![]() |
Στα Μύρα ... |
Του ΄Αη Νικόλα σήμερα ... και περιμένουμε χιονοθύελλα ...
Χρόνια καλά και πολλά σ΄όλους τους εορτάζοντες ... που ως γνωστόν, δεν είναι και λίγοι ...
΄Εχουν βουήξει και μας έχουν τρελλάνει τα ράδια, τα δελτία ειδήσεων, η τι βί κι οι εφημερίδες ... Και θα μας έρθει λέει μεσάνυχτα και θα κρατήσει όλη τη νύχτα ... και θα φυσάει γερά και το πρωί ... να είμαστε προσεκτικοί, μα πολύ προσεκτικοί ...
Είδομεν ... ας ξημερώσει πρώτα με το καλό και μετά ... ο Θεός βοηθός ...
"Κι ήταν ο ΄Αη Νικόλας, κόρη μου, δικός μας ... γραικός... Κάτω χαμηλά, μακριά πέρα απ΄ τη Σμύρνη είχε γεννηθεί, στα Πάταρα ... από καλούς ανθρώπους, πλούσιους, ευσεβείς... Χριστιανοί ταγμένοι ήτονε οι γονέοι του και χριστιανό τον εμεγαλώσανε... Μα δεν προλάβανε να τον εχαρούνε... Από μεγάλο συρτικό φύγανε κι αρφανό τον αφήσανε νωρίς... Τότες αυτός πούλησε όλα του τα υπάρχοντα κι υπακούοντας στο Θεό και στην καρδιά του, όλους τους παράδες του τούς έδωκε στους άρρωστους, στους φτωχούς και στους υστερημένους ... Τίποτα δεν κράτησε για τον εαυτό του... ΄Εγινε κι ιερώμενος και παπάς και μετά επίσκοπος ... Στην εποχή του, κακή εποχή, δεν τους εθέλανε τους χριστιανούς ... Τους εκυνηγούσανε και τους εβάνανε στη φυλακή... Πιο πολλούς χριστιανούς και παπάδες είχανε μέσα τότε οι φυλακές κόρη μου, παρά κακοποιούς και παλιάνθρωπους... Και τον εκυνηγήσανε και τον εφυλακίσανε κι αυτόν ...

Μάταια τον επαρακαλάγανε να χωστεί, να προφυλαχτεί ... Αυτός εκεί! Μέχρι που μετά από κάμποση ώρα, ξεμαύρισε ο ουρανός, ξεψύχισε ο αέρας και καταλάγιασε η θάλασσα ... Τότες εκείνος εσηκώθηκε γαλήνιος, τους εκοίταξε και με τη χέρα του τούς ευλόγησε ... Το ταξίδι τέλειωσε καλά. Φτάσανε απείραχτοι, ζωντανοί στον τόπο τους, εβγήκανε στη στεριά κι είπανε για την προσευχή, το θαύμα ... Το ΄μαθε ο κόσμος κι τότες, τον ονομάτισε άγιο των θαλασσινών και των καραβιών ... προστάτη των. Και τον αγαπήσανε και τον αγαπούνε πολύ και τον σεβάζοντε και τον τιμούνε ...
"Νενέ μου ... πες μου τώρα για τα παιδάκια. Πώς ξέρεις πως τα προστάτευε και τ΄αγαπούσε πολύ; Τα γιάτρευε; Πες μου."
"Λένε πολλές ιστορίες κόρη μου για τη χάρη του... Κι ο πάππος μου τις ήξερε όλες... Μα εγώ θα σου πω μια... αυτή που ζήταγα πάντα απ΄τον πάππο μου να μου την επεί καληώρα ... την ομορφότερη... Μον΄ ανήμενε να κάμω να πιούμε ένα τσάι... στέγνωσε ο στόμας μου ... "Το δικό μας ε γιαγιά; Με κανέλλα και μοσχοκάρφι... " "Ναι, κόρη μου ... το δικό μας..."
![]() |
Η προίκα... |
Δοξάζει πάλι το Θεό ... ΄Ερχεται κι η σειρά της τρίτης ... κι ήταν ο χειρότερος χειμώνας που είχε δει ποτέ ο τόπος ...΄Εννοια μεγάλη πάλι η μάνα ... Εσκεφτότανε την τύχη των άλλων 2 κι ήλπιζε μα εφοβότανε κιόλας ... 2 φορές καλά έτυχε ... μα 3; ΄Αντε πάλι ο ΄Αη Νικόλας μας πως να πάει ν΄αφήσει το σακκούλι ... που το χιόνι τα είχε σκεπάσει όλα ... Σκέφτεται απ΄δω, σκέφτεται απ΄κει ... και νύχτα δένει σανίδες κάτω απ΄τα παπούτσια του και ξεκινάει ... Φτάνει στο σπίτι, ψάχνει ένα γύρω μια μεριά ν΄αφήσει το σακκούλι, τίποτα! Η πόρτα χαμένη, τα παραθύρια φραγμένα ... Βλέπει τότες την καμινάδα, άκαπνη... Που ξύλα οι φτωχειές... Μια και δυο με προσπάθεια, πιάνεται κι από ένα δέντρο, πλησιάζει την καμινάδα και ρίχνει το σακκούλι μέσα... Ξεπαγιασμένη η κοπελιά πάει το πρωί να ανάψει ένα ξύλο, βρίσκει το σακκούλι, βάνει τις φωνές ... Ξεκουκουλώνεται η μάνα, τρέχει, βλέπει το σακκούλι και δεν πιστεύει στα μάτια της ... ΄Ετσι παντρεύει και την τρίτη ...

Μόνο εμάς δε γιάτρεψε κόρη μου, γιατί μας έχασε... Μας εδιώξανε από τον τόπο μας και μας ήψαχνε... Εσκορπίσαμε ... μας εσκορπίσανε... Λίγους εδώ, άλλοι εκεί ... Σ΄άλλα μέρη πήαινε, σ΄άλλα μας είχανε ρίξει ... Του επήρε καιρό να μας έβρει, και πάλι, άγιος και δεν τα κατάφερε να μας γιατρέψει... Δεν εγινήκαμε ποτέ καλά σαν όπως ήμαστε πριν... Κάποτε σαν μας ήβρηκε, κοίταξε τις πληγές μας, μας νοιάστηκε βοήθηκε ... Μα τα σημάδια δεν τα ΄σβησε ... Χρόνια πέρασαν και τα σημάδια εκεί, σημάδια ... Κι η πληγή μας, ο πόνος του τόπου μας, πληγή απόμεινε ... και σημάδι ...
΄Αιντε κόρη μου ... τ΄άλλα τα ξέρεις ... Ε ναι, απ΄αυτά κι αυτά κι απ΄τα θαύματα που έκαμε για τα παιδιά, τον επήρανε και οι Φράγκοι και τον εορτάζουνε στις 6 του Δεκέμβρη και μοιράζει δώρα στα υπάκουα παιδιά... Κι εμείς τον έχομε προστάτη των παιδιών μα έχομε τον ΄Αη Βασίλη μας που φέρνει δώρα στα καλόπαιδα ... Και να προσέχεις, κόρη μου ... όσο πιο γνωστική και ζάντζες δεν κάνεις ... τόσο πιο μεγάλο κι όμορφο δώρο θα σου φέρει ..Και σα μεγαλώσεις κι έρθει η ώρα προίκα να ΄χεις τους καλούς σου τρόπους και τη σύνεσή σου "
"΄Αιντε ... σύρε τώρα σαν καλό παιδί να θέσεις ...
Επαραξεχαστήκαμε με τις κουβέντες κοκόνα μου... "
"΄Αιντε ... σύρε τώρα σαν καλό παιδί να θέσεις ...
Επαραξεχαστήκαμε με τις κουβέντες κοκόνα μου... "
Καλά σας βράδια
Ε.-
Πήγα εγώ νενέ μου για σένα στον ΄Αη Νικόλα των Μύρων ...
Μακριά απ΄τη Σμύρνη κι απ΄τα Βουρλά, κάπου 500 χλμ. παρακάτω ... σχεδόν απέναντι απ΄τη Ρόδο ...
Τα σημάδια νενέ του Αγίου, είναι πάντα εκεί ...
Κι η εκκλησιά του εκεί ....
σημαδεμένη μόνο απ΄το χρόνο κι απ΄τους τουρίστες ...
σημαδεμένη μόνο απ΄το χρόνο κι απ΄τους τουρίστες ...
Θύμωσα πολύ ...
Τα Μύρα σήμερα τα λένε Ντέμρε ...
Τα Πάταρα Καλκάν ...
Τα Πάταρα Καλκάν ...
2 σχόλια:
Έχουν μια ξεχωριστή μαγεία οι διηγήσεις των παλιών που δεν μπορεί να περιγραφεί ή μάλλον να επεξηγηθεί έτσι εύκολα.
Ίσως τα έντονα βιώματα να μετατρέπουν το λόγο σε αληθινή κατάθεση ψυχής.
ΥΓ. Δεν πρόλαβα να δω το ζήτημα με το mail που έστειλες. Θα το κοιτάξω πάντως αναλυτικά και τα λέμε...
Πράγματι, οι διηγήσεις των παλιών έχουν κάτι το πολύ ξεχωριστό ...
΄Εχω αναρωτηθεί κι εγώ, τι να ΄ναι αυτό το κάτι ...
΄Ισως, να ΄ναι, όπως λες ... η κατάθεση ψυχής...
Ε.-
Του καθενός μας ο χρόνος είναι γεμάτος ...
Μην το βάζεις έννοια το μέιλ ...
Δημοσίευση σχολίου