουντάν, που έφερε το φυτό μαζί του επιστρέφοντας από τη Μέκκα. 

Η δημοτικότητα κι η αγάπη για τον καφέ αυξήθηκαν ραγδαία στην Ευρώπη. Μόνο στην Αγγλία, το 1675 υπήρχαν 3000 καφεποτεία. Ο καφές έφτασε στη Γαλλία το 1657. Ο δε απεσταλμένος του Σουλτάνου Μοχάμετ Δ΄, έφερε, το 1669,  σαν πολύτιμο δώρο στον τότε βασιλιά, μια μεγάλη ποσότητα καφέ. Σήμερα ΄Αγγλοι και Τούρκοι πίνουν αχόρταγα τσάι. Θεωρήθηκαν δε λάφυρο από τους Πολωνούς, τους Αυστριακούς και τους Γερμανούς, τα πολλά σακιά καφέ που άφησαν πίσω τους οι Οθωμανοί, μετά την ήττα τους το 1683 στη Βιέννη.


Την σήμερον

Αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας, ο καφές καταναλώνεται με πάθος από το 90% και πλέον του πληθυσμού της Γης σε όλες τις μορφές και τα είδη του.Πάρα πολλοί είναι αυτοί που νιώθουν εξάρτηση από τον καφέ, ενώ πολλοί δηλώνουν ότι δεν μπορούν να ξυπνήσουν χωρίς αυτόν. Ακόμη άλλοι ισχυρίζονται ότι δεν αντέχουν αν δεν πιουν 3 και παραπάνω φλυτζάνια καφέ τη μέρα.Αλήθειες ή μύθοι, είναι πολλά αυτά που δεν γνωρίζουμε για το πιο αγαπημένο κι αγαπητό ρόφημα ανά τον κόσμο!

Περιληπτικά και ενδιαφέροντα
1. Ο μύθος της Αιθιοπίας για τις ζωηρές κατσίκες που δεν μπορούσαν να σταματήσουν να χορεύουν μετά που έφαγαν τα φύλλα του καφεόδεντου έχει κάνει το γύρο του κόσμου. 
2. Πάνω από 700 χρόνια ζει και βασιλεύει ανάμεσά μας ο καφές κι απ΄ότι φαίνεται δεν κινδυνεύει να χάσει τη βασιλεία του.
3. Αρχικά ο καφές δεν πινόταν! Τρωγότα!!!
4. Ο καφές θεωρείται ότι χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τους Άραβες. Οι χριστιανοί τον ονόμασαν ποτό του Σατανά επειδή τον χρησιμοποιούσαν οι μουσουλμάνοι γι΄αυτό και θέλησαν να τον απαγορεύσουν. Τώρα τι να πεις; Κάτι ανάλογο δεν ήθελαν να κάνουν και οι σκληροπυρηνικοί Ιμάμηδες της Μέκκας; 
5. Όλος μα όλος ο καφές του κόσμου παράγεται, ανάμεσα στον Τροπικό του Καρκίνου και στον Τροπικό του Αιγόκερω. Η Βραζιλία και η Κολομβία, καταλαμβάνουν αντίστοιχα την πρώτη και δεύτερη θέση στην παγκόσμια παραγωγή. Η δε μόνη πολιτεία που παράγει καφέ στις ΗΠΑ είναι η Χαβάη.
6. Τα καφεόδεντρα ενώ μπορούν να φτάσουν τα 10 μέτρα, τα καλλιεργούν έτσι ώστε να φτάνουν μέχρι τα 3, για να είναι πιο εύκολο η συγκομιδή των καρπών.
7. Καθημερινά παράγονται πάνω από 7 τόνοι καφέ.
8. Ο καφές έρχεται δεύτερος στο βάθρο των νικητών με πρώτο το νερό και τρίτο ... 
9. ΄Ετσι για να ξέρετε. Η Ελλάδα μας, βρίσκεται στη 13η θέση στον πίνακα κατανάλωσης καφέ ανά τον κόσμο με τον κατά μέσο όρο να δείχνει πως ο καθένας από μας, ή αλλιώς, ο κάθε ΄Ελλην, πίνει 1,6 φλιτζάνια καφέ την ημέρα. Η συνολική ποσότητα κατανάλωσής μας φτάνει τους 23.000 τόνους το χρόνο.
10. Οι χώρες με τους πιο φανατικούς του καφέ βρίσκονται στην Ευρώπη και είναι οι Φινλανδία, Ολλανδία, Νορβηγία, Δανία και Ισλανδία!
11. Οι ποικιλίες του καφέ είναι η ποικιλία «Arabica» και την καταναλώνει το 70% του πληθυσμού, ενώ το υπόλοιπο 30% προτιμάει την ποικιλία «Robusta». Η πρώτη είναι πιο ήπια και αρωματική, η δεύτερη πιο πικρή και με 50% περισσότερη καφεΐνη.
12. Το πρώτο καφενείο της Ευρώπης άνοιξε το 1645 στη Βενετία και έγινε τόπος συνάντησης της ανώτερης τάξης. Στην Αγγλία, θεωρήθηκε πως οι διάφοροι ενάντιοι στον Ηγεμόνα-Βασιλιά (δεν θυμάμαι όμως ποιος απ΄όλους τους ήταν) συγκεντρώνονταν στα καφεποτεία.  Εξ ετούτου λοιπόν κι αυτός απαγόρευσε το άνοιγμα και τη λειτουργία τους. Τελικά ο Ηγεμών απεβίωσε ενώ ο καφές ζει και βασιλεύει.
13. Δύο φλιτζάνια καφέ την ημέρα μειώσουν τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου.
14. Ο καφές αποτελεί ένα από τα καλύτερα αντιηλιακά. Μας προστατεύει από τον ήλιο ενώ συγχρόνως μειώνει τις βλάβες που μας προκαλεί στο δέρμα.
15 Ο καφές κρατάει τον άνθρωπο ξύπνιο πολύ λιγότερο χρόνο από ό,τι συμβαίνει αν καταναλώσει ένα μήλο!!!

29 Ιουλίου 2013

Αγάπη δίχως σέβας... δε λογιέται αγάπη ...

Με το άρωμα του καφέ 

 "Να βάνεις μπόλικο καχβέ κόρη μου... να μην τον ελυπάσαι... σκούρο νερό θα πίνουμε για γλυκό νερό θα φιλεύομε τους μουσαφίρηδες;  Ντροπή! Κάλλιο βαρύς παρά νερόβαστος και νερομπούλι... ΄Ετσι ήκαμε κι ήθελε κι ο πάππος σου... βαρύ τον καχβέ... τον είχενε μεράκι... Ξυπνητάρη τον ήλεγε το πρωί, χωνευτάρη το μεσημέρι, ξεμαχμουρλή τ΄απόγεμα, συντροφάρη το σούρουπο, ξενεράρη το χάραμα... μετά το πιοτί... Τον ηγάπανε δεν ξέρεις πως! Μια στιγμής, αφού εγίνηκε το πρώτο τσιγκέλι της Αγοράς, εκεί ανάμεσα στα κασάπικα, δεν του ήφτανε ο κάματος... έγινε και ταμπής... Πίσω, στην πλάτη του τσιγκελιού μας ήνοιξε τον καφενέ των κασαπάδων... Εκεί απόξω ήτανε... εκάθονταν και εγέλναγε με τους αποδέλοιπους της κασαποπαρέας... εκεί απόξω στον καφενέ του ήτο που σταμάτησε η καρδιά του να χτυπά... ήφυγε σα να τον εβάρεσε αστροπελέκι... ΄Ηφυγε νωρίς, πολύ νωρίς... ήφυγε και μ΄άφησε μαύρη... μαύρισαν τα ρούχα μου, μαύρισε η ψυχή μου, μαύρισε ζωή μου...  να ξεμαυρίσω και να τ΄αναθρέψω είπα... όπως διάταξε ο Θεός, μόνη, αλλά πώς; ούτε 3, ούτε 4 ... έξι τα είχα, καλά να ΄ναι... εκείνον τον ήπηρε ο κεραυνός, εμένα με ήπηραν νεροποντή τα βάσανα... το ψωμί πρόβλημα, η αναθροφή πρόβλημα, η ζωή πρόβλημα... τους κακούς χρόνους ματαθυμήθηκα... Κυριακή μέρα ήτανε σαν έφυγε... κοντά στο μεσημέρι... ανάμεσα τσιγκέλι και καφενέ... Μ΄αυτό το τσιγκέλι και μ΄αυτόν τον καφενέ πήγαινε πρίμα η ζωή μας... Είχαμε πάρει τα πάνω μας, είχε αναθαρρέψει η ζωή μας... κι επέσαμε στα Τάρταρα..."

"Σε παρακαλώ νενέ μου μην κλαις... σε παρακαλώ... θα κλαίω κι εγώ..."

"Δεν κλαίω κόρη μου... Τότε έκλαψα... έκλαιγα δηλαδής και σταματημό δεν είχα... τώρα πια μοναχά δακρύζω... πως να το κάμεις ... σφίγγεται η καρδιά μου... Μη μου κλαις εσύ κοκόνα μου... παλιές ιστορίες είν΄αυτές... Δεν τον εγνώρισες αμά ήτανε λεβέντης... χουβαρντάς, νοικοκύρης, κιμπάρης... Βουρλιώτης με τα όλα του... και κασάπης και ταμπής πρώτος...΄Ηδωσε για τότες κάμποσο παρά και ήπηρε τον αέρα του μαγαζιού... ήξυσε τα ντουβάρια, τ΄άσπρισε... τον εβοήθησα κι εγώ στην αρχή... στα σκουπίσματα και στα μαζέματα δηλαδή... ύστερις, μου είπε "φτάνει κυρά μου, κυρά στο σπίτι και μάνα στα παιδιά εσύ... εκεί ΄ναι η θέση σου"... ήπηρε τη γνώμη μου κάμποσες φορές για διάφορα νοικοκυρικά και κάμποσες φορές επήγα μα περαστική... όχι από χρεία..."

"Τι να τα κάμω τα λούσα... είχα το σέβας του κόρη μου... και μου ήφτανε... αγάπη δίχως σέβας, δε λογιέται αγάπη... μα δεν τον χάρηκα... Μου τον ήκλεψαν διπλά και τριπλά... τσιγκέλι και καφενές διπλά... μετά σαν ήφυγε, τρίτωσε το κακό για τα καλά... Δεν ήφταιξε σε τίποτα μονάχα το γραμμένο του ήτο κακογραμμένο... Δυο δουλειές, δυο κουμάντα, διπλή κούραση... ούτε τα παιδιά του εχάρηκε ούτε εκείνα τον εχάρηκαν όπως ήπρεπε... Στεναχωριόμουν γιατί πολύ εκουράζετο αμέ και δεν τον ήβλεπα όπως πριν... Μα τι να κάμεις... 6 παιδιά ήταν αυτά... κι η αννέ μου... χρειαζόντανε η δουλειά... ΄Ηβαλε  τεζιάκι μακρόστενο περιποιημένο μ΄αράδα τα σύνεργα
του καχβέ πάνω του... ήταν με τραπεζάκια, 8 νομίζω που έκαμε αρχή και με καμιά 40αρά καρέκλες... 3-4 καμπερέδες   (ταμπλάς-δίσκος σερβιρίσματος καφενείου)... Στην αρχή ήφερνε τον καχβέ στον τσεσβέ μετά το αλλάξανε... τον εδικό του ή στα μεγάλα  κέφια του τον ήψηνε στη χόβολη...  κασάπης δίχως ιζγκάρα, κάρβουνο και γκαζιέρα δεν υπήρχε σ΄όλη την αγορά... στις 3 χαράματα εσφάζανε, στις 4 εμασουλούσανε σπλήνες και τζιγέρια... αμ τι θαρρείς...στις 6 ντρέτοι έτοιμοι, επεριμένανε την πελατεία... "


"Ταμπής ο ίδιος σαν επρολάβε... σαν όχι, ταμπής και παραταμπής ο θειός σου ο Βασίλης... αφού σχολειό και γράμματα δεν τον ετραβούσανε... ήτονε κι ο πιο μεγάλος... σταμάτησε το σχολειό και βγήκε στον καφενέ και το φχαριστιότανε... από τότε του τρέχανε οι καφενέδες... κοπέλι όπως ήτονε επεταγότανε και στα γύρω-γύρω κασάπικα και καμάρωνε γιατί ήβγανε και το δικό του κάτιτις απ΄ τα μπαχτσισάκια... εστήθηκε κι εστάθηκε γερά-γερά ο καφενές κι έγινε στέκι τρανό... των κασαπάδων. Θέριευε κάθε χάραμα με τ΄άνοιγμα της αγοράς... μα και σαν ξεπουλάγανε εκεί ετρέχανε όλοι οι "μπαλτάδες"... και τα σπασίματα της δουλειάς εκεί τα επερνούσανε... στην αρχή σερβίρανε μόνο καφέ και φασκόμηλο και τσάι... Μετά εμπήκε το υποβρύχιο και κάνα γλυκό ρετσέλι... και ροσόλι μπανάνας... και ύστερα να η τσικουδιά, να και το καρτούτσο,  να τα μεζεκλίκια ... "κάμουν οι καλοί κασαπάδες δίχως μεζεκλίκι;"  ΄Ετσι το ΄λεγε και τους εμάζωξε όλους εκεί... εσταματήσανε να ψήνουνε, ο καθένας μονάχος του το μεζέ του, όπως κάμουνε οι τούρκοι που ψήνει ο καθένας μονάχος του στο μεκλεκέτι του ( στο χώρο του)... κι εκουβαλούσαν τα καλύτερά τους στον καφενέ... Να ΄σου και τα σαχάνια, να ΄σου και τα κρασοπότηρα, να ΄σου τα μπερεκέτια... αναπαμό δεν είχαν... να κι ο Ράλλης μου... χμ... άλλο κούτσουρο...   παραταμπής κι αυτός... ήθελε κι αυτός να μείνει ξύλο απελέκητο κι έμεινε... μόνο η αννέ σου αγάπανε τα γράμματα κόρη μου... μόνο η αννέ σου κι άντε κι εκείνη η μικρή η Σοφία...  Τότες νομίζω ήτονε που εβάλανε και το τάβλι και τις τράπουλες στο μαγαζί... ΄Εβαλε κι ο Βασίλης εκείνο το θαμαστό μηχάνημα που μάγκωνε με τη δαγκάνα τα τσιγάρα κι έγινε χαλασμός στην αγορά και μέγα χάζι... εφημερίδες είχανε από την αρχή... λίγοι τις εδιαβάζανε τότες μα ο παππούς τις εδιάβαζε και τις αγαπούσε... κι αγαπούσα κι εγώ που τις διάβαζε... σκοτεινά ερχότανε στο σπίτι, ραδιόφωνο δεν είχαμε τότες ακόμα και του έκαμα παρεά σαν ήτρωγε... κι όσο κουρασμένος κι αν ήταν, μου κουβέντιαζε ότι νέο και παράξενο είχε διαβάσει στο χαρτί... ΄Εμεινε κι ο Ράλλης μια ζωή στα καφενεία και στα πως τα λένε τώρα καφέ-μπαρ και στα κρέατα... πάλι καλά, αυτός παρ΄όλα αυτά τα μπαρ, δεν ήκοψε από τους κασαπάδες... ακόμα έχει νταραβέρι μαζί τους... και καλά το κάμει... δεν είναι δουλειά πια ο καφενές... Εξόν απ΄αυτά που μπερδεύεται ο μεγάλος (Βασίλης) που ΄χουν το χαρτοπαίγνιο και ζάρι... που αυτά αφήνουν παράδες... τα άλλα τα εδικά μας... εκείνα της συντροφιάς και της κουβέντας... τα ξέφτισε ο καιρός κι η μόδα... "

"Σε εμάς, πόρτες, ξερή και δηλωτή επαίζανε... άλλο πράμα δεν επέτρεπε ο παππούς σου... χάσιμο ή κέρδος τα κεράσματα...΄Οπως ήτονε κασαπάδες τα  γλυκά ορέγονταν πιότερο γι΄αυτό εστοιχιματίζανε τα γλυκουλάκια... λοκούμ και λοκουμάκια, υποβρύχια, καταϊφομπακλαβάδες... ο καχβές σεκερσίζ (σκέτο), βαρύς κι ασήκωτος, αντρίκιο δηλαδή... αν κανείς τον εζήτανε γλυκό, οι άλλοι τον εκωγιονάρανε.. Σεκερσίζ, εδώ που τα λέμε, τον επίνανε κι οι Τούρκοι ... αυτοί βέβαια επίνανε, σχεδόν ολημερίς, τσάι... καχβέ ήπαιρναν μόνο το πρωί.... Αυτοί πάλι ελέγανε πως η ζάχαρη ήτονε μόνο για τα γλυκά αλλά το τσάι τους απ΄την πολλή τη ζάχαρη... αγνώριστο... πετμέζι το κάμανε... "

"Καλή  ήτονε η ζωή μου κόρη μου... μέχρις τα 17 μου ξέγνοιαστη... μετά ήρθε το ξεσπίτωμα... πόνος και δάκρυ... στα 20 μου λιάτισε πάλι... παντρεύτηκα απ΄αγάπη, χωρίς το τίποτα αλλά λιάτισε... τη λιάτισε ο παππούς σου... τη λιάτησαν τα παιδιά μου... ήφυγε ο παππούς σου και σκοτείνιασε... πέρασε καιρός μέχρι να φύγει η σκοτεινιά... κι από κει κι ύστερις και μετά μια λιάτιζε ο ήλιος μια χανότανε, μια λιάτιζε μια χανότανε... συννεφιασμένη τον πιο πολύ καιρό... βροχερή... λιάτιζε που και που ... με γάμους και γεννητούρια... και μετά συννέφιαζε πάλι κι ήβρεχε... έτσι είναι η ζωή κοκόνα μου... το κουράγιο τα κάμει όλα κι η τύχη... Την ευκή μου να ΄χεις κόρη μου... γιασαμλού (πολύχρονη) και τύχη να ΄χεις... και κουράγιο... το κουράγιο να μην σ΄αφήσει ποτέ... με το Θεό βοήθεια όλα παλεύονται... μη σε βάλει κάτω η ζωή... τ΄ακούς; Να την παλεύεις...   


Μάρτης του 2010. Παρασκευή προς Σάββατο ήσαν,  σαν πέρασα απ΄τη Σμύρνη, ξυστά. Με πείραζε που δεν μπορούσα να κυλιστώ, να λιώσω μέσα της αλλά ήξερα πως θα ξανάρθω.΄Ηταν βαθειά βράδυ. Με συνεπήρε το άρωμα των λεμονανθών, χωρίς να τους βλέπω κι ένα ακόμα άρωμα που εκείνη τη στιγμή δεν το ξεκαθάριζα, μάλλον γιατί το κεφάλι μου βούιζε απ΄τις ιστορίες για εκείνες τις γλυκές κι άφθαστες πατρίδες.

Κάμποσες μέρες μετά και μετά από 5.000.000 και βάλε εικόνες, ήρθε επιτέλους το πλήρωμα του χρόνου. Περπατούσα στους δρόμους της, σκάλιζα τα σοκάκια της, λαθρεπιβάτης της ιστορίας παραπατούσα ανάμεσα στο τότε, στο γιατί, στο πως, στο σήμερα και στο καυσαέριο. 
Πάντως, εκεί ανάμεσα στους καχβεχανέδες της και στους μεϊχανέδες της ήταν δική μου, ήμουν δική της! Ζούσα! Στριφογύριζα σε σημεία άγνωστα και συνάμα γνωστά μου. Είχα ήδη αναπνεύσει Βουρλά κι Αλάτσατα, έμενε τώρα η μεγάλη Εκείνη.

Δεν θα σας πω πως το υπεροχότερο και γλυκύτερο γλυκό του κόσμου το έφαγα -μεταξύ Πούντας και Αλσαντσακ- στη Σμύρνη. Θα σας πω μόνο κατά πως να το γυρέψετε. Λοιπόν, Ιρμίκ Ντοντουρμά θα ζητήσετε και είμαι σίγουρα πως μετά την πρώτη κουταλιά, δεν θα το φάτε... μόνο θα το καταβροχθίσετε. Το άλλο σίγουρο είναι, πως ποτέ δεν πρόκειται να το ξεχάσετε. Λέξη άλλη δεν λέω για να σας είναι η έκπληξη ατόφια κι απόλυτη. Καφέ όμως, όχι εκεί, όσο κι αν ταιριάζει με το μαγευτικό γλυκό σας κι όσο κι αν τον λιγουρεύεστε. Φυσικά και μπορείτε να πιείτε κι έναν εκεί... αλλά... 

Τον καχβέ σας θα τον αναζητήσετε στο Μεγάλο Παζάρι. Εκεί θα πιείτε -κατά τη γνώμη μου- τον καυτότερο και τον παραξερότερο καφέ! Ψάξτε τον στον Ομέρ Ουστά Καχβετζί, πιείτε τον καθισμένοι στα κιλιμοσκεπασμένα χαμηλά καναπεδάκια... σερβιρισμένο σε μεγάλο χοντρό άσπρο φιντσάνι. Απολαύστε τον ανάμεσα στον ίσκιο, τις φωνές, τα χρώματα και τις μυρωδιές του παζαριού και μην ξεχάσετε να τον πληρώσετε. Η παραξενιά του; Δεν ψήνεται σε ιμπρίκ ή τζεσβέ, όχι! Ψήνεται στο ίδιο το φιντσάνι! Μάλιστα παρακαλώ! Αφήστε τον λοιπόν 1-2 λεπτά να ξεκουραστεί, μην είστε λαίμαργοι, δικός σας είναι. Στην πρώτη γουλιά μισοκλείστε τα μάτια κι αναπνεύστε βαθειά. Σκεφτείτε ότι είσαστε στη Σμύρνη. Σα να λέμε... Ναι, σίγουρα έχετε όλο τον κόσμο εκεί μπροστά σας! Και είναι μες... το φιντσάνι σας! Τι να κάνω, έχω μεγάλη μανία με τον καφέ.



Απολαύστε τον μα και γυρίστε τον! Ναι, ναι! Είναι σίγουρο, πως όλο και κάποιος θα βρεθεί από παραδίπλα -εκτός από τους νεαρούς παραταμπήδες- και θα προσφερθεί να σας το πει. Αν είναι πελάτης, δεχτείτε και κάντε την πλάκα σας. Αν όχι... κόψτε τον καλά και προσοχή μεγάλη. Υπάρχουν κάποιοι κουτοπόνηροι που "αλιεύουν" τουριστόφατσες. Δεν ξέρουν λέξη άλλη εξόν από τα ντόπια αλλά θα επιμένουν να σας το πουν. Και βέβαια, το ζητούμενο έρχεται στο τέλος γιατί θα σας ζητάνε λιρίτσες! Αμ πως! Φυσικά, αρνήστε λίαν σθεναρά. 

Καφέ "Βασίλισσα Βικτωρία" - Σμύρνη 
"Μια φορά πρέπει να επήγα εκεί όλη κι όλη κόρη μου... κι ήταν με τον κύρη και πατέρα μου... ήμουνα 10 χρονώ ήμουνα 11 ... ΄Ητο ένα μέρος... ένα κατιτίς άλλο... ένα θαύμα... μια πολυτέλεια... εκρεμάστηκε ο στόμας μου... ΄Ηλεγε ο κύρης μου πως ήτονε καφενές... είπα εγώ πως ήτονε παλάτι... "


Καλά σας βράδια
Ε.-

Απ΄τη γιαγιά μου κληρονόμησα το όνομα, την αγάπη για τον τόπο της -Βουρλά και περίχωρα- και την αγάπη της για τον άνθρωπο και πολύτιμο κειμήλιο, μοναδικό, μου άφησε τις ιστορίες της. Κληρονόμησα επίσης κάτι κομμάτια τραπεζαρίας, ένα μύλο του καφέ συν τα σκεύη του ταμπή, μια λεκάνη του ζυμώματος, πολλές-πολλές γλυκές αναμνήσεις και τη μισή υπομονή της. ΄Αντε, ίσως και τη μισή  καλοσύνη της. Κι ακόμη, κάμποση "φλυαρία"! Δεν μιλάω πολύ αλλά όταν αρχίσω να γράφω... Από τον μπαμπά μου κληρονόμησα το επίθετο, την ομάδα αίματος, την αγάπη του για τη Σμύρνη, το κέφι, το κουβαρντάδικο, τα νεύρα και τη λατρεία μου για τα μεζεκλίκια -χωρίς πιοτί-. Κληρονόμησα κι ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρικάκια. Φαναράκια τα ΄λεγε ο μπαμπάς μου, απ΄το σχήμα τους και κάποια στιγμή θα σας διηγηθώ την ιστορία τους γιατί σίγουρα αξίζει τον κόπο. Απ΄τη μαμά μου, κληρονόμησα την όψη -παλιά έμοιαζα πιο πολύ του μπαμπά μου-  την αγάπη για το μαγειροτσουκάλιασμα και την πάστρα, την απαιτητική γεύση, το γέλιο και τα κότσια και στα δυο πόδια. Τα ίδια ακριβώς κότσια βέβαια είχε και η γιαγιά μου. Κληρονόμησα κι ένα δικό της σμυρνέικο χρυσό βραχιόλι σμυρνέικο. Δικό της απ΄τη νενέ μου.

Τον παππού μου, δεν τον γνώρισα. Εξόν από μια φωτογραφία που ήταν κρεμασμένη πάνω απ΄το γιατάκι της γιαγιάς μου και που χάθηκε δεν ξέρω κι εγώ που. Βλάχα ήταν ντυμένη η νονά μου, τσολιαδάκι η μαμά μου. Στο ανάμεσο, καθιστός ο παππούς Ηλίας. Μελαχροινός, με γιλέκο, καλοντυμένος, ρολόι στο τσεπάκι, αχνά χαμογελαστός σχεδόν σοβαρός. Το μαλλί μαύρο, πυκνό. Το μουστάκι μαύρο, παχύ. Και τι δεν θα ΄δινα να ΄χα κληρονομήσει, έστω, τη φωτογραφία του αυτή. Σίγουρα κληρονόμησα και την αγάπη του για τον καφέ! Στα παιδιά του άφησε μια "ελαφριά" καρδιοπάθεια κι άπειρα ομόλογα στην Τράπεζα! Ομόλογα μόχθου και κόπου και καλού κουμάντου. Μόνο που στο μεταξύ, είχε μεσολαβήσει ο πόλεμος κι η υποτίμηση. Κι όπως είπαν στην προγιαγιά μου και στη γιαγιά μου -δικηγόρος και συμβολαιογράφος κατά το άνοιγμα της θυρίδας που είχε στ΄όνομά του- "αν αντί ομόλογα, είχε αγοράσει λίρες, θ΄αγοράζατε τη μισή Αθήνα"!!!

Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως κάποιος σας, αναρωτηθεί γιατί γράφω μόνο για τα γονικά της μαμάς μου και δίκιο θα ΄χει. Η εξήγηση είναι απλή και πολύπλοκη συνάμα. 
Η απλή: Τη γιαγιά μου απ΄τη μεριά του μπαμπά μου, τη γνώρισα μεν αλλά ήταν μια γιαγιά απόμακρη.  Τον παππού μου, του μπαμπά μου τον πατέρα, τον γνωρίσα αλλά κι αυτόν από μια και μοναδική φωτογραφία χαμένη κι αυτή! ΄Ηταν πάντως ένας άλλος παππούς. Καμιά σχέση με τον παππού Βουρλιώτη. ΄Ηταν Αλατσατιανός, καθιστός έξω από το μπακάλικο; ή τον ανεμο-αλευρόμυλο σε ψάθινη καρέκλα, άνετος, μ΄άσπρο πουκάμισο, σκούρο παντελόνι, ελαφρύ σκεμπεδάκι, γελαστός, μέγιστη φαλάκρα και μουστάκι παχύ και γκρίζο.

Η πολύπλοκη: Γιατί η γιαγιά που έμενε πιο μακριά ήταν τόσο κοντά μας; Γιατί η γιαγιά που έμενε κοντά μας ήταν τόσο απόμακρη;

25 Ιουλίου 2013

Δείξε μου τη συντροφιά σου να σου πω... την αρχοντιά σου...



"Μα γιατί νενέ λες πως φταίνε τα ζωντανά; Εσύ τον έχυσες τον καφέ... "

"Θα σου πω και για τα ζωντανά... Ορτά (μέτριο) κάμε τονε... ω φου... ζέση που την έχει... κάλλιο να ΄χαμε χειμώνα το καλοκαίρι και καλοκαίρι το χειμώνα... Γελάς ε; Τι λες... πάααει η νενέ μου τώρα και μου λέει βλακείες... Ναι, βλακείες σού λέω γιατί η ζέστη... με κουρκούτιανε... αχ, αχ... κι ο καιρός θα μ΄αποκουρκουτιάνει... "

"Και πόσο τον αγαπώ τον καχβέ... τον ετραβάει η όρεξή μου... και 3 και βάλε μπορώ να πιω τη μέρα... ο πιο νόστιμος είναι τούτος εδώ... ο ιδικός σου, απ΄τα χεράκια σου... Τον ήκαμε κι η νενέ μου κι η αννέ μου καλόν μα ο εδικός σου άλλο πράμα... Εγώ σαν τον ήκαμα τον ήκαμα αλαφρύ... όλοι μου το ελέγανε... Εκεί που εβγήκε σε καλό ήταν σαν έκαμα την πρώτη φορά καχβέ στην πεθερά μου... Οικονόμα με βρήκε και με συμπάθησε... ΄Οχι πως με εσυμπάθησε μόνο απ΄αυτό γιατί με γνώριζε για τα καλά... άσε που ο παππούς σου μόνο οικονόμα δεν μ΄έβρισκε... πουπέ (κούκλα) μ΄ανέβαζε, κυρά του με κατέβαζε... μ΄αυτά σαν ήταν στις καλές του... ήταν πάντα σχεδόν στις καλές του... είθε ν΄αναπαύεται... καλός γέρος που θα ήτονε μα δεν ήφταξε... στις κακές του Ελένη μ΄ανέβαζε, διαόλου κάλτσα με κατέβαζε... να όπως ο κύρης σου εσένα... Μουσίτσα στις καλές του, Ελένη στις κακές του... τι θυμήθηκα να δεις ... ένα ακόμα σοφό απ΄αυτά που ήλεγε ο πάππος μου... "μη γκρινιάζετε μπρε... ο γκρινιάρης άνθρωπος γίνεται γκρινιάρης κακόγερος και κανείς δεν τον εθέλει... Ξέρεις το πως, την κοπελούδα-νύφη εστέλνανε να κάμει τον καχβέ σαν η προξενήτρα για ο νεαρός επήγαινανε πριν τα επίσημα αρραβωνίσματα να τα συζητήσουνε με τους εδικούς της; Αμε πως... κριτήριο ήτονε τότες ο καφές ... ο καλοκαμωμένος εμέτραε... και το γλυκό ροσόλι ... του κουταλιού... Κι εχτυπούσανε στις πόρτες για τα καλέσματα... κι εμοιράζανε τρία μοσχοκάρφια ή ένα μήλο... όχι στα χαρτιά προσκλήσεις όπως κάμουνε τώρα..."

"Νενέ πες μου τώρα για τα ζωντανά. Εσύ έχυσες, εσύ δεν έχυσες τον καφέ; Γιατί είπες πως φταίνε τα ζωντανά; Ποια ζωντανά; Δεν έχει ζωντανά στην κουζίνα."

"Ναι μπρε... εγώ τον ήχυσα τον καχβρέ αλλά τα ζωντανά φταίνε γιατί αυτά τον εξετρύπωσαν... Είδε... ο πάππος μου μάς στόριζε για τον καχβέ, ήλεγε πως σε μια χώρα, Γεμένη την ονομάτιζε, ένας βοσκός κάπουθε, σε μετόχια ενός μοναστηριού, ήβοσκε τις κατσίκες του... μια μέρα,νωρίς, τις ήχασε απ΄το βλέμμα του... ολημερίς εγύριζε κι ολημερίς τις ήψαχνε ... ε, ψάξε, ψάξε, το σύθαμπο τις ήβρηκε... μια χαρά, ζωηρές, ζωηρές και χοροπηδηχτές ήτανε και μασουλίζανε τα κόκκινα σπειριά, λίγο μεγαλύτερα απ΄του κόκκινου πιμπεριού, που κρεμόσαντε γυαλιστέρα σε κάτι χαμηλούς θάμνους... μόνο που, εκείνη τη μέρα η κάψα ήτονε μεγάλη και του ΄καμε εντύπωση η ζωηράδα των ζωντανών... τις μάζεψε και τις πήγε πίσω με τις άλλες... μόνο που από τότες αυτές κάθε μέρα εχάνοντο στο ίδιο μέρος... ε, κι αυτός πάντα τις ήβρησκε και πάντα ζωηρές, ζωηρές και πάντα στο ίδιο μέρος και πάντα να εμασουλίζουνε τα ίδια κόκκινα σπόρια... Το ΄πε τότε στους καλογέρους -του διαόλου καλόγεροι- κι αυτοί εμαζώξανε τα σπόρια, τα βράσανε και ήπιανε το ζουμί τους... και νταβραντίσανε για τα καλά... ε, και τους ήρεσε βέβαια και το εβάλανε μπρος κι επίνανε κατσικόζουμο κάθε μέρα... από κει εξεκίνησε ο άνθρωπος να πίνει καχβέ κόρη μου γιατί αυτοί οι σπόροι ήτονε σπόροι καχβέ... βλέπεις το τώρα πως όπως είπα το φταίνε τα ζωντανά; Αυτά τον εβρήκανε, οι άνθρωποι τον εμάθανε, τον εσυνηθίσανε... ήμαθα τονε κι εγώ... και τον εθέλω... ε, και τον ήχυσα... Μωρέ σου λέω, πριν από το Χριστό ξέρανε τον καχβέ... Μετά τον εψήσανε κιόλας... Λένε πως κάποιος ήβαλε τον στο τζεσβέ, στο μπρίκι μα εξέχασε να βάλει το νερό...κι εκάηκε ο καφές κι είχε μια μυρωδιά που ζάλισε την πλάση... και τον εδοκιμάσανε, όχι καμμένο μα καβουρντισμένο και τους ήρεσε πιότερο... από τότες πια δεν τον επίνουνε σε βρασμένα σπόρια μα τον εκαβουρντίζουνε... ε και μετά...κάποιος θα τον τον ήσπασε και θα τον ήβρασε... μετά άλλος θα τον έκαμε σκόνη ... έτσι δε γίνεται μ΄όλα τα φαώσιμα κόρη μου; Κάποιος τα ξετρυπώνει, κάποιος τα δοκιμάζει, κάποιος τα εψήνει έτσι, κάποιος αλλιώς... τα εγνωρίζει ο κόσμος ... κι εμένουνε μετά και τα κατέχουμε... και τα μαγειρέβγουμε όπως τα κατέχουμε... "

"Πάντως τον καχβέ οι κατσίκες τον εβρήκανε... κι ήμαθέ τον ο κόσμος κι ο ντουνιάς κι από τότες έγινε απαραίτητος... Σ΄εμάς, στον τόπο μας τον είχαμε για συντροφιά, παρηγοριά, φίλεμα, κανάκεμα, ευχαρίστηση φιλοξενία... πρώτος ήτονε στο κους κους, στην κουβέντα, στη σοβαρή συζήτηση, στην υποδοχή, στην παρέα... μετά το πιοτί και το ξενύχτι... και πριν τον έβγα στη δουλειά... ανάμεσα σε λάσκα και σε κούραση... μα στις χαρές, να το ξέρεις... για εμάς αταίριαστος ήτονε ... σ΄αρραβώνες, γάμους, βαφτίσεις ... δεν τον επροσφέραμε... έξ΄απ΄δω και μακριά- σε μνημόσυνα και κηδείες μόνο επροσφέρονταν και πικρός σαν την πίκρα τού συμβάντος... το ΄παμε μπρε ναι; άλλο μολόγαγε στο πριν του αρραβώνα... κι ήταν οι αρραβώνες ζάχαρη, οι γάμοι ζαχαρώματα, τα γεννητούρια μέλι ... και πέρα εκεί στα Βουρλά... είχαμε και πίναμε όλοι τον ίδιο καχβέ... οι αρμένιοι τον ελέγανε αρμένικο... οι άραβοι, αράβικο... μερικοί τον έλεγαν μετανατολίτικο, άλλοι αλγερίνικο, άλλοι μισιριάνικο... ο πάππος μου ήλεγε "άμα θέλεις να μιλείς σωστά... αράβικο πρέπει να τονε λες... γιατί οι άραβοι τον εβάλανε πρώτοι στον τζεσβέ και τον εψήσανε στην άμμο εκεί στην έρημο που εγυρίζανε... μετά εψήθηκε στη χόβολη και μετά παντού" "Εμείς κι οι ντόπιοι πάντως, καχβέ τον ανεβάζαμε, καχβέ τον κατεβάζαμε... όλοι μας τον ίδιο καχβέ πίναμε κόρη μου... όλοι... "

"Θέλει μεράκι ο καχβές... έχει τέχνη... ένας και πολλοί μαζί είναι ... όσοι ανθρώποι τόσοι καχβέδες... σάντε (σκέτος) σεκερλής, καϊμακλής, ορτά, καϊναμής (βραστός), σεκιζλής... μικρό άσπρο φιντσάνι... στενός πάτος... να ιδείς τη μοίρα και το ριζικό μέσα του... του Θεού τα καμώματα... να μαντέψεις τ΄αμάντευτα... είχαμε πράγματι που λες... κάνα δυο εκεί στον τόπο μας που ... τις άφηνε ο Θιός να τα δούνε τα ανείδωτα... ΄κονομήσανε κι αυτές... εκτός από κείνη τη μια που ήλεγε πως αν αγγίξει παρά θα χάσει το δώρο του Θεού... αυτή ήπαιρνε μόνο χόρτα, ψωμί, ζάχαρη, αλεύρι, αβγά... πρέπει να το παραδεχτώ... δώρο Θεού το είχε αυτή η γυναίκα... σε κόσμο και ντουνιάδες την ξέρανε... πλούσιοι και σοβαροί σ΄αυτήν εστρέχανε... απ΄τα κοντά κι απ΄τα μακρινά... όλοι σ΄αυτή... κι οι φτωχοί σ΄αυτή... όλους τους εδεχόνταν και τους καταδεχόνταν... "

"Κι έγινε κι επάγγελμα φαμέγιου... ήβγαζε απ΄τον καχβέ του το ψωμάκι των παιδιών του... εγέμισε καχβέχανέ ο τόπος μας... μόνο για τους άντρηδες βέβαια... φτωχικά στο μαχαλά, μικρά στο μερκεζί και στην πλατέα, μεγάλα και πλούσια στην πόλη... καφέ αμάν και καφέ σαντάν... αααχ... τότες καχβές και ναργιλές πηγαίνανε αντάμα... και το τάβλι παρέα τους... δεύτερο σπίτι κάμανε τον καφενέ οι άντρηδες... και σαν ήτονε καλός πολλούς παράδες ήβγανε...
και όντες καήκαμε και πέσαμε στην προσφυγιά, βγήκαμε στο νέο τόπο...
και βρήκαμε κι εμείς ένα γνωστό, ετσά για να πιαστούμε... κι ήτονε ο καχβές... ο ίδιος κι εδώ...

 Καλά σας βράδια

Ε.-

Οι καφενέδες τείνουν να εξαφανιστούν. Τα καφενεδάκια το ίδιο! Τα καφέ σαντάν και αμάν κατέληξαν αναφορές σ΄όμορφους περασμένους χρόνους! Πλημμυρίσαμε καφετέριες και καφέ-μπαρ. Καμία σχέση! Ο καχβές το ίδιο! Οι θεριακλήδες λίγοι, οι μερακλήδες ελάχιστοι! Ο ταμπής (παρασκευαστής καφέ) ο ειδικός εκείνος μάστορας μπρος στο γεντέκι, ο μεταχειριζόμενος το ιμπρίκ και τον τσεσβέ έσβησε!

 ΄Ηταν όμως τόσο όμορφος ο καφενές! Γεμάτος με την τρυφερότητα της μεγάλης ηλικίας, τη θαλπωρή της γειτονιάς, το ζωηρό τάβλι, την χιλιοπιασμένη τράπουλα και τις τσαλακωμένες εφημερίδες, ζούσε στην ανάσα της γειτονιάς. Φιλοξενούσε τους ανθρώπους της, στέκι για τους μόνους, γνωριμιά για τους καινούργιους ή τους περαστικούς.

Η παλιά Αθήνα μας ήταν γεμάτη φημισμένους καφενέδες που τους χαρακτήριζε μια πινελιά ευρωπαϊκή, πιο πολύ προς ιταλιάνικη βέβαια. Η δε, του τότε σωστού καφενείου επίπλωση απαιτούσε μπουφέ ή τεζιάκι -όπως τ΄αποκαλούσε ο μπαμπάς μου-, μαρκαδόρο σε καρέκλα με ψηλή πλάτη. ΄Ηταν ο μαρκαδόρος, ο μετέπειτα ταμίας ή αλλιώς πως, ο επικεφαλής της σάλας που παρακολουθούσε παραγγελίες, πελάτες και παραταμπήδες (σερβιτόρους). Είχαν τζάκι επιβλητικό ή μπορεί και σόμπα στο κέντρο, δεκάδες τραπεζοκαθίσματα, βενετσιάνικους ή τέλος πάντων διάφορους καθρέφτες, κάδρο του εκάστοτε βασιλιά με τη ματιά στο λαό. Κι είχαν και κάδρα με Γενοβέφες ή εξοχές ή τον Οθέλλο να στραγγαλίζει τη σύζυγο! Είχαν κι ένα ρολόι στρογγυλό μεγάλο ή εκκρεμές, κρεμάστρες ή καλόγερους και τα φλυτζάνια κρεμασμένα στον τοίχο πάνω απ΄τον μπουφέ. Τα τραπεζάκια -μαντεμένια βάση, ταμπλάς από μάρμαρο-, αραδιασμένα με τάξη. Κάθε τραπεζάκι δυο καρέκλες. Διέθεταν ζεστά - καφέ φυσικά, τσάι, φασκόμηλο-, αναψυκτικά -λεμονάδες, σουμάδα, γκαζόζα-, γλυκά του κουταλιού, βανίλια ή μαστίχα υποβρύχιο, λουκούμια. Παιχνίδια - τάβλι, τράπουλες, μπιλιάρδο-, ναργιλέδες, εφημερίδες κι αργότερα ραδιόφωνο.

Δυο ειδών καχβέχανέ θυμάμαι. Το μεγάλο καφενέ και το καφενεδάκι. Ο μεγάλος ήταν όπως ανωτέρω, με τζαμαρία, καλογυαλισμένος, μπόλικος. Το καφενεδάκι ήταν ταπεινό, με τσαρδάκι ή τουλάχιστον ένα δέντρο, σαν εκείνα στις παλιές ταινίες, με ψάθινες καρέκλες που επισκεύαζε ο περαστικός καρεκλάς, απομακρυσμένο ή κοντά στη θάλασσα ή χαμένο στα σπλάχνα της κάθε γειτονιάς...

Οι καφενέδες γεννήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη...

Θα συνεχιστεί...ίσως αύριο...

΄Ισως... με τα καχβέχανέ της Πόλης ή το θαυμαστό φιντσάν καφέ της Σμύρνης

Εδώ πάντως η ζέστη συνεχίζεται ακάθεκτη. Και μ΄αρέσει που φέτος αποφάσισα να αποφύγω τις καλοκαιρινές διακοπές στα πάτρια για να γλυτώσω, λέει, απ΄ τον καύσωνα!!!
Κι ένα μήνα τώρα και... ψήνομαιιιιιιιιιιιιιιιιιιι

27 Ιουνίου 2013

Αλλού τ΄όνειρο κι αλλού το θαύμα...

Ακούυυυσατε, ακούυυυυσατε...


Την είδα στον ύπνο μου καλά! Γλυκειά, όμορφη, χαρούμενη, γελαστή! 
Κι έτσι κι έγινε!!! 
Γύρισε η φιλενάδα μου! Γύρισε πίσω κοντά μας! Μας αναγνωρίζει, μας καταλαβαίνει, μας γνέφει, μας γελάει!!!!!!!!

Τ΄ονείρατό μου νενέ -όσο κι αν και το φοβόμουν- δεν αναποδιάστηκε. Δόξα σοι ο Θεός!

Ακούυυυυυυυυυσατε, ακούυυυυυυυυυσατε...
Η φιλενάδα μου "ξύπνησε, γύρισε πίσω, τη γλύτωσε"! 
Βγήκε από εκείνη την εφιαλτική κατάσταση που δεν μας άφηνε να καταλάβουμε αν "ήταν" μαζί μας. Βγήκε εκείνη από κει, βγήκα κι εγώ να τραγουδήσω εδώ!  
Χαρείτε κόσμε, γελάστε κόσμε! Γελάω και χοροπηδώ, χαίρομαι και τραγουδώ! Και δώστου πάλι απ΄την αρχή!

Ο δρόμος που έχει μπροστά της είναι μακρύς και δύσκολος... μ΄από το να μην έχεις καθόλου δρόμο μπροστά σου καλύτερα να ΄χεις δρόμο έστω...δρόμος μετ΄εμποδίων!

Ποιος θα μου το΄λεγε, πως η σημερινή συννεφιασμένη μέρα που ξημέρωσε θα ΄κρυβε τέτοια χαρά! Μέρα και χαρά μεγάλη σήμερα! Και τι χαρά! Χαρά μεγάλη, που δεν θα ξεχάσω ποτέ! Δηλαδή που θα θυμάμαι όσο λειτουργεί αυτό το άτιμο πράγμα που λέγεται μνήμη. Θα μείνει βαθιά χαραγμένη παρέα με κάμποσες άλλες ξεχωριστές χαρές...

"Κόρη μου, σα μοιράζεσαι τη χαρά σου, χαρά είναι και χαρά μένει και πιο μεγάλη γίνεται ... μα κράτιε τη λύπη σου γιατί  όσο κι αν τη μοιραστείς λύπη μένει...  άσε που μερικοί χαίρονται με το δάκρυ σου... μα σαν το σκεφτείς αυτό... φοβάσαι και για τη χαρά σου...

Αχ... είναι φορές αλήθεια που κρατείς τη χαρά για εαυτού σου... την κρατείς για να τη γευτείς μονάχος σου σα ροσόλι μυστικό... φοβάσαι πως θα χαθεί αν τη μολοήσεις... θαρρείς πως θα κρατήσει παραπάνω... τι να είπω ... μπορεί να φοβάσαι και το μάτι... άλλο πράμα η βασκανία... το φορείς το σταυρουδάκι σου, ναι; Βρέχει, χιονίζει να μη το βγάνεις από πάνω σου κόρη μου... κακό δεν κάμει να το φορείς... και στολίδι είναι... είχα κι εγώ πάντα πάνω μου το βαφτιστικό μου...
ένα τόσο δα μικρό ήτανε... το ΄χασα όμως... λίγο καιρό πριν χάσουμε τα πάντα... τι πριν, τι μετά... θα το ΄χανα όπως τα χάσαμε όλα... μια εικόνα φέραμε κι αυτή λειψή... ή στ΄αμπέλι ήπεσε ή στη θάλασσα... σαν το πήρα χαμπάρι ήταν αργά... ήφαγα τον κόσμο αλλά τίποτα... μόνο η αλυσίδα του είχε μείνει κολλημένη στον κόρφο μου... πάνω μου... σπασμένη ανάμεσα στο μπέτη και στο πουκάμισο... κι ήθελε ο κύρης μου να με πάει στη Σμύρνη να μου αγοράσει άλλο μα δεν εφτάξαμε... μάτι μάς πήρε και τον τόπο μας... φθόνος μάς τον εστέρησε... φθόνος μάς εστέρησε την άγια τη ζωή μας... 

Αγριμονιά
H νενέ μου ήλεγε ... πως σαν κάποιος λέει κάτι με φθόνο τότε πιάνει το μάτι ... οι καλόψυχοι δεν φθονούν, δεν ματιάζουν ... εμείς για να ξορκίσουμε το μάτι και την κακογλωσσιά φυτεύγαμε έξω απ΄το σπίτι, απή(γ)ανο... ούτε γατιά, ούτε σκυλιά, ούτε ορνίθια τον πλησιάζουν... βρωμεί και τ΄αποδιώχνει... αποδιώχνει κι όλα τα φτερωτά ζούμπερα... 

Μερικές εκόβανε απήανο κι αγριμονιά 
Απήγανος
και τα εκαίγανε με λιβάνι στο θυμιατό... κι ελιβανίζανε τον αβασκαμένο να καθαρίσει λέγοντας όποιο ξόρκι ήξερε η καθεμιανή τους... άλλες ελέγανε το πάτερ ημών, άλλες το Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα καλά σκορπά... άλλες το τροπάρι των Αγίω Θεοδώρων..."΄Αγιοι Ανάργυροι και θαυματουργοί, δωρεάν ελάβατε δωρεάν δότε ημίν"... άλλες του Μεγάλου Βασιλείου... τι να πεις... όλοι φοβούντανε το μάτι...

Μα και πιότερο απ΄όλους φοβάται η μάνα, του παιδιού της το μάτιασμα... σταυρό του Χριστού να φορείς κόρη μου στα βλαστάρια σου, όχι μπλάβα μάτια... 

Σαν πάρει ο Θεός τη χάρη του από πάνω σου σε πιάνει το μάτι... και πας για σκασμό... έτσι ήλεγε η νενέ μου... κι ήκαμε το σταυρό της μόνο και μόνο που το μελέταγε...  ΄Ηλεγε ακόμα πως μόνο ο παπάς έχει δικαίωμα στην αβασκανία μα και με το παραμικρό μας εξεμάτιαζε... Στην αρχή εμετρούσε από το 1 ως το 9... ύστερα έλεγε την ευχή... και στο τέλος κάτι ακόμα μουρμούριζε που δεν το ενθυμούμαι ... μ΄ένα διάτανο (δαίμονα;) βάσκανο είχε να κάμει και με τον ΄Αγιο Νεκτάριο...

Μάτια που τον/την ματιάσανε, 

τρία είναι καλά να τον γιατρέψουν,
πατήρ υιός και άγιο πνεύμα,
και ... του/της (τ΄όνομα του ματιασμένου) το κακό,
στην γη να σκορπιστεί και την υγειά του να'χει!


΄Αλλες φορές πάλι... ήπαιρνε το τσεμπέρι της ή ένα πεσκιράκι των ποτηριών... σ΄έβανε και το "εμέτραγες", το ΄βρισκες ίσο... σε εξεμάτιαζε, το "εμέτραγε"... σαν στραβό ήβγαινε... ήσουνα ματιασμένος... κι άιντε πάλι από την αρχή... μέχρι να ματαϊσώσει το πεσκίρι... μουρμουρώντας την ευχή...σαν ίσο ήβγαινε ... για κρύωμα για κακή τροφή είχες πάρει...

΄Αλλες εξεματιάζανε με το αλάτι, άλλες με το λαδάκι απ΄το καντήλι, άλλες με το αγίασμα... στα Θήρα ελέγανε πως εζούσε μια γυναίκα που έλυε τη βασκανία με τη σκούπα και το κάρβουνο... 
Κάποιοι λένε πως οι τσακίρηδες (γαλανομάτηδες) κι οι σμιχτόφρυδοι ματιάζουνε...
εμείς εκεί που ζούσαμε γαλανούς δεν είχε... γι΄αυτό λένε πως εκάμανε τα φυλαχτήρια σα μάτια μπλε...  κόντρα να κάμει το μπλε στο γαλανό να μη μπορεί να εματιάσει...

Τι να σου πω κόρη μου, πράματα και θάματα λέγονται για τα μάτια και τα βασκάματα... χαϊβάνια και ζωντανά σκούνε, καράβια ξεπλωρίζονται, περιουσίες χάνονται, άνθρωποι πέφτουνε στο κρεββάτι κι ακόμα παρακάτω... ο πάππος μου ήλεγε πως ακόμα και οι αρχαίοι ελέγανε για το μάτι και την κακοτυχιά που φέρνει... μανία είχε με τους αρχαίους... όλο γι΄αυτούς ήλεγε ... πως όλα τα είχανε ψάξει, όλα τα είχανε εξηγήσει... όλα μα όλα τα εξέρανε πια αυτοί; τους εθαύμαζε πάντως ξέχωρα...ήλεγε λοιπόν πως οι αρχαίοι θεωρούσαν υποψήφιο για βασκανία όποιον εξεχώριζε για την ομορφάδα του ... και  μετά τα μικρά παιδιά γιατί τα παιδιά είναι αθώα κι αγνά και φθόνο δεν ξέρουν... κι όσοι φοβόνταν πως καλό τούς είχε τύχει και πως θα τραβούσαν το φθόνο, στον κόλπο τους εφτύνανε για να προλάβουν τη βασκανία... 

Είχαμε και κάποια στα Βουρλά που σαν τύχαινε να την ανταμώσεις, ήθελες δεν ήθελες, ήφτυνες στον κόρφο σου... ήτονε γνωστή για το "μάτι" της... ελέγανε πως κόρακα ήσκαγε στο πέταγμα... είχενε πάντα ο κόσμος κακόφθονους ματιάρηδες... κι όλοι ελέγανε ιστορίες για κάποιους που σαν ήπεφτες απάνω τους  δεν σ΄εγλυτώνανε ούτε τα σαράντα κύματα... η δική μας δεν ήτονε τόσο κακιά... μα όπου εμφανιζότανε καβγάς αρχίναγε... μα στ΄αντρόγυνο, μα στην ταβέρνα, μα στην εκκλησιά... φτου μας απόψε και ο Θεός να τη συγχωρνά... 

Και οι ντόπιοι επιστεύγανε στο άτιμο... αυτοί να δεις... ματόχαντρα εβάνανε παντού... σε πόρτες, σπιτικά, μαγαζά, δεντρά και παραθύρια κι όλο "Allah, maşallah" κι "Allah korusun" αναφωνίζανε... κι εγώ το κάμω ε;  κι εστρέχανε στο χέρι της Φατιμά... έτσι το λένε οι μουσουλμάνοι,  οι Οβριοί όμως το λένε το "Χέρι της Μύριαμ"... κι οι δυο για φυλαχτό το ΄χουν κατά της βασκανίας...

Κι ένα ακόμα κόρη μου... από γενιά σε γενιά περνάει το ξεμάτιασμα... μα για να πιάνει Μεγάλη Παρασκευή δίνεται... και πρέπει να περάσει από αρσενικό σε θηλυκό... αλλιώς... 
Α! και παράδες δεν σηκώνει... ποτέ παρά κι ευχαριστώ δεν δίνει ο αβασκαμένος στον ξεβασκανιστή... ούτε φιλί κι ασπασμό δίνεις μετά... δεν τα κατέχω όλα τα καμώματα... ό,τι με βοηθάει το μυαλό σού λέω...  και ποιος εξέρει πόσα ακόμα να εξέχασα...


Καλά καλά σας βράδια
Ε.-

Το φτύσιμο -μετά το ξεμάτιασμα- δεν είναι υποχρεωτικό!

"άλλοι μετά την ευχή χτυπάνε ξύλο, άλλοι χτυπάνε το ποδάρι στο πάτωμα, άλλοι φυσάνε, άλλοι ανοίγουνε το πορτί... άλλοι φτύουνε..."

΄Ετσι έλεγες γιαγιά μου κι έτσι το ΄καμες... με σταύρωνες και ψιθύριζες Μάσσαλλαχ...


Αντιγράφω:

1. Όλες οι λαϊκές παραδόσεις έχουν ένα ειδικό κεφάλαιο για τη δύναμη του βλέμματος . Το ονομάζουν «κακό μάτι» ή βασκανία (σήμερα ψυχοβολία)  και θεωρούν ότι μπορεί να προκαλέσει κάθε είδους καταστροφές ακόμα και θάνατο. Στον πλατωνικό διάλογο «Φαίδων» είναι ο ίδιος ο Σωκράτης που λέει στον Κέβητα να μη λέει «μεγάλα λόγια» μη τυχόν και ματιαστούν. : « μη μέγα λέγε, μη τις ημών βασκανία περιτρέψει τον λόγον τον μέλλοντα». Ο Πλούταρχος, επίσης, αναφέρει στα «Συμποσιακά» το φόβο που είχαν οι μανάδες μη βασκαθούν τα παιδιά τους αλλά περιγράφει επίσης και στην αυτοβασκανία αναφερόμενος στο πάθημα του Ευτελίδη: «ωραίοι ήταν άλλοτε οι βόστρυχοι του Ευτελίδη. Αλλά ο ολέθριος άνθρωπος είδε κι εβάσκανε τον εαυτό του στον ποταμό κι αμέσως έπαθε κακή αρρώστια».  
΄Ηταν γνωστά και διαδεδομένα τα περίαπτα -φυλαχτά- και πολύσχημα. Το σχήμα τους  αποσκοπούσε να προσφέρει την πολυπόθητη προστασία και να αποτρέψει το μάτι.   


2. Με την ονομασία Εφέσια γράμματα φέρονται στην αρχαιολογία κάποιες συλλαβές ή λέξεις που οι περισσότερες εξ αυτών κρίνονται ακατανόητες εντούτοις στην αρχαιότητα θεωρούνταν ιερές και μάλιστα με χαρακτήρα μαγικό. Οι συλλαβές αυτές βρέθηκαν χαραγμένες στο βάθρο του μεγάλου αγάλματος της Αρτέμιδος της Εφεσίας που φυλασσόταν εντός του ομώνυμου ναού στην ΄Εφεσο εξ ου και η ονομασία τους. 

Τα εφέσια γράμματα σύμφωνα πάντα με τους ιστορικούς ερευνητές χαράσσονταν σε ξύλινες πινακίδες ή σε τεμάχια δέρματος τα οποία οι ιερείς τα κρεμούσαν στα πολυπληθή στήθη της Αρτέμιδος απ΄ όπου οι πιστοί στη συνέχεια παραλάμβαναν υπό μορφή σύγχρονου φυλαχτού. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση τα εφέσια γράμματα παρείχαν προστασία στους φέροντες αυτά κυρίως από νόσους ή άλλα κακά. Χρησιμοποιούνταν επίσης σε εξορκισμούς καθώς και σε διάφορες περίεργες - μαγικές τελετές και πράξεις. Όπως δε σημειώνει και ο Πλούταρχος οι διάφοροι "μάγοι" της εποχής συνιστούσαν τους "δαιμονιζόμενους" ν΄απαγγέλουν τις λέξεις αυτές χαμηλόφωνα.

Τα Εφέσια γράμματα αποτελούσαν δύο σειρές - τύπους με τους οποίους αποδίδονταν κατά τις ακόλουθες σειρές:

  1. Πρώτος τύπος αναφοράς: " Άσκι - Κατάσκι - Λιξ - Τετράξ - Δαμναμενεύς - Αίσιον ". (Σύνολο 6 λέξεις, ή 15 συλλαβές)
  2. Δεύτερος τύπος αναφοράς: " Βέδυ - Ζαμψ - Χθων - πλήκτρον - Σφιγξ - Κνάξβι - Χθύπτης - Φλέγμων - Δρωψ ". (Σύνολο 9 λέξεις, ή 14 συλλαβές).
Τον πρώτο εκ των παραπάνω τύπων προσπάθησε να ερμηνεύσει ο Πυθαγόρειος φιλόσοφος Ανδροκύδης δίνοντας κατά σειρά την ακόλουθη ερμηνεία: "Σκότος - Φως - Γη - Τετράξ (το άφησε ανερμήνευτο) - Ήλιος - αληθής φωνή". Στο δεύτερο τύπο το αξιοπερίεργο είναι ότι χρησιμοποιούνται τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου δύο φορές. Νεότεροι ερευνητές προσπάθησαν να δώσουν διάφορες ερμηνείες με διάφορους και ποικίλους τρόπους, χωρίς όμως να βρεθεί μια αξιόλογη ερμηνεία.

Μαρτυρείται επίσης ότι πολλοί ήταν οι διάφοροι μάντεις και ψευδοπροφήτες και διάφοροι αγύρτες που κατά την αρχαιότητα εκμεταλλεύονταν την ευπιστία των αφελών εξορκίζοντας αυτούς με τα παραπάνω εφέσια γράμματα, ή ακόμα και με άλλες λέξεις, πουλώντας και διάφορα περίαπτα δήθεν προερχόμενα από τον ναό της Αρτέμιδος της Εφεσίας. Το δε εμπόριο επ΄ αυτού φέρεται να είχε ιδιαίτερη εξάπλωση καθιστώντας έτσι την ίδια την πόλη της Εφέσου κέντρο μαγείας της αρχαιότητας. Ο δε περιηγητής Παυσανίας σημειώνει ότι αυτά τα περίαπτα που πωλούντας στην περιοχή χρησιμοποιούντας από πολύ παλαιότερα σχετιζόμενας πάντα με την πολιούχο θεά. Ακόμα δε και ο κωμικός ποιητής Μένανδρος κάνει χρήση των λέξεων αυτών αποκαλώντας τα μάλιστα "Εφέσια αλεξιφάρμακα".

Κατά την επικρατούσα άποψη η χρήση αυτών των γραμμάτων φέρεται να εισήχθηκε από τη Φρυγία όπου και στη συνέχεια μεταδόθηκαν σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις, ακόμα και στην Κρήτη και τη Σικελία.