23 Ιανουαρίου 2013

Ο ξένος και ο ποταμός... τον τόπο τους γυρεύουν ...

Δύσκολος ο δρόμος για



την καρδιά της...




΄Εργο αριθ. 1 : Το δικό μου παράθυρο
στο χιόνι

΄Εργο αριθ. 2: Η γειτονιά μου στα χιόνια...

Μέρες τώρα ασπριτζήδες, βαφιάδες, μπογιατζήδες ... μας ταλαιπωρούσαν ... 15 χέρια μάς πέρασαν πια! Το αποτέλεσμα όμορφο πολύ αλλά μπρρρρρ ....και πολύ κρύο αδερφέ μου!!!!!!
 

Τέλειωσαν, δεν τέλειωσαν... δεν ξέρω ... μόνο ξέρω πως σειρά πήρε η διακόσμηση ... Μια κρυσταλλένια διακόσμηση, λίγο λαμπερή, λίγο αστραφτερή, λίγο επικίνδυνη ...μ΄αλήθεια, πολύ όμορφη ... Αν είχε ήλιο, θα ήταν μαγεία! Αλλά δεν έχει ... 

΄Εργο αριθ. 3 : Η πόλη μου στο χιόνι...





 






Κι ενώ είμαστε στα μέσα του Γενάρη και η πόλη μου δεν είναι τόσο γοητευτική ... εγώ, παρ΄όλα αυτά σκέφτομαι να σας μιλήσω γι΄αυτήν ...

Είναι γεγονός πως την νιώθω σαν πόλη μου ... Και είναι και γεγονός πως περισσότερα χρόνια ζω εδώ παρά την πόλη που γεννήθηκα... είναι όμως και γεγονός πως δεν είναι εδώ ο τόπος μου ... Ποιος είναι όμως ο τόπος μου; 


Η πόλη μου
Είναι γεγονός ότι δεν έχει πολύ ήλιο ... έχει όμως φως ως τα μεσάνυχτα σαν έχετε εσείς καλοκαίρι
Είναι γεγονός ότι δεν έχει θάλασσα... έχει όμως ποτάμι και Γοργόνα ...
Είναι γεγονός ότι δεν έχει Ακρόπολη, Λυκαβητό, Θησείο, Μοναστηράκι, Πλάκα, Λόφο του Φιλοπάππου ... ΄Ενα είναι το γεγονός ότι δεν έχει μέσα της θύμησες απ΄ την πρώτη μου νιότη! Της λείπουν η οικογένεια, το σόι μ΄όλα τα παρελκόμενα, γάμους, βαφτίσια ...
Της λείπουν το πρώτο σχολειό, το δεύτερο σχολειό, οι φιληνάδες, οι φίλοι ...
Της λείπουν ακόμα τα πρώτα καρδοχτύπια, τα πρώτα φτιαξίματα, τα πρώτα στησίματα, οι πρώτες αγκαλιές, τα πρώτα φιλιά, οι πρώτες αγάπες ...

Είναι όμως ήσυχη, ήρεμη, πράσινη, μικρή λιλιπουτένια... 
 
Είναι συμμαζεμένη, καθαρή, όμορφη και τρυφερή συνάμα ...



Για, άντε βρείτε τη διαφορά ... από τη σημαία των Κάτω Χωρών...
Κι ενώ εμάς μας εκφράζει και μας συγκινεί το "Σε γνωρίζω από την όψη" ...εδώ η φράση που τους εκφράζει και τους συγκινεί είναι ... 
"Ευχόμαστε να Παραμείνουμε αυτό που Είμαστε..."

Στον ΄Αγνωστο Στρατιώτη










Βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο της γηραιάς Ηπείρου και έχει 3 σημαντικούς γειτόνους ... τους μεν που δεν χωνεύουμε - Γερμανούς - , τους δε που δεν χωνεύω - Γάλλους - και, ευτυχώς, και τους αγαθούς και συμπαθέστατους Βέλγους ...

Αβαείο του Neumunster
΄Οσα χρόνια το ξέρω -χρόνια τώρα- έχει έκταση 2.586 τ.χλμ.,  ύψος 98 χλμ. και φάρδος 75... και παρόλες τις πολλές και καταρρακτώδεις βροχές δεν έχει "μπει" καθόλου ... Είμαστε μαζεμένοι και διαχειμάζουμε ενθάδε καμιά 500αριά χιλιάδες άνθρωποι... και μιλάμε από μογγολοταρτάρικα έως φραγκολεβαντίνικα ... ΄Ενας Πύργος της Βαβέλ δηλαδής ... κι άντε συ να συννενοηθείς! Τέλος πάντων καλά τα καταφέρνουμε και -χτύπα ξύλο- καλά περνάμε μεταξύ μας... Χαϊδευτικά τους κατοίκους τούς αποκαλώ -ανάλογα τη στιγμή- Λούξους ή Βούργιους. Λούξους στα καλά μου, Βούργιους σαν έχω τα νεύρα μου ... Οι υπόλοιποι τους αποκαλούν Λουξεμβούργιους... Μιλάνε τη γλώσσα τους, λίγο βάρβαρη λόγω άκρας γειτνίασης με τους αχώνευτους... αλλά είναι και ολίγον γαλλική -η οποία είναι και η καλή τους, η επίσημή τους δηλαδή- ενώ περιέχει και αρκετά στοιχεία εκ της των Κάτω Χωρών ομιλουμένης ως επίσης και κάμποσα γύφτικα! Μη γελάτε! Σοβαρολογώ απολύτως! Τα γύφτικα επεμβαίνουν λόγω κατασκευής της πόλης! Φανταστείτε ένα μεγάααααλο κάστρο ... μέσα οι αυτόχθονες και όξω (απ΄τα τείχη) οι Ρομ ... Νομάδες, Πραματευτάδες, Αλητήριοι, Σαλτιμπάγκοι, δεν τους άφηναν να εισχωρήσουν πέρα των τειχών... μην τυχόν και τους ...χαλάσουν τη συνταγή! Αλλά μιας γιατί έπρεπε να κάνουν αλησβερίσι με τους όξω, μιας γιατί όλο και κάτι αγαθό ή πονηρό συνέβαινε ... ε, τελικά κονόμησαν και κάμποσα γύφτικα εκφραστικά!!! 

 Χωρίς φυσικά να ξεχνάμε τη Ρόζα Λούξεμπουργκ!!! Μοναδική!!!

Να μην ξεχάσω! Σαν κι αν γκουγκλίσετε Λούξεμπουργκ-Luxembourg, να είστε προσεκτικοί ... γιατί ο θείος Γκουγκλ τα ξέρει όλα απ΄έξω κι ανακατωτά ... κι ανακατώνει το λιλιπούτειο Δουκάτο μας με τους κήπους του Λουξεμβούργου εν Παρισίοις ... Είπαμε... αλλά, δεν είναι και τόσο μικρό όσο οι περιβόητοι κήποι ... ΄Εχει άλλωστε και δικούς του! Κοντά ένας κήπος είναι όλο κι όλο... 
Κι ακόμη είναι όμορφες -οι φωτογραφίες του- που θα βρείτε και θα δείτε ... μόνο που θα ΄θελα να μπορείτε να το δείτε με τα δικά μου μάτια ...

Κι αφού μάθατε τα επιστημονικά ...

Ground - Κάτω ή παλιά Πόλη

Τα τραίνα που φεύγουν...
Μάθετε τώρα και πως ... τη σήμερον, διαθέτει 474 οικονομικά "καταστήματα" κοινώς τράπεζες και παρατράπεζες -κακό χρόνο να ΄χουν, όπως θα ΄λεγε και η νενέ μου - χώρια οι πελάτες τους βέβαια... 
Παλατάκι ... Colmar Berg
 Επίσης διαθέτει ένα Σιδηροδρομικό Σταθμό...


το ποτάμι της πόλης... Αλζέτ
ένα Αεροδρόμιο... τι να τα κάνουμε τα περισσότερα, να μπερδευόμαστε; ΄Εχομεν 1 κεντρικό Παλάτιον  και διάφορα παλατάκια και 1 Δούκα με σύζυγο και με 5 παιδάκια... Τείχη, παλιά προστατεύοντα, σήμερα πολιτιστική κληρονομιά και προστατευόμενα από την Ουνέσκο...  Ποταμάκι εντός ... 
Συνήθης θέα σε συνήθη γειτονιά

Η Μητρόπολη
Κυρίως Παλάτι...




Στους Πεσόντες...
 και επί τα αυτά, δηλ. στο κέντρο και ποτάμι επί τα αυτά αλλά εκτός... 1 λίμνη φυσική και 1 τεχνητή... 3 φράγματα... ΄Εναν Καθεδρικό Ναό με κρύπτη...


 

 3 Μουσεία χωρίς περιβόητα κλοπιμαία, 3 θέατρα, 2 ζωγραφιστά πάρκα εντός κέντρου πόλης ... γιατί το εκτός πόλης είναι ένα πάρκο μόνο του... ΄Εχουμε γέφυρες παλιές πετρόχτιστες γεμάτες γοητεία... κι έχουμε και μια κόκκινη που ΄ναι γι΄αυτοκτονία...
Pont Adolphe



Χωρίς λόγια
Λίμνη Kockelshauer

... ένα Κολονάκι, μια Ερμού, 2 Αιόλου, Σύνταγμα, Ακαδημίας και Ομόνοια... το εκπληκτικότερο και νοστιμοτερότερο ζαχαροπλαστείο της γύρω ευρωπαϊκής περιφέρειας...

άπειρα ιταλο-κοκορόφτερα φαγάδικα, κάμποσα φράγκικα α-φαγάδικα, αυτά ξέρετε που σερβίρουν σε πελώριο πιάτο 3 μπουκιές κι ένα φύλλο δυόσμου και αρκετά κινεζο-αραβο-τάι και σούσι- πανάκριβά μαγαζιά κι ακριβά ξενοδοχεία διά τους έχοντες και εξαιρετικά χόστελ για τους κατέχοντες ... ΄Εχομεν 5 νομίζω -γενικώς δεν μ΄ενθουσιάζουν- εμπορικά κέντρα ... και χρειάζεστε 5 μέρες το πολύ για να το δείτε -εκτός εμπορικών κέντρων- όλο αλλά αξίζει τον κόπο... Πρόβλημα για να διαλέξετε ποια εποχή θα ήταν καλά για να ΄ρθετε, δεν έχετε. Ο καιρός επί το σύνηθες είναι λίαν ασταθής! Η λούξια κουζίνα διαθέτει 3 σπεσιαλιτέ κι ένα παραδοσιακό γλυκό, σερβιριζόμενα σε μερίδες γερμανικής καραβάνας κι ένα άνοστο τυρί. Τρώτε ευρωπαϊκά δηλαδή σύμφωνα με το ρολόι κι όχι σύμφωνα με την πείνα σας αλλιώς τρώτε αμφιαρτίδια ή στο πόδι... Τα κεμπάπ-καμία σχέση μ΄αυτά που ξέρετε- κάνουν θραύση, προτιμήστε όμως τα ντόπια λουκάνικα, τη ντόπια μπύρα, την -ναι, έχομεν κι απ΄αυτή-  ντόπια σαμπάνια, ξουυυυ τα κόκκινα ντόπια... α πα πα πα ... στα φράγκικα κόκκινα, στοιχίζουν του κόσμου τα φράγκα... και τα δικά μας τα κρασάκια τα βάζουν 10 φορές κάτω... αλλά ας όψεται το μάρκετινγκ! Το αυτό ισχύει και διά τα γιαούρτια όσο κι αν εκτός πόλης, πλείσται αγελάδαι βόσκουν. Μπορεί να συναντήσετε διάφορα όμορφα και παράξενα... όπως ελαφάκια, αλεπουδάκια, σκιουράκια δίχως να πάρετε τα βουνά γιατί βουνά δεν διαθέτομεν! Παράγωμεν δαμάσκηνα, καρύδια και κεράσια... Πλείστα όσα είδη πτηνών ίπτανται ενενόχλητα, λατρεία τα κοτσύφια, φρίκη οι κουρούνες και τα κοράκια ... Επιτρέπεται το κυνήγι κάποιες μέρες ανά διετία και το λίμνιο ή ποταμίσιο ψάρεμα πάντα υπό ... προϋποθέσεις μεγέθους του ιχθύος! Κι έχουμε πράσινο, πράσινο και πράσινο παντού!!! Και δέντρα και θάμνους και λουλούδια πολλά και όμορφα... που κανένα τους δεν μυρίζει... Η οργάνωση σε όλα είναι άψογη, τα λεωφορεία έρχονται πάντα στην ώρα τους, οι δήμοι μάς προτείνουν να συμμετέχουμε σε τόσα πολλά διάφορα που στο τέλος -τι να κάνεις κανείς στο χωριό- προτιμάμε να μουρμουράμε... και δεν κάνουμε τίποτα.  Α! Και κάιποτε είχαμε και γείτονα τον ΄Αγιο Κωνσταντίνο ... στα 40 χλμ. υπηρέτησε ΄Επαρχος στα εδάφη των καλυτερότερων κόπυ-πέιστ-ερς στην καθομιλουμένη, κυρίως, κύριοι γνωστοί  ως Ρωμαίοι... Διαθέτουμε και εξοχές υπέροχες και μικρά αξιοπερίεργα...



Vianden

Ξωκλήσι Αγίου Quentin

Λίμνη Echernach

Επίσης το περιβόητον Σένγκεν ένθα κι ενταύθα ευρίσκεται ...  
Τα βασικά τέλος ...

Θα συνεχιστεί...

Καλά σας βράδια

Ε.-


Δεν έχετε παράπονο ε; Μπορεί να μην σας ταξίδεψα ανατολικά σήμερα... σας ταξίδεψα όμως δυτικά... Αν και νιώθω την καρδιά μου να μου λέει ... "θα ΄θελα να με πας νότια" ...

Πολιτιστική Κληρονομιά

Κι αν συνεχιστεί -είδομεν- θα συνεχιστεί μόνο με φωτογραφίες... και μ΄ένα παραμύθι... το παραμύθι της τυχερής-άτυχης γλυκειάς σειρήνας, της Μελουζίνας ... και ... τελείως και παντελώς άνευ σχολίων... 




21 Ιανουαρίου 2013

Κάμεις καλό, κάμεις κακό... θα ’ρθει γυρεύοντάς σε...

"Να το ξέρεις κόρη μου ... ο χρόνος κρατά ότι αξίζει ... Θες βιβλίο είν΄αυτό, θες τραγούδι, θες αγάπη .... Αυτός περνάει, κυλάει κι αυτό εκεί... Δεν χρειάζεται να ΄χεις και πολύ νιονιό για να το καταλάβεις ... Το καλό γερνά μα μένει ... Περπατά στους χρόνους, γυρίζει τον κόσμο, ανακατεύεται αναμέσα στους ανθρώπους, μα μένει ...  Το άξιο, το τιμά και τ΄αγαπά ο χρόνος... Σαν δεν αξίζει κάτι, ξεχνιέται, παρατιέται, χάνεται, σβήνει ... Και δεν σου λέω για τα δικά σου που δικά σου είναι και τα ΄ζησες και τα θυμάσαι ... Ούτε γι΄αυτά που αγαπάς γιατί σ΄αρέξανε... ούτε για αυτά που μαθαίνεις να τ΄αγαπάς, σου λέω... ούτε γι΄αυτά που τα μαθαίνεις μόνο και μόνο για να τα ξέρεις... όπως τα γράμματα και τις ιστορίες στο σχολειό ...

Εφέραμε μαζί μας πολλά δικά μας ... που ο χρόνος τα κράτησε ... ΄Αξια ήταν κι αξιωμένα γινήκανε ... και κρατιούνται ακόμα ... Εφέραμε το τραγούδι μας, τις μουζικές μας, το σάζι, τα σαζοκούταλα...
Εφέραμε κι επιστήμονες και παιγνιδάτορες, τραγουδιστάδες, τραγουδοποιούς  ... Τη μουσική μας την επαίζουν ακόμα, τα τραγούδια μας τα τραγουδούνε έως σήμερα... 
 Οι παιγνιδάτορες μας κι οι τραγουδιστάδες μας, επιαστήκανε στο νέο τόπο κι εγινήκανε γνωστοί ... Εφέραμε δάκρυα και πόνο πολύ... μα μαζί εφέραμε και σχέδια για σπίτια, παλιά βαγγέλια, μισοσβησμένες εικόνες... χώρια τα ζαρζαβάτια, τα μπαχάρια, τα τουρσού και τα μαγειριά μας... Εφέραμε ασβέστη, λουλούδια, κλουβιά και καπατζέδες  (μικρή παγίδα για φλώρους και καρδερίνες)... Δεν υπήρχε ρωμέικο σπίτι εκεί απέναντι που να μην έχει κλουβί με κανάρι ή φλώρο...


 Δεν υπήρχε αυλή δίχως ασβεστωμένους ντενεκέδες με γιασεμί, δειλινά, γαρδένιες, γαρύφαλλα ... δίχως μιντέρια, ντουβάρια και πεζοδρόμια ασπρισμένα ... Δεν υπήρχε κονάκι δίχως κόνισμα και καντήλι ... Κι ήσαντε τα σπίτια μας στολισμένα μέσα κι έξω κι  ένα γύρω ... 
 

 Τα πορτομάνταλα χυτά μπακιρένια, τα πανωπόρτια πέτρινα τοξωτά ... το γενέθλιο του σπιτικού γραμμένο ... 
 
τα χερόχτυπα περίσσια δουλεμένα... Κι ένα γύρω στολίδια κοντά όμοια μ΄αυτά της Ακρόπολης ... μαίανδροι, άνθια, γυριστοί σαλίγκαροι, αμάραντοι... Τα εζωγραφίζαμε, τα μπογιατίζαμε στο χρώμα της θάλασσας, τα εστολίζαμε, τα εφροντίζαμε, τ΄αγαπούσαμε ... ήσαντε τα δικά μας ...
   
 
 Κι εβάναμε μεγάλες πέτρες γύρω απ΄τα δεντρά και τις ασβεστώναμε... και για να πάμε στο σπίτι πάνω σε βότσαλα της θάλασσας επερπατούσαμε... Θυμούμαι πως λίγοι το εκάμαμε αυτό ... Στις λιγότερο πλούσιες εκκλησιές και στα ξωκκλήσια το εκάμανε συχνότερα ... γι΄αυτό και δεν το εκάμαμε εμείς στα σπιτικά μας ... 
 
Εστρώνανε όλο τον περίβολο με βότσαλο και του εκάμανε και σχέδιο ... Σαν είχε αποφασιστεί από τους γέροντες να στρωθεί καταπώς... για καιρό πολύ, τον καλό καιρό, όλο το χωριό κοντά και πιο πολύ τα παιδιά εβγαίνανε και μαζώνανε βότσαλα ... Μετά εκαθόντανε και τα εχωρίζανε σε μικρά και μεγάλα και στα χρώματα ...  Θυμούμαι πως το έκαμα κι εγώ, με το σχολειό... 





΄Ολους, μας εμάζεψε ο διδάσκαλος και στις εορτές και στις σχόλες επηγαίναμε για μάζωμα ... Οι περισσότεροι γονέοι δεν το εθέλανε, μας ηθέλανε κοντά τους για βοήθεια ... αλλά δεν ημπορούσανε να κάμουνε κι αλλιώς ... να πούνε όχι; Σαν υπήρχε απόφαση των γερόντων, να γίνει κάτι ... πα να πει πως ήταν για το καλό όλων μας και του τόπου μας ... και όλοι συμφωνούσανε να γίνει το πρέπον ... Οι γέροντες το ελέγανε σε όλους από τα πριν... μετά το εκουβεντιάζανε πάλι όλοι μαζί ... ελέγανε ο καθείς το γιατί, το ναι του και το όχι του, το εσυζητούσανε ύστερις οι γέροντες μεταξύ τους και επαίρνανε την απόφαση ... κι όλοι εβοηθούσαμε ... θες με παρά, θες με δουλειά ... καλόδεκτα όλα κι όλοι... Κι ήταν όλοι περήφανοι σαν τέλειωνε η υποχρέωση ... ΄Ομορφα χρόνια κόρη μου ... Μη νομίσεις ... Είχαμε και καβγάδες γιατί είχαμε κι ανάποδους και παράξενους συγχωριανούς μα τα βολεύαμε ... ήτανε λίγοι ... Τόπος στον κόσμο δεν υπάρχει δίχως παράξενους και δίχως αυτούς που νοιάζονται μόνο για την απατή τους και μόνο για τα ιδικά τους...  

 Ζωγραφιά ήταν τα Βουρλά κοκόνα μου, ζωγραφιά σαν αυτές τις γυαλιστερές που κολλάς στο τετράδιό σου ... Και να είχα μια ζωγραφιά τους να σου δείξω... να την εκολλήσεις κι αυτή με τις άλλες ... Σαν δεις άλλα χωριά, μπορεί τα Βουρλά να μη σου εφανούνε σπουδαία... 

 Σοκάκια είχαμε και καλντερίμια... και μεγάλη πλατεία δεν είχαμε και πάρκα... Πλατεία είχαμε τη θάλασσα απλωμένη γαλανή μπρος μας... πάρκα είχαμε τ΄αμπέλια, τους μπαξέδες και τα μποστάνια μας και το ένα γύρω μας ήταν γεμάτο συκιές, ρογδιές και  μυγδαλιές... Να χαίρεται το μάτι σου να τα βλέπει, να ηρεμεί η ψυχή σου και να τα καμαρώνει το είναι σου ... 


Και πως τα εθυμούμαι όλα ... Σα να μην έφυγα ποτές από κει ... Βλέπω ακόμη τη βρύση μας, το μεγάλο πηγάδι, τον ξυλόφουρνο... τη σόμπα, το μαγκάλι, το φανάρι με το τυρί και το ψωμί ... ΄Ενα κυπαρίσσι έστεκε για καλωσόρισμα...  πλάι στην εμπατή ... 

 Η πόρτα μας ήτανε ξύλινη, στρογγυλή από πάνω κι από πάνω της είχε δυο σκαλίσματα ... ΄Ενα σταυρό σ΄άσπρη πέτρα κι ένα κλειδί ... Από δίπλα έκαμε ένα άνοιγμα ο τοίχος, δυο πλίθοι μέγεθος... κι έκανε μπάσιμο κι ακουμπούσαμε την πετρόλαμπα ... Κι άναβε αργά στις βεγγέρες το καλοκαίρι, για τους παρωρισμένους ή τους μουσαφίρηδες το χειμώνα... Μόνο ο πατέρας μου το έκαμε αυτό ... ΄Αλλο σπίτι δεν υπήρχε που να το κάμει ... Τον ερώτησα κάποτες "γιατί πατέρα θες την πετρόλαμπα έξω απ΄το σπίτι;" ... "Για να μας βλέπει ο Θεός" μού είπε .... και του ΄βαλε τις φωνές η αννέ μου ...  "Να σου λείπουνε αυτά παράξενε ... Ο Θεός δεν έχει χρεία τη λάμπα για να βλέπει..." Ο κύρης μου χαμογέλασε και μου ΄πε ... "΄Αστηνε την αννέ σου, πάλι δεν εκατάλαβε ... Ο Θεός τα βλέπει όλα  Λέγκω... τη βάνω, για να μας εβλέπει... όχι για να βλέπει ..." 



Καλά σας βράδια

Ε.-


"- Νενέ μου... Θ΄αρχίσω να μαζεύω το χαρτζιλίκι μου και θα κάνουμε μαζί το ταξίδι στα Βουρλά.. Μέχρι να τελειώσω το σχολείο, θα έχω μαζέψει κάμποσα λεφτά, θα είμαι και 18 ... Το θέλεις, νενέ μου, δεν το θέλεις να πάμε μαζί; "
"-  ... να ματαβρεθώ στα Βουρλά ... δεν το αντέχει η καρδιά μου ... 
Αν τύχει και ματαβρεθώ εκεί, εκεί θα μείνω ... στον τόπο μου ..."
     Εκεί θα μείνω..."
   

19 Ιανουαρίου 2013

Όποιος κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στο αλάτι...

Γιορτές, φαγοπότια, φίλοι, πήγαινε-έλα, τέλος! Και να ΄τα όλα, να είναι πια αφημένα στα πίσω! Το ΄13 πήρε πια μπρος, κανονικά. Η καθημερνότητα, η ρουτίνα και το μαγκανοπήγαδο έβαλαν μπρος κι αυτά. Βρήκαν πάλι τη θέση τους, πήραν τη σειρά τους! Μπήκα και βρήκα κι εγώ υποχρεωτικά -τι να κάνω- τη δική μου σειρά. Και να ΄μαι πάλι εδώ, στο μικρό "εναέριο" μπακαλικάκι μου! Το μπακαλικάκι που στηρίζεται, στις οπτικές ίνες... και που όμως, μου επιτρέπει ν΄ανακατώνω και ν΄αναμοχλεύω γλυκά, τρυφερές θύμησες κι άσβηστες μνήμες! 

Μ΄ ένα κρύο τριγύρω και τα χιόνια ένα γύρω, σκοτεινά πια και μετά τη δουλειά ... Εκτός από μια φωτιά, μια ζεστασιά κι έναν καναπέ για φωλιά κι αναδρομή στα παλιά... αλήθεια, τί άλλο μπορώ να κάνω; Και σαν έχουν μεγαλώσει κι, έχουν πετάξει με τα δικά τους φτερά, μακριά τα παιδιά... 

Χωρίς παπούτσια να ξελασπώσεις, χωρίς βραδυνά διπλομαγειρέματα για να προλάβεις, χωρίς ζόρι για εκθέσεις ιδεών κι ασκήσεις χημείας, χωρίς φωνές "διάβασε", "γράψε", "πλύνε δόντια", "άντε κοιμήσου",  μένει η ... σκέτη ησυχία! ΄Ετσι και μένα, τι άλλο μου μένει... εκτός απ΄το να σας πάω μια βόλτα ή να σας πω μια ακόμα παλιά ιστορία ...

 
"Κόρη μου, εμένα η νενέ μου έλεγε πως τα σίγματα (πληθυντικός του γράμματος Σ-σίγμα) έχουν μεγάλη δύναμη ... "Να Σιωπάς, Να Σκέβεσαι, Να Σέβεσαι, Να Συχωράς, Να Συμπονάς, Να Συντράμεις"  ... ΄Ελεγε πως άμα τ΄ακολούθαγες τα Σίγματα αυτά, καλά επήαινε η ζωή σου κι ήρεμη κράτανες την ψυχή σου ...  Το ΄λεγε συχνά ... Κι ήμασταν παιδιά και την επειράζαμε... Κι όλο τής ελέγαμε ... ΄Αλλο καλό Σίγμα δεν κατέχεις νενέ; ΄Ολο τα ίδια μάς ΄ελές... Κι αν ήταν στα καλά της, εγέλανε... Μ΄ αν είχενε τα νεύρα της ... "Σους μπρε, Σους", μάς έλεγε ... "Σους, για θα τα πω όλα στον πατέρα σας... Το καλύτερο Σ είναι να Σιωπάς" ...

Κάθε φορά, μ΄ένα Σ τα βόλευε όλα ... Κάθε που κάτιτις τύχαινε μ΄ένα Σ... τα βόλευε όλα ... 
Και τους είχενε δώκει μια τη δική της σειρά ... 
Πρώτα Σκέβεσαι, και σαν σκέβεσαι ... ή σιωπάς ή σημαίνει σέβεσαι ... μετά σκέβεσαι και συγχωράς... σαν συγχωράς ... συμπονάς και σα συμπονάς ... συντράμεις ... Πολλές φορές κόρη μου τα σκέφτηκα τα "σίγματα" της νενές μου ... Και κάθε φορά που τα σκεφτόμουνα, κάθε φορά όλο και πιο πολύ σωστά τα ΄βρισκα ... Ακόμα και τώρα, γριά γυναίκα πια, κάθε φορά που τα θυμούμαι, κάθε φορά σκέφτομαι πως χάρη σ΄αυτά κύλησε κι η δική μου ζωή  πιο ήρεμη, πιο ήσυχα ... Μα πρώτα απ΄όλα, χάρη στα σίγματα ... έμαθα ν΄ακούω. Σα δεν ακούς κόρη μου, κανένα Σίγμα απ΄τα σίγματα της νενές μου δεν έχει αξία ... Σα δεν ακούς, δεν σκέβεσαι... σα δε σκέβεσαι δεν σέβεσαι ... σα δε σέβεσαι δεν συγχωράς, σα δε συγχωράς δεν συμπονάς και σα δε συμπονάς δεν συντράμεις ... Κι ανάποδα να τα πάρεις τα σίγματα, το νόημά τους δεν τοι χάνουν ... Σαν δεν συντράμεις, πάει να πει, δεν συμπονάς... Σαν δεν συμπονάς δεν έχεις συγχωρήσει ... Και σαν δεν έχεις συγχωρήσει, πάει να πει πως δεν εσκέφτηκες τον άλλονε μήτε το γιατί τα ΄καμε έτσι ή αλλιώς ... Και δεν έχεις σιωπήσει γιατί βιάστηκες και δεν έχεις ακούσει ... Μπερδεύτηκες κοκόνα μου ε; ΄Ετσι μπερδευόμουνα κι εγώ σαν άρχιζε η νενέ μου τα σίγματα και τη διδαχή ...  Μεγαλώνοντας τα ξεμπέρδεψα κι εγώ ... Μετά τ΄αγάπησα! Εκτός από τότε που ήμουνα παιδί και βαριόμουνα να τ΄ακούω ... μετά τ΄αγάπησα τα σίγματα ..."

"Οι παλιοί ήταν αλλιώς κόρη μου ... Είχανε άλλη σκέψη κι άλλη υπομονή ... Μ΄άλλο τρόπο εβλέπανε τη ζωή ... Περάσανε κι αυτοί δύσκολα, περάσαμε κι εμείς ... Είχανε φύγει κι αυτοί σ΄άλλη πατρίδα, είχανε κοιτάξει να βολέψουν κι αυτοί αλλού τη ζωή τους ... Εμείς βρήκαμε μια ζωή στρωμένη, σ΄όμορφο τόπο ...  που τον εκάναμε τόπο μας. Οι παλιοί την είχανε στρώσει με ίδρο και κόπο και βάσανα... Είχανε φέρει μαζί τους πολλή αγάπη για τον τόπο που άφησαν ... Την φύτεψαν στον καινούργιο τόπο... και βλάστησε και κάρπισε... κι έγινε αυτός ο τόπος τους...  ένας τόπος γεμάτος αγάπη και γεμάτος περηφάνεια απ΄ τις ιστορίες του άλλου τόπου ... Εφέρανε μαζί τους και τη γλώσσα τους και τ΄αντέτια τους και τα παραμύθια τους και στην αρχή τα ΄χανε στηρίγματα ... Μετά απόκτησαν και καινούργια ... Μαζί με τη γη απόκτησαν κι άλλες ιστορίες, άλλες συνήθειες, καινούργιους ήρωες ... Ρίζωσαν και ζούσαν κοντά και συνάμα μακριά απ΄τον πρώτο τους τόπο... Τους αγαπούσαν και τους δυο... μα η ζωή τους ήταν πια αλλού ... Κι είναι η ζωή που κάνει τον τόπο ... Εκεί που γελάς, ζεις .... Εκεί που κλαις, ζεις ... Εκεί που κουράζεσαι και κοιμάσαι ... εκεί ζεις... Κι εμείς τον είχαμε ζήσει τον τόπο μας ... Πως να ξεχάσω εγώ τα Βουρλά ... Εκεί έτρεχα κι έπαιζα, εκεί έμαθα γράμματα, εκεί πρωτοχτύπησα τα γόνατά μου, εκεί πρωτοχτύπησε η καρδιά μου ... Τι να το κάμω που οι δικοί μου είχαν φύγει απ΄τον τόπο που μ΄έριξε εμένα η προσφυγιά ... Για μένα ήταν τόπος ξένος και ξενικά μού φέρθηκε ... Μ΄έδιωχνε αλλά που να πάω ... Τα καλά μας και τ΄αγαθά μας είχαν χαθεί ... Οι άνθρωποί μας χαμένοι κι αυτοί ... Χαμένοι κι εμείς ... Μόνη μας παρηγοριά η ελπίδα ... και το πως ομιλούσαμε την ίδια γλώσσα στον "ξένο" τόπο... Κάποτε, μετά από πολλά ... μάς αποδέχτηκαν... Πρόσφυγες μείναμε πάντα μα μας αποδέχτηκαν... Πέρασαν όμως χρόνια μέχρις ότου ν΄αναγνωρίσουν την αξιοσύνη μας, τη μουσική μας, την πάστρα μας, τα φαγιά μας, τ΄άντέτια μας ... Ξέρεις πως μόνο εμείς στις 5 του  Γενάρη μαζεύαμε τη στάχτη απ΄ την παραστιά ή το τζάκι και την εσκορπούσαμε μέσα και γύρω απ΄το σπίτι; Ακόμη και στα χωράφια την εσκορπούσαμε για να φέρει καλό ... Γούρι ελέγανε πως ήφερνε μεγάλο επειδής είχε αρχίσει με το Χριστόξυλο... που το βάναμε στις 24 του Δεκέμβρη... Κι η φωτιά έκαιε 12 μέρες άσβηστη συνέχεια μέχρι την παραμονή των Φώτων ...
 Και τα Φωτοκαλιανταρίσματά μας, ήταν διαφορετικά...
 Τα σωστά είναι αυτά που ξέρεις εσύ κοκόνα μου ....

΄Αιντε πες τα μου με τη φωνούλα σου ... 

Σήμερα είναι των Φωτών που αγιάζουν οι παπάδες
και μες στα σπίτια ψάλλουνε και λέν τον Ιορδάνη.
Ο Ιωάννης Βαφτιστής εγύρισε και είπε:
- Χαρίσατέ μου τα κλειδιά, τα μαργαριταρένια
ν’ ανοίξω τον Παράδεισο, να πιώ νερό δροσάτο
να πέσω ν’ αποκοιμηθώ σε μια μηλιά από κάτω,
να πέσουν τ’ άνθη απάνω μου, τα μήλα στην ποδιά μου
και τα χρυσά τριαντάφυλλα τριγύρω στα μαλλιά μου.
Ανήφορος, κατήφορος σε τρία πηγαδάκια
κάθονται τρεις μελαχροινές με τα σγουρά μαλλάκια.
Η μια κεντά τον ουρανό, η άλλη το φεγγάρι
κι η τρίτη η μικρότερη κεντά τον αϊ-Γιάννη.
Κέντα το κόρη, κέντα το του Γιάννη το μαντήλι
και γέμισέ το ζάχαρη κι άμε το στο πλαστήρι
κι απ’ το πλαστήρι στο σχολειό κι απ’ το σχολειό στο σπίτι.



Καλά σας βράδυα

Ε.- 


5 Ιανουαρίου 2013

Δώδεκα Απόστολοι, ο καθένας με τον πόνο του ...

Πέρασαν οι μέρες κι έφτασε το τελευταίο μελομακάρονο... μάζεψα και τα μελωμένα καρύδια απ΄το πιάτο, έγλυψα και τα δάχτυλά μου και ...


"Μωρ΄ κόρη μου, πιάσε ένα ισλί να γλυκαθούμε και λόγια γλυκά να πούμε ...
Μπρε αφήκαμε κανένα, για γιαβάς-γιαβάς τα καταναλώσαμε; Μα κι εσύ κοκόνα μου... μόνο ιστορίες θες ν΄ακούς ... Να μην κάνουμε δουλειά παρά μόνο να σου λέω ... Μόλις εγυρίσαμε από την εκκλησία, ίσα που αγιάσαμε το κονάκι κι αποκαθίσαμε κι εσύ το μυαλό σου στις ιστορίες... Κι άλλα πάλι θες ν΄ακούσεις ... Μα σαν τι να ιστορήσω ακόμα; Κι ίντα ιστορία να σου πω σήμερα; ΄Ακουε λοιπόν ...

"Σήμερα μέρα που είναι, στα Βουρλά εγίνετο ο μικρός αγιασμός... Ο μεγάλος, των υδάτων, αύριο λάβαινε χώρα... Σαν σήμερα που λες, επηγαίναμε στην εκκλησιά κι εφέρναμε στο σπίτι το άγιο νερό κι εραντίζαμε κάμαρες και γιατάκια, οντάδες και αυλιδάκια, κλήματα, ελιές, κονίσματα, χαϊβάνια ...όλα! ΄Ολα ήπρεπε να αγιαστούνε... να θεριέψουνε, ν΄αυγατίσουνε... Κι αύριο, εκεί να ειδείς ... Αύριο, ήσαντε τα μεγαλεία! Παπάδες, δεσποτάδες, διάκοι, μηδείς απόντας... Χρυσοστολισμένοι, λαμπροί... Κι ο μεγάλος χρυσός σταυρός, δεμένος με σκοινί, έτοιμος ... Μερικές φορές εστολίζανε ακόμη και το σκοινί σού λέω... Με γαλάζια κι άσπρη κορδέλα, να φέρνει στο μπαϊράκι μας, στη σημαία μας... Μα δεν ήρεσε αυτό στους φώτιους βρεχάτορες... Δεν ηθέλανε να βλέπουνε που πάει η άσπρη κορδέλα... Ηθέλανε να ΄χουν δυσκολία στο βρέσιμο ...Ηθέλανε να ΄χει το χάζι του το βούτηγμα και το ψάξιμο να τούς πάρει κάμποση ώρα κι ο κόσμος να αναμένει με αγωνία να ειδεί τον γενναίο... Γενάρης, τα νερά ανάστατα ... Το σκοινί δεν το εξεχώριζες διόλου σχεδόν στο νερό... Απ΄το γενέθλιο ήσαν έτοιμοι οι βουτηχτές... κοπέλια, ντελικανήδες και μεγαλύτεροι, ξέραμε όλοι μέρες πριν ποιοι θα βουτούσανε ... Πολλοί το είχανε τάμα, άλλοι το κάμανε για το καλό... ΄Αλλοι βουτούσανε χρόνια πεισματωμένοι γιατί δεν το κατάφερναν ... Μμμμ... κι είχαμε και κάποιους που βουτούσανε για να ΄χουνε να λένε ... Ο αδερφός μου ο Γιώργης 3 φορές είχενε φέρει το σταυρό πάνω μέχρι που ήφυγε 17 χρονώ για ν΄ αποφύγει το στρατό, στην Αμερική ... Ο ντεντές μου ήλεγε πως σαν ήσαν ντελικανής 8 φορές το επέτυχε και 4 μεγάλος ...κι ο μπαμπάς μου το ίδιο... Λες και το ήθελ΄ ο Θεός να σηκώνουν πάντα το σταυρό του κάποιοι απ΄την ίδια οικογένεια ... Και κείνη την κακή χρονιά το ίδιο γίνηκε... Μόνο που ΄ταν ο αδερφός μου ο Μήτσος που τον σήκωσε ... Από κει κι ύστερα ... δεν ξαναβούτηξε ποτέ για το σταυρό... Κι όταν κάποτες τού το ΄πε η αννέ μου... χλώμιασε, ταράχτηκε και τον εστολίσανε τα δάκρυα... Λες κι ήφταιγε αυτός για το κακό... Πήγαμε κάποιες φορές στον Πειραιά, ανήμερα Θεοφάνεια...  μα ποτές δεν θέλησε να βουτήξει μαζί με τους άλλους... κι ας ήταν οι περισσότεροι πρόσφυγες σαν κι εκείνον ... κι εμάς! Χίλιες-μύριες προσφυγικές φαμίλιες ζούσανε κοντά στο λιμάνι και τα Φώτα δίνανε όλοι το παρόν... Λες κι ήφταιγε αυτός για το κακό ... Ούτε κατάλαβε ποτέ κανείς ποιος έφταιξε... Τότες όλοι νιώθαμε αθώοι ... Καιρό μετά, νιώθαμε φταίχτες.. ΄Υστερις φταίχτες κι αθώοι συνάμα... Τι να σου πω κόρη μου... Μαζευόμαστε τα βράδια κάτω απ΄τους τσίγκους και τα λέγαμε μια έτσι, μια αλλιώς... Τα εξηγούσαμε και μπερδευόμαστε...Τα ξεμπερδεύαμε μα δεν τα εξηγούσαμε... κι αναστενάζαμε ... ΄Αλλοι δακρύζαμε, άλλοι κλαίγανε και ... τέλος δεν είχανε... Μήτε τα λεγόμενα, μήτε τα ιστορούμενα... μήτε τα ίσια και τ΄ ανάποδα, τα πολιτικά, και τα στρατιωτικά... ο πόνος μας και οι δυσκολίες μας ... Κι είχαμε και τους ντόπιους στο κεφάλι μας. Δεν μας ήθελαν, "ξένους" μάς είχανε, "τουρκόσπορους" μάς ονοματίζανε... Κι ας ομιλούσαμε τη γλώσσα τους κι ας ηξέραμε κι ας είχαμε την ίδια ιστορία μ΄αυτούς ... όσο κι ας είχαμε τον ίδιο Θεό κι όσο κι αν εορτάζαμε τους ίδιους αγίους ... και τα ίδια βαφτιστικά μ΄αυτούς... για δικούς τους δεν μας εβλέπανε ... "

"Μας εκοιτούσανε περίεργα γιατί είχαμε δικές μας συνήθειες, δικά μας φαγιά, κάμποσα διαφορετικά αντέτια... και κάποια δικά μας "καμώματα" τα επαρεξηγήσανε... Μας σύρανε πολλά και σύραμε ακόμα περισσότερα ... Σαν εγεννιόταν το μωρό και του επηγαίναμε το σακουλάκι με το κομμάτι μπαμπάκι και κάμποσα σπυριά ρύζι και τ΄άσπρα λουλουδοπέταλα δεν το εβάζανε στην κούνια μα τ΄αφήνανε στην άκρη ... Ούτε μπλε χάντρα τού εκρεμούσανε... Εδώ, του εκρεμούσανε χρυσό σταυρό και πέταλο... Μα κι εμείς το ίδιο! Μα και σακουλάκι και μπλε χάντρα ... γι΄άλλο ήταν το σακουλάκι, γι΄άλλο η μπλε χάντρα, γι΄άλλο ο σταυρός... Το σταυρόν τον ήφερνε ο νονός... ο πέταλο της τύχης το έβανε ο πατέρας... Λιρίτσες ο παππούς και η νενέ ... Γάλα και φιλιά η μάνα! Το ρύζι, σαν όπως τους γάμους, το εβάναμε για να ριζώσει στη γη το γιαβράκι, να μεγαλώσει, να σταθεί και να στηθεί... Τ΄άσπρο μπαμπάκι, να φτάσει ως τα γεράματα, στ΄ άσπρα μαλλιά... Το λουλούδι... καλός άνθρωπος να γίνει κι όμορφη κι ευωδιαστή ζωή για να ΄χει ..." "Και του γάμου τα παράξενα τα δικά μας ήτονε ένα ψαλίδι στη μέσα τσέπη του γαμπρού... βελόνα στο νυφικό προσεκτικά καρφιτσωμένη... Και γλυκά άσπρα και σεκέρ-παρέ κάμαμε στις 9 της γέννας... και τ΄αφήναμε στο τραπέζι για τις μοίρες... να φάνε, να γλυκαθούνε, με γλυκειά μοίρα να μοιράνουν το γιαβράκι ... Λουκουμάδες και γλυκά εκάναμε και σαν "μεγάλωνε" η κάθε κόρη ... κι ένα χαστούκι τής έδινε η μάνα της ... ροδί να μείνει το μάγουλό της ... να μην χλωμιάσει απ΄τους πόνους σαν της φεύγει το αίμα ... Και τους ντελικανήδες ο μπαρμπέρης τούς εξύριζε την πρώτη φορά ...

"Φέραμε κάμποσα δικά μας τέτοια παράξενα και μουρλά κόρη μου ... Μερικά εταιριάζανε με τα δικά τους, άλλα όχι ...

Να εμείς λέγαμε πως πρώτα ο νοικοκύρης κάμει το ποδαρικό και σπάει το ρόδι και μετά ο πρώτος ξένος που δικαιούτο και ρεγάλο. Και σαν σου τύχαινε παιδί να σου κάμει ποδαρικό ακόμα καλύτερα ... Εδώ ελέγανε πως καλός άνθρωπος πρέπει να σου κάμει ποδαρικό ... Σιγά να μην εθέλαμε εμείς κακό άνθρωπο! Εμείς είχαμε το ρόδι, εδώ είχανε την πέτρα ... ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι να κρατά μια πέτρα... Κι εμείς κι αυτοί, ελέγαμε... να έμπει ο πρώτος με το δεξί ποδάρι ... να πάνε όλα δεξιά...

Δικά τους είχανε αυτοί για το γάμο, δικά μας εμείς ... Μπαίναμε απ΄την πόρτα κι απ΄ την ίδια ήπρεπε να βγούμε για να μην χαλάσει για το προξενιό για ο γάμος ... Ραντίζαμε το κονάκι μ΄αγιασμό να σπάσει το μάτι και το κακό... εραντίζανε με αλατόνερο για το μάτι και τα μάγια ... Μας ελέανε μάγισσες γιατί εκοιτούσαμε τον καφέ και τα χαρτιά και τη σπάλα του αρνιού το Πάσχα ... Στις μάγισσες Σμυρνιές ετρέχανε όμως, στις καφετζούδες και  στις χαρτορίχτρες, σαν τα βρίσκανε δύσκολα ή κακοκαμωμένα ... Σμυρνιές τις επροτιμούσανε και τις επληρώνανε ευχαρίστως ...

Θεμελιώναμε το νέο σπίτι μ΄ένα πράσινο κλαδί, εσφάζανε πετεινό... Κάλιο κλαδί παρά σφαγή ...

Δεν επερνάγανε κάτω από σκάλα... να μην κακοτυχίσουνε! Δεν αφήναμε ανοιχτό ψαλίδι, να μην μας εγλωσσοφάνε... Δεν εδίναμε μαχαίρι στο χέρι. Σαν το ΄δινες, καυγά θα ΄καμες ... Σαν πέρναγες χέρι-χέρι το σαπούνι, στα μαλώματα θα σ΄έβανε το πέρασμα ... Το ίδιο και τα αγιακαμπί (παπούτσια) ανάποδα, καυγάς θα εξεσπούσε ... Σαν εσκούπιζες και δεν εμάζευες τα αποσκούπιδα δεν θα επαντρευόσουν ... ελέγανε στις κοπελιές... Γρουσουζιά ο πιλός στο κρεβάτι, μεγάλη γρουσουζιά σαν έσπανε ο καθρέφτης ... κι 7 χρόνια ελέγανε πως θα κρατούσε. Κι αν εξεχνιόσουν κι εκοίταζες τα μούτρα σου μεσάνυχτα στον καθρέφτη θα επέθαινες σύντομα ... Μαύρα πουλιά και μαύροι κάτες, αναποδιά επρομηνούσανε ... ΄Ηβρισκες καρφίτσα, τύχη θα ΄χες ... ΄Εχυνες καφέ, λεφτά σού πέφτανε... ΄Εχυνες κρασί, αίσια τα πράγματα ... Επετούσαμε τα σπασμένα ποτήρια και ταμπάκια και δεν τα εκρατούσαμε ... καλά νέα να μπούνε στο σπίτι ... Δεν ετσουγκρίζαμε με το νερό, δεν ελέγαμε εις υγείαν με τον καφέ... Ετσουγκρίζαμε με το κρασί και γουλιά επίναμε πάραυτα... Αν δεν επίναμε, γρουσουζιά και προσβολή ήτονε... Γρουσουζιά για σένα, προσβολή για τους ομοτράπεζους ... Δεν ετινάζαμε το βράδυ ... κι αν ετινάζαμε τραπεζομάντηλο βράδυ μετά το φαϊ το ετινάζαμε έξω απ΄το σπίτι ...να τα ΄χομε καλά με τα πνεύματα ... Δεν παρασύραμε το βράδυ, διωγμό να μην έχουν τα καλά πνεύματα... Δεν εσφυρίζαμε νύχτα, κάλεσμα στα στα κακά πνεύματα το ΄χαμε ... Τετάρτη και Παρασκευή και νύχτα τα νύχια σου μην κόψεις και Κυριακή να μη λουστείς αν θέλεις να προκόψεις ... ΄Ετσι έλεγε η νενέ μου ... ΄Ελεγε ακόμα πως ελούζοντο τη Μεγάλη Παρασκευή μόνο όσοι υποφέρανε από πονοκέφαλους ... Κι αν ήξυνες τη μύτη σου ή τον καφά (αυχένα) σου, ξύλο θα ΄τρωγες ... Κι αν ήξυνες τ΄αφτί σου το ζερβί, καλό νέο θα ΄ρχότανε ...κι αν το δεξί, φίλο θ΄άκουγες ... Κι αν σ΄ήτρωγε το ζερβί χέρι λεφτά θα ΄χανες ή θα ΄δινες ... μ΄αν σε φαγούριζε το δεξί, παρά θα ΄παιρνες ... Βασιλικό στη γλάστρα εβάναμε στην εμπατή, τύχη να μας εφέρνει ... Σαν επεταρίζανε τα πουλιά νύχτα, κακό επρομηνούσανε... σαν αλυχτούσε ο σκύλος, θανατικό ... Κι είχαμε κι άλλα πολλά ... 
Κι όλα αυτά κόρη μου σαν τα καλοεξετάσεις θε να δεις πως όλα είχανε με κάτι να κάμουνε ... Να μη σκουπίζεις το βράδυ ήθελε να πει πως ήπρεπε να ΄χεις τελειώσει δουλειές και πάστρα τη μέρα... Σαν δεν απομάζωνες τα αποσκούπιδα και τα παράταγες στην άκρη, τη μισή δουλειά είχες κάμει και καλά θα ΄ταν να την αποτέλειωνες...  Σαν σ΄έτρωγε η μύτη κι ήξερες πως η δουλειά πάει για ξύλο ... δεν αποτόλμαγες σκανταλιές ... 

Μα εζαλίστηκα πια ...
Κοκόνα μου πολλά είπαμε πάλι και πόσα να θυμάμαι πια; Χρόνοι πολλοί πέρασαν κι εγέρασα ... Και πάλι ... ίντα να πρωτοπείς κι ίντα να πρωταφήσεις ... που όλα τα ΄χω μαζωμένα στην καρδιά μου ...  Και σάμπως ξέρω αν έχω αφήσει και τίποτα που να μην στο έχω πει ... ΄Ωρες και ώρες τα ΄χομε πει και τα ΄χομε ματαπεί ... κι ακόμα τα λέμε ... Κι εσύ εκεί... πες μου νενέ, γιατί νενέ ... η Σμύρνη και τα Βουρλά νενέ μου ... δεν ηκουτούρντισες πια;

"Καλά το ρωτάει ο μπαμπάς σου ... τι λέτε πια τόσες ώρες, νενέ κι εγγόνα ... Δίκιο έχει ... Δεν εβαρέθηκες να κάθεσαι μέσα μαζί μου μωρ΄κόρη μου και να μ΄ακούς; Δεν τις εβαρέθηκες τις ιστορίες; Δεν πα΄να βρεις τις φιληνάδες σου να πείτε τα δικά σας παρά κάθεσαι κι ακούς εμένα γριά γυναίκα; Δεν έχετε να πείτε για ντελικανήδες κι όμορφους; Δεν έχετε κοπελίστικα να μολογήσετε η μια στην άλλη;

΄Αιντε τώρα ... πάμε να δούμε τι κάμει η μάνα σου ... να βάλουμε και καμιά μπουκουνιά στο στόμα μας κι ύστερις να θέσω ..."


Καλά σας βράδια

Ε.-

2 Ιανουαρίου 2013

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή ... για

12 μήνες χαράς                                                              
ή 52 βδομάδες ευτυχίας
ή 365 ημέρες υγείας
ή 8760 ώρες αγάπης
ή 525600 λεπτών επιτυχίας
ή 31536000 δευτερόλεπτων τύχης!
ή όλα αυτά μαζί ...
Διαλέγετε και παίρνετε...
Συν 2013 ευχές σάς δίνω ακόμα ... για ένα τέλειο 2013 ...
και 2013 φορές επιπλέον... εύχομαι να ΄στε καλά και να περνάτε ακόμα καλύτερα ...  ν΄αγαπιέστε, να ζήτε, να γελάτε ...
κι αν ...
2013 ευχές κάνω ... για περαστικά κι εύκολα... κι εύκολα να ξεχνιούνται ... 



"Κόρη μου, και πως να μην το ενθυμούμαι πως... Κυριακή ήκαμε την αρχή της εκείνη η καταραμένη χρονιά... Να το θυμάσαι, Κυριακή! Κι όμως είχε αρχινίσει όπως πάντα ... Με τη φαμίλια στη λειτουργιά, το ποδαρικό μετά και το ρόγδι, την καλή χέρα στα παιδιά, το εορταστικό τραπέζι, τα μουσαφίρια... Τα ξέρεις δα ... ΄Ολα ήσαντε έτοιμα από πριν... Μέρες πίσω, δηλαδής σχεδόν ανήμερα στο γενέθλιο είχανε αρχίσει οι ετοιμασίες για το έμπα του νέου χρόνου ... Είχανε μαζευτεί, πλυθεί και σιδερωθεί τα βελονάτα τραπεζομάντηλα, είχανε γυαλιστεί τα κουταλοπήρουνα, είχανε μετρηθεί τα γλυκά, τα ποτήρια, τα καλούδια... ΄Οτις ήλειπε ήπρεπε να ματαμπεί στη θέση του... να συμπληρωθεί... ΄Ετοιμο ήπρεπε να ΄ναι στη χρεία του καινούργιου χρόνου... κι απ΄όλα, όσα πρόσταζε η μέρα, στο μέτρο και στη μπόρεσή του ο καθένας, ήπρεπε να τα ΄χεις...  Τα καλέσματα είχανε γίνει, τα φαγάκια ήτονε τα ίδια, αυτά που ήθελε τ΄αντέτι (έθιμο) τα δικά μας, της εποχής, μελετημένα... Οι ομοτράπεζοι μετρημένοι, δικοί ... Η φαμίλια ολόκληρη, οι καρδιακοί φίλοι, οι καλοί γείτονες, οι αγαθοί γνωστοί... όλοι καλοδεχούμενοι στο τραπέζι και στη μοιρασιά ...  Χαρά μεγάλη το έμπα του χρόνου... και το λαχταρίζαμε... Ελπίζαμε σε άλλα, καινούργια, καλύτερα... Γι΄αυτό και του κάμαμε υποδοχή μεγάλη ... ΄Ετσι, τέτοια υποδοχή τού κάμαμε και τότες... Μόνο που κάτι πρέπει να ξεχάσαμε γιατίς εκείνη τη χρονιά όλα άλλαξαν κι έσβησαν από προσώπου γης και χάθηκαν δια παντός... τόποι, άνθρωποι, ζωές... Εμείς οι πρόσφυγες κόρη μου, να το ξέρεις, έχουμε μυστικό, δικόμας μόνο, μεγάλο... Μετράμε στα φανερά σαν όλους τα χρόνια μ΄αρχή τη γέννηση του Κυρίου ... μα στα κρυφά, αρχή κάνουμε και μετρούμε από τότες... απ΄αυτή την καταραμένη χρονιά που χάσαμε τον τόπο μας...  τους ανθρώπους μας, τον ήλιο μας και τ΄αγαθά μας ... μ΄αρχή από τότες μετράμε το χρόνο... ίσως με την ελπίδα πως πάλι με χρόνια και καιρούς πάλι δικά μας θα ΄ναι ... Αχ κόρη μου, μέρα, παραμονή εορτής που είναι σήμερα ... κι εγώ τη μαυρίζω... Πάλι τα δικά μου εθυμήθηκα και παρασύρθηκα σε στενάχωρα... Παιδί πράμα είσαι κοκόνα μου κι εγώ, μόνο εορτινά θα ΄πρεπε να σου λέω αυτές τις μέρες, σήμερα ...κι όχι να τις μαυρίζω... Εορτινά, όπως το εξεκίνησα... Να δεις... Ναι...
΄Ασε που όπως άρχιζε ο χρόνος, έτσι λέανε πως θα κυλούσε ... Γι΄αυτό κι επροσέχαμε πολύ ... Δεν ήπρεπε να κάμουμε βλακείες και κουτουράδες, να λέμε κακές κουβέντες, να μαλώνουμε, να βλαστημάμε τη μέρα αυτή, την πρώτη και καλύτερη του χρόνου ... γιατί λέανε πως άμα το ΄κάμαμε ... έτσι θα κυλούσε ο χρόνος όλος ... το ίδιο θα ΄καμαμε και θα ξανάκαμαμε... το ίδιο θα μας τύχαινε και θα μας ξανατύχαινε... καυγάς, αναποδιά, κουτουράδα...
΄Ακου να δεις, πάντα να βάνεις για δίπλα για πάνω στο τραπέζι σου, κάνα δυο πιάτα παραπάνω... για τον ξένο, τον ΄Αη Βασίλη, τον περαστικό ... 
Εμείς και τους φτωχούς του μαχαλά και τους αδύναμους μα κι αυτούς που τους είχενε χτυπήσει μεγάλο κακό, θανατικό, ατυχία, κι αυτούς που είχανε πένθος τούς εμετρούσαμε κι αυτούς απ΄αρχής στα μουσαφίρια ... Δεν τους είχαμε στο σπίτι, στο τραπέζι μα τους είχαμε στο νου, στην καρδιά, στη μοιρασιά ... Τους εμετρούσαμε μαζί μ΄εμάς στις εορτές και στη χαρά... Κι ότι εμπορούσαμε κάναμε ... Ναι, εμείς έτσι κάμαμε.  Κι ότι τους αναλογούσε τούς το επηγαίναμε στο σπίτι από την παραμονή... Και παρηγοριόσαντε κι αυτοί, πως δεν ήσαντε ολότελας μόνοι κι απ΄όλους ξεχασμένοι... ΄Ετσι εκάμανε κι αυτοί την εορτή της πρωτοχρονιάς... ΄Ενα φτωχοπρόγραμμα εορτινό εβάνανε μπρος κι αυτοί ... με τα δικά μας προσφορίδια ... στηριγμένοι στους έχοντες... μ΄απ΄το καθόλου ... καλά και τα προσφορίδια... Με αγάπη ήτανε δοσμένα και μ΄ευσπλαχνία ... 
΄Εμενε να γίνουν πολλά ακόμα κοκόνα μου για το νέο χρόνο, μα το σχέδιο είχενε βγει... ΄Ιδιο ήτονε, αντέτι το ελέγαμε, το έθιμο που λέτε... Κι όπως χρόνια πριν είχε αρχινίσει... έτσι το εσυνεχίζαμε, όπως το ΄χαμε βρει κι όπως μας το ΄χανε ειπωμένο... Το αντέτι είναι που σε δένει με τον τόπο, το αίμα, τη φαμίλια ... Τ΄αντέτι κι ο σεβασμός! Κι η αγάπη! Κι είμαστε αγαπημένοι τότες, πιότερο απ΄το σήμερα ... Τ΄αδέρφια βοηθούσανε τ΄αδέρφια, οι γονιοί είχονε τη μεγαλύτερη έγνοια τα παιδιά τους, τα παιδιά εσεβόντανε τους γονιούς, τους γεροντότερους, το Μεγαλοδύναμο ... Σήμερα δεν είναι το ίδιο... Αλλιώς, καλύτερος καιρός τότες... Δεν ήκαμες του κεφαλιού σου, όλα τα είχες έγνοια μα κι όλοι σε νοιάζονταν... ΄Οχι πως δεν είχαμε και τότες ανέντιμους κι άτιμους κι αδέρφια κοράκια και μαύρα πρόβατα ... μα ήτονε λίγοι ...
Κι είχαμε σειρά και τρόπους άλλους, και τ΄αντέτια τα δικά μας... Δεν τα εδιάβαζες πουθενά, ήσαντε δοσμένα όλα τούτα...  Μόνο σού τα ελέγανε οι δικοί, οι μεγαλύτεροι, ο ντεντές (παππούς), η μάνα, η νενέ... Και  τα ΄βλεπες να ζωντανεύουνε. Ζωντανεύανε μπρος σου σαν ήτανε ο καιρός τους για κάθε φορά που εχρειάζετο... Και πες-πες, δες-δες, σού εμένανε στο μυαλό... Και τ΄ακολούθαγες και τα ΄καμες και τα ΄φιανες όπως τα είχες ειδεί κι όπως τα είχες ακούσει ...Κι ήτονε κανονισμένα όλα ... Σαν είχες καλό ντεντέ σού εξηγούσε το γιατί, το πως, το πότε... Σαν είχες καλή νενέ ... "- Σαν και σένα νενέ μου;"
"Ναι, σαν  εμένανε κι εσένανε κοκόνα μου ..." "Κι αν είχες καλή νενέ εμάθαινες να ζυμώνεις, ν΄απλώνεις, να μαγειρεύγεις ... Κι είχανε δίκιο και ΄ξέρανε πάντα περισσότερα οι γεροντότεροι... και καλά  έκαμες σαν τους εζητούσες συμβουλή και γνώμη ... Μόνο η αγάπη τούς εξέφευγε φορές-φορές ... μα το εξέρανε και σαν βλέπανε πως μιλάει η καρδιά, την ακούγανε κκι εκάμανε οπίσω ... ΄Ετσι επαντρεύτηκε η αννέ μου ... το ΄λεγε και το ματάλεγε ... κι ήτονε περήφανη! Κι εξ αυτού, σεβότανε ακόμα περισσότερο τους γονιούς της ... Και παντρεμένη ακόμα συχνά-πυκνά ζήτανε τη γνώμη της νενές μου ... Μα κι ο πατέρας μου, πολλές-πολλές φορές εσυζητούσε με το ντεντέ μου που τον είχαμε στο σπίτι ... Και τον εσεβότανε όπως τον πατέρα του..."
"΄Ωφου ... Πάλι τα ίδια κάμω κόρη μου ... Απ΄αλλού ξεκινήσαμε κι αλλού μακρά μας πήγαν τα λόγια και φτάσαμε ... αλλού γι΄αλλού ...
Το νέο χρόνο εμελετούσαμε και την εορτή του, σε γάμους κι αγάπες εβρεθήκαμε ...
΄Αιντες πάμε να θέσουμε... κι αύριο μέρα είναι ... και νύχτα θα φέρει... Το πρωί έχομε δουλειές κι ετοιμασίες και να βοηθήσουμε τη μάνα σου, μα το βράδυ θα τα πούμε πάλι οι δυο μας...  Μόνο μην ξεχνάς κόρη μου... Χωρίς πίτα του Αγίου και χωρίς ρόγδι να μην αφήσεις ποτέ το κονάκι σου την πρώτη του χρόνου ... και στον ξένο του ποδαρικού, πάντα να δίνεις πλούσιο ρεγάλο ... ΄Οτι βγει απ΄το σπίτι, διπλό  το στέλνει πίσω ο Θεός, διπλό ματαμπαίνει ... ΄Αιντες... "
Καλά σας βράδια
Ε.-  

Διάβασα πρόσφατα, περίπου τα παρακάτω ...
Γράφω, αντιγράφω, συμπληρώνω, θυμάμαι, αναστενάζω, μελαγχολώ και κάπου-κάπου δακρύζω...
1922 - Πρώτη του έτους


"Η Σμύρνη, η “γκιαούρ Ισμίρ”, η "άπιστη Σμύρνη" με τις 16 εκκλησιές της ... υποδέχεται την Πρωτοχρονιά του 1922 με ευχές και γέλια ... πλούσια! Αρμενικά, ιταλικά, αγγλικά, γαλλικά, ολλανδικά και κυρίως στα ελληνικά ακούγονται οι ευχές, αφού η συντριπτική πλειο­ψηφία του κόσμου της είναι Έλληνες. Η Σμύρνη με τα τριάντα σχολεία -την Ευαγγελική Σχολή, το Κε­ντρικό Παρθεναγωγείο, το Ομήρειο Ίδρυμα κλπ.- με τα τέλεια οργανωμένα νοσοκομεία, με πρώτο και καλύτερο το Γκραικικόν, γεμάτο απ΄ τους αρρώστους που καταφθάνουν από παντού για να θεραπευτούν, με τα δραστήρια φιλανθρωπικά της ιδρύματα, το Άσυλο των Αστέγων, το Λαϊκό Κέντρο, το Ορφανοτρο­φείο, τη Φιλόπτωχη Αδελφότητα, το Ταμείο Φτωχών, την Αδελφότητα “Ευσέβεια”, το Σύλλογο Κυριών, κ.ά., με τους δημιουργικούς πνευματικούς συλλόγους της, π.χ. το Φι­λολογικό Σύλλογο “Όμηρος”, τον Καλλιτεχνικός της Σύλλογο, το δημοσιογραφικό και πλείστους άλλους, με τα αθλη­τικά σωματεία της, όπως ο Πανιώνιος και ο Απόλλων... μα και τις λέσχες της, που συγκέντρωναν όλη την “εκλεκτή κοινωνία” και με τα πολυτελή θέατρά της ... τη Νέα Σκηνή, το Θέατρο Σμύρνης, το Σπόρτιγκ Κλαμπ, το Κραίμερ και το Γκαίυ και με τους δώδεκα κινηματογρά­φους της, με τις πάμπολες και κατάμεστες τράπεζές της, το ζωηρό εμπόριό της, το σιδηρόδρομο που την ενώνει και μεταφέρει κόσμο και κοσμάκη …και προπαντός η ονειροπόλα Σμύρνη με τον ελπιδοφόρο ελληνικό απελευθερωτικό στρατό και ... με τις δεκαέξι πανέμορ­φες ορθόδοξες εκκλησίες της υποδέχεται τον Αϊ-Βασίλη και τον καινούριο χρόνο… στολισμένη, ολόλαμπρη, κοσμοπολίτισσα, ξελογιασμένη και ξελογιάστρα ...
Η μητρόπολή της, η Αγία Φωτεινή, λαμποκοπά μέσα κι έξω κι από πάνω μέχρι κάτω... Ο σεβαστός μητροπολίτης Χρυ­σόστομος με τα χρυσοκέντητα άμφια και την οικουμενική πατερίτσα του αστράφτει  επιβλητικός σαν αληθινός βυζαντινός αυτοκράτορας πάνω στον δεσποτικό του θρόνο... Το βλέμμα του όμως είναι μελαγχολικά και στοχαστικά στραμμένο αλλού κι ανήσυχο βυθίζεται στο μέλλον. Λαλεί χαρμόσυνα το πανύψηλο καμπαναριό της Αγίας Φωτεινής καθώς το μεγάλο βαυαρικό ρολόι του δείχνει ακριβώς 12! Κι αντιλαλούν οι καμπάνες των άλλων εκκλησιών της και τα μαγευτικά περίχωρά της: Απ΄το Κορδελλιό, το Αλάμπεη και την Παπασκάλα∙ τα Πετρωτά, την Αγία Τριάδα και το Μερσικλή∙ το Βαϊρακλή και το Δαραγάτς∙ το Καρατάσι και το Σαλαγανό∙ την Καλλιθέα (Καραντίνα), την Ενόπη (Γκιοζ Τεπέ) και τη Μυρακτή (Κοκάρ-Γιαλί, απ΄το Βουρνόβα, το Χατζηλάρ και το Βουνάβασι∙ απ΄τον Παράδεισο, τον Μπουτζά και το Σεβδήκιοϊ… οι καμπάνες χαιρετούν τη Μητρόπολη και την καινούργια χρονιά ..."
«Τα στενά της σοκάκια, οι φαντασμαγορικοί βερχανέδες της, τα νεοκλασσικά της σπίτια, τα καφασωτά παράθυρα, τα αιώνια μπαλκόνια, οι μιναρέδες, τα ψηλά κωδωνοστάσια, οι τρούλοι της, τα σαχνισιά της, μέσα στο τρεμουλιαστό φως των φαναριών της... δίνουν στην πόλη μια όψη έντονα ειδυλλιακή κι έναν κάποιο μυστικισμό… κάθε δείλι, κάθε νύχτα... πάντοτε. Μέσα όμως στη νύχτα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς του ’22 οι μιναρέδες και τα κωδωνοστάσια έμοιαζαν να αποκρεμιούνται σ’ αγκάλιασμα ερωτικό ή θανατηφόρο – δεν ήξερες!
«Το Και, το Παραλλέλι, η Μπελαβίστα, οι Βερχανέδες, οι Μεγάλες Ταβέρνες, το Μπουλβάρ-Αλιότι, ο Κουλές, τα Τράσα, τα βαποράκια του Κορδελλιού, το τραμ της πλακόστρωτης προκυμαίας που το ‘σερναν άλογα, τα κατάμεστα με εύθυμο κόσμο κέντρα και καφέ-σαντάν, τα μονά ζυγά φιστίκια, τα “πολιτάκια” με τα σαντούρια, τα ούτια και τα κανονάκια...  όλα έμοιαζαν σαν εύθυμες χρωματιστές κορδέλες που έπλεκαν ένα χαρωπό γαϊτανάκι. Και μέσα σ’ όλα αυτά, οι μητέρες να μπαινοβγαίνουν με τα παιδιά στα καταστήματα και ν’ αγοράζουν τη χαρά του μπουναμά, του περιττού ... μέσα σε μεγάλα και μικρά καλοτυλιγμένα πακέτα…
Άσε το τι γινόταν με τη βασιλόπιτα...
Η νοικοκυρά έβαζε μέσα το φλουρί. Κατόπιν, η ίδια έπλαθε και σχεδίαζε ζηλευτά πλουμίδια με καρεφύλλια και μύγδαλα. Μετά πατούσε στη μέση τη σφραγίδα με το δικέφαλο αητό... Κι ήταν μια απ' αυτές που σκά­λιζαν οι μοναχοί στο Άγιο Όρος ή σταυρό σχεδίαζε όπως τής άρεσε ή όπως τον εφανταζόταν. Η ίδια σκαρίφιζε με ζυμάρι ή μ΄ ασπρισμένα ή καβουρντισμένα αμύγδαλα, ανάλογα την όρεξή της,  τη χρονολογία του νέου χρόνου. Σαν τρελλά πουλιά μπαινόβγαιναν και τιτίβιζαν, από σπίτι σε σπίτι, τα παιδιά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Πότε θα ‘ρθει η ώρα να κό­ψουν την πίτα… ΄Αντε να δουν σε ποιον θα πέσει το φλουρί… Και τα ρεγάλα και τους μπουναμάδες πότε θα τα μοιράσουν... Ακόμα κι οι μεγάλοι αγωνιούσαν για τα ρεγάλα. Ήξεραν ότι όλα ήταν αγο­ρασμένα απ’ τα καλύτερα και τα πιο φημισμένα μαγαζιά της πόλης τους ... ή απ΄του Ξενόπουλου, ή απ’ την Μπον Μαρσέ, τα μεγαλύτερα, πλουσιότερα, ομορφότερα καταστήματα της Σμύρνης. Καταστήματα που έφερναν ότι καλύτερο υπήρχε στις αγορές του κόσμου ... Μετάξια, δαμασκηνά, γούνες, ασημικά, καθρέφτες, κρύσταλλα ... Πάνω στο στρογγυλό τραπέζι της τραπεζαρίας, η γελένη γεμάτη καρύδια, μύ­γδαλα, φουντούκια, “μάνα του Ουρανού”, κουκουνάρια, σταφίδες, σύκα, κουρμάδες, δα­μάσκηνα, λεμπλεμπούδες, φυστίκια, κάστανα... Στη μέση ένα αναμμένο κερί, σκέψη και φάρος για τους μακριά ευρισκόμενους, προσευχή υπέρ των παρόντων, καντήλι στη χάρη της Αγιά Τριάδας και των Αγίων... φως στη χαρά της μέρας και του νέου ξεκινήματος... Και τα παιδιά να μπαινοβγαί­νουν, να γεμίζουν τις τσέπες με καλούδια, να γελούν και να μασουλίζουν. Δε σταματούσαν ... Κάλαντα κι ευ­χές στην ξώπορτα ολημερίς κουδούνιζαν…
Και βέβαια, κάθε δέσποινα, κοκόνα και νοικοκυρά Σμυρνιά, την παραμονή της μεγάλης μέρας, στον εσπερινό, έστελνε, στον πάτερ της ενορίας το εικόνισμα του Αγίου Βασιλείου με τον άρτον για το Ύψωμα... Κι ανήμερα, ξωλείτουργα ο εφημέριος ήθελε να πάει στο σπίτι να ψάλει το Απολυτίκιον και το Μεγαλυνά­ριον του Αγίου: “Τον ουρανοφάντορα του Χριστού…”. Η νοικοκυρά ανέμενε κρατώντας άσπρη πετσέτα ανοιχτή κι ο παπάς βαστώντας τον άρτον τον ύψωνε εκ τρίτου αναφωνών: “Μέγα το όνομα…”... “της Αγίας Τριάδας”, συμπλήρωνε η οικοδέσποινα. “Πάτερ όσιε, βοήθει τους δούλους σου”, ξανάλεγε ο παπάς κι έκοβε ανάλογες μερίδες, και τις μοίραζε... ευλογία για τους εορτάζοντας… Στο Γιαμανλάρ Νταγ, το πρωί της Πρωτοχρονιάς, όταν ξυπνούσαν οι άνθρωποι, ήθελε να κοιτάξουν το βουνό και να ευχηθούν, να είναι στεριωμένοι όλο το χρόνο και καλά ...  Κι αν το βουνό ήταν χιονισμένο, σημάδι το ΄χανε ... πως ο χρόνος θα τους ήταν αίσιος κι ευτυχισμένος ...

Παρόμοιες σκηνές εκτυλίσσονται παντού… τότες, παραμονή κι ανήμερα του νέου έτους, έτος 1922...

Στην Κρήνη τότε, Τσεσμές σήμερα...  μετά το κόψιμο και το μοίρασμα της πίτας, άφηναν κάμποσα κομμάτια της πάνω στο τραπέζι μαζί και μ΄άλλα γλυκά μα και νερό, σαν κατέβει τη νύχτα ο ΄Αγιος, ο Αϊ-Βασίλης εκ Καισαρείας, να φάει και να ξεδιψάσει...
Στη Χίο της Βιθυνίας, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ο νοικοκύ­ρης κάρφωνε ένα κλαδάκι ελιάς πάνω στη βασιλόπιτα, που την ακουμπούσαν όρθια, κάθετα στον τοίχο και λειτουργούσε σαν εικόνισμα, ή ως ειδώλιο,  του Αϊ-Βασίλη... Πάνω στο κλαδάκι όλα τα μέλη κρεμούσαν τα μαλαματικά τους, βραχιόλια, αλυσίδες, σκουλαρίκια, δακτυλίδια κ.ά.. Τ΄ άφηναν εκεί όλη τη νύχτα, για να τους φέρει ο Αϊ-Βασίλης ευτυχία...
Στις αρχαίες Κυδωνίες, Αϊβαλί τότε, Αϊβαλίκ σήμερα...  η νοικοκυρά σχημάτιζε με ένα πιρούνι πάνω στην πίτα ένα σταυρό “τσιμπιστό”, για να… βγαίνουν τα μάτια των εχθρών και να μην τους γλωσσοτρώνε, ενώ με ένα κλειδί έκαναν διάφορα πλουμιά για να “κλειδώνεται” το στόμα των εχθρών. Εξάλλου, όποιος κέρδιζε το φλουρί δεν το έπαιρνε. Το εξαγόραζε η νοικοκυρά, γιατί ήταν γρουσουζιά να φύγει από το σπίτι.
Στον Πόντο τοποθετούσαν στο εικονοστάσι έξι κλαδιά ελιάς και έξι δάφνης με την ευχή: “ήρθε καλοχρονιά, ας πάει κακοχρονιά”. Επίσης τα κορίτσια έριχναν στη θάλασσα στάρι και αλάτι και έφερναν στο σπίτι θαλασσινό νερό με βότσαλα, που σκόρπιζαν στα δωμάτια, για να έχουν αφθονία αγαθών.
Ειδικότερα, στη Σινώπη, κάθε Πρωτοχρονιά κάρφωναν πάνω από το τζάκι ένα νέο κλαδί ελιάς, για να τους δίνει νέα ζωή. Ενώ, όποιος έβρισκε το φλουρί έπρεπε να πάει πρωί-πρωί στη βρύση να αφήσει ένα κομμάτι πίτα αλειμμένο με μέλι και βούτυρο, για να εξευμενίσει το στοιχειό που κατοικούσε σ’ αυτή, και να φέρει στο σπίτι ένα κουβά “αγιοβασιλιώτικο νερό” για ανανέωση.
Στα Κοτύωρα, καλό σημάδι για την οικογένεια ήταν να πέσει το νόμισμα στην Παναγία, που της “μελετούσαν” το πρώτο κομμάτι.

Στην Κασταμονή, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, οι νοικοκυρές εκτός από τη βασι­λόπιτα ετοίμαζαν και τον αϊβασιλιώτικο χαλβά με ιδιαίτερη προσοχή και φροντίδα, γιατί από την επιτυχία του εξαρτιόταν η τύχη και το κύλισμα όλης της χρονιάς. Μετά τον Εσπερινό, τέσσερις ομάδες μαθητών με λευκούς χιτώνες, γαρνιρισμένους με θαλασσί χρώμα και με πολύχρω­μα φαναράκια στα χέρια επισκέπτονταν όλα τα σπίτια. Τα κεράσματα ήταν ρακί και μεζέ­δες για τους μεγάλους και ξηροί καρποί ή φρούτα για τους μαθητές. Με τα χρήματα που εισέπρατταν κάλυπταν έξοδα του σχολείου.
Έτσι έγιναν όλα, έτσι ... κι όπως κάθε χρόνο έγιναν και την Πρωτοχρονιά του 1922.
΄Ομως...  μήπως δε σταύ­ρωσαν την πίτα “τρις” με το μαχαίρι;
Μήπως δε “μελέτησαν” σωστά τα κομμάτια της;
Μήπως δεν πάτησαν σωστά πάνω της τη σφραγίδα κι ο δικέφαλος αποτυπώθηκε λειψός;
Μήπως το “φλουράκι” το κέρδισε το Τουρκάκι που παραστεκόταν ή μήπως τού το “μαρτύρησε” το πονηρό Φραγκάκι στο πλάι;
Μήπως δεν πέτυχε ο αϊβασιλιώτικος χαλβάς της Κασταμονίτισσας;
Μήπως ξέχασαν να ανανεώσουν τα παλιά κλαδιά ελιάς και δάφνης στα εικονοστάσια τους;
Ή μήπως το πρωί της Πρωτοχρονιάς του ’22, πυκνή ομίχλη έκρυβε τη θέα του αχιόνιστου Γιαμανλάρ Νταγ;
Μήπως, πάλι, έπιασαν κάποιες κατάρες των Λε­βαντίνων εμπόρων που είχαν θησαυρίσει κάτω απ’ το παλιό τουρκικό καθεστώς των διο­μολογήσεων και τώρα έβλεπαν ότι δεν μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τους Έλληνες;
΄Η μήπως πίσω απ’ τα καφασωτά παράθυρα, τα κατακόκκινα από ζήλεια μάτια των Τούρκων “μάτιαζαν” το Ελληνικό στοιχείο, που ζούσε το όνειρο της Ανάστασης;
Δεν μπορεί, κά­ποιο κακό σημάδι θα είδαν οι Μικρασιάτες την παραμονή ή ανήμερα της Πρωτοχρονιάς!!! Δεν μπορεί τίποτα να μην τράβηξε την προσοχή τους! Δεν μπορεί τίποτα να μην τάραξε τ΄ατάραχτα!
Την Πρωτοχρονιά του 1922 η τραγωδία του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας βρί­σκεται σε κορύφωση. Όλα όμως έγιναν όπως κάθε χρόνο στη “Βασιλίδα της Ιωνίας” και τα περίχωρά της. Γιατί, όπως γράφει ο Η. Βενέζης, «Η καταιγίδα, η καταστροφή πλησία­ζαν. Εμείς ήμαστε τότε σχεδόν παιδιά, δεν είχαμε νου και μάτια να δούμε. Αλλά οι πατέρες μας, που είχαν και τα δυο, δεν ήθελαν να δουν. Δεν είχαν μήτε φαντασία. Η ζωή των ελληνικών κοινοτήτων συνεχιζόταν μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα ευφορίας – που είναι χαρακτηριστική των απελπισμένων καταστάσεων…». Για κάποιους ασφαλώς στα παρασκήνια ή και στις κερκίδες του παγκόσμιου αυτού θεάτρου όλα αυτά είναι απλώς στοιχεία τραγικής ειρωνείας, αφού το ξέρουν ή το φαντάζονται ότι πρόκειται για την τελευταία Πρωτοχρο­νιά των Ελλήνων στη Μικρά Ασία.
Το τελευταίο, βέβαια, επεισόδιο της τραγωδίας, η «κα­ταστροφή», η "φωτιά", «η έξοδος», θα παιχτεί «επί σκηνής» τον Αύγουστο του ίδιου έτους… Εκείνο τον Αύγουστο, θα πέσει η αυλαία ... για πάντα!
Από τότε Μικρασιάτες ΄Ελληνες Πρόσφυγες, μπορεί να μετρούσαν όπως όλοι οι χριστιανοί το χρόνο με αφετηρία τη Γέννηση του Χριστού, σαν πρόσφυγες όμως αναμετρούσαν το χρόνο με αφετηρία την αποφράδα εκείνη μέρα του Αυγούστου ... τότε που οι πύρινες γλώσσες έζωσαν θανατηφόρα τον Ελληνι­σμό της Μικρασίας, αφανίζοντας ένα μεγάλο κομμάτι του και ξεριζώνοντας το υπόλοιπο από τα χώματα όπου για τριάντα ολόκληρους αιώνες ζούσε και δημιουργούσε έργα θαυ­μαστά. Γι’ αυτό και η βασιλόπιτά τους ουσιαστικά ήταν συνδυασμός του “εορτα­στικού” άρτου και του “μελίπηκτου” των αρχαίων προσφορών προς τους θεούς και προς τους νεκρούς αντίστοιχα!


Αίσιο και χαρούμενο το Νέο Φέτος... για όλους