9 Οκτωβρίου 2013

Ο άνθρωπος αγαπιέται με τις τις χάρες του...


Πάει, πέρασε ο Σεπτέμβρης, ο κακός, ο ένατος όπως τον αποκαλούσε η γιαγιά μου. ΄Ηταν για κείνη ο μήνας της μνήμης, της φωτιάς και της καταστροφής, ο αλησμόνητος, του θανάτου, του μοιρολογιού και των θρήνων! Ο μήνας της  χαμένης αγάπης και του "συνωστισμού"! Πέρασε και φέτος δεν ασχολήθηκα μαζί του κι είμαι πολύ ευχαριστημένη γι΄αυτό. 

Οκτώβρης πια...
Καλώς το! ΄Ηρθε!΄Οχι πως θα γινόταν κι αλλιώς! Και ιδού, κάθε κατεργάρης στον πάγκο του! Εγώ επί του παρόντος, η βροχή στο δρόμο, οι μαθητές στα σχολειά, οι μεγάλοι στη δουλειά! Τα κίτρινα -πράσινα πριν- φύλλα, πάνω ή κάτω, στα κλαδιά ή να σκεπάζουν το χώμα! Μια άλλη ομορφιά! Λίγο μελαγχολική, λίγο ρομαντική, διακριτική.

Μμμμ... σήμερα έξω ο Θεός παίζει με τον καιρό! Π.χ.  το πρωί έπαιζε με τον ήλιο ενώ αργότερα έως και τώρα κοσκινίζει το νερό στο ψιλό-ψιλό σινί, σα για να βρει  χρυσάφι! Και σαν το βρει, ξέρετε, θα το κρατήσει εκεί στα ψηλά, μέχρι να ξανακαλοκαιριάσει!
Καλό μας φθινόπωρο!


Συχνά σκέφτομαι πως τούτο ΄δω το "μαγαζί" έχει κάτιτις από τεστ Αλτσχάιμερ!  Τεστ για το τι θυμάμαι, για το πως, το πότε, το γιατί. ΄Ισως όμως να ΄ναι τεστ και για κάποιους άλλους! Αυτούς που περιμένω να φανούν! Γράφω, γράφω, γράφω κι όλο περιμένω πως όλο και κάποιος θα φανεί από καμιά γωνιά, κάποιος ξεχασμένος ξάδερφος, καμιά απομακρυσμένη θεία ή κάποια παλιά γειτόνισσα και θα μου πουν: "Μα τι γράφεις! ΄Οχι, δεν έγινε έτσι... ΄Οχι, δεν είναι αυτός... όχι, κάνεις λάθος!" 
Το πόση χαρά θα μου έδινε αυτό το "λάθος κάνεις",  δεν περιγράφεται! ΄Εχει συμβεί σε τόσους πολλούς άλλους, να βρεθούν ή να ξαναβρεθούν, να σμίξουν ανέλπιστα! Και μένα μου ΄τυχε! Κι ήταν απερίγραπτα τρυφερό όσο και όμορφο! Μ΄αυτό θα σας το διηγηθώ μια άλλη φορά!
Κι όλο περιμένω να (μου) ξανασυμβεί! Και θα περιμένω...

"Μπρε κόρη μου, βλέπεις αυτές στην τηλεόραση και στα "ρομάντζα" και νομίζεις κι ότι αυτές είναι κι άλλες δεν είναι... και φαντάζεσαι πως όλοι τρέχουνε ξοπίσω τους... Αμ, δε σου λέω... τα πασαλείμματα και τα φκιασίδια, δεν χρειάζονται σε καμιά... δε κάμουν αυτά τον άθρωπο... Καθαρή να ΄σαι, μοσχομυριστή, χτενισμένη... να ξέρεις να φέρεσαι, να μιλάς, να στέκεσαι και φτάνει σου...  Φτιασιδωμένη και βρώμικη! Μμμ... ωραίο πράμα! Μωρ΄θα σε κοιτάξουν, θα σε πλησιάσουν αλλά μετά από δω πάνε κι άλλοι... Πασαλειμένη κι αχτένιστη! Θα σε κοιτάξουν και θα γελάσουν... Κι αν  ανοίξεις το στόμα και δεν ξέρεις τι λες για δεν ξέρεις να πιάσεις το πηρούνι  ή κάθεσαι σα την αρκούδα,  θα λακίσουν... Χάρη και τρόπους χρειάζεται η γυναίκα...  Κι η χάρη κόρη μου, βγαίνει από μέσα σου...  ή την έχεις -από γεννησιμιού σου- ή δεν την έχεις... κι όσο για τους καλούς τρόπους, τα ήθη και την ευγένεια, χάρισμα είναι... δοσμένα απ΄το σπιτικό σου... χάρη κι εξυπνάδα, τα ΄λεγε ο πάππος μου όλα αυτά μαζί...  Τα φκιασίδια και τα πασαλείμματα είναι ξεγέλασμα, ψευτιά... γινήκανε όλα τ΄απόξω μια ψευτιά και πείστηκε ο άθρωπος... κερδισμένη βγαίνεις με το χαμόγελο, την ευγένεια... και τη συμπόνια... μικρή είσαι κόρη μου μα αυτά που λέγω τα καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; "

"Ναι γιαγιά, τα καταλαβαίνω..."

"Ξετέλεψες, δεν ξετέλεψες με τα σχολικά;  ΄Αιντε που θες τηλεόραση... άστη μπρε κι έλα κάτσε κοντά να σου πω μια ιστορία που εθυμήθηκα...  μια ιστορία που μας ήλεγε ο δάσκαλος εκείνος κει στο πρώτο σχολειό... είχε να κάμει με το ξεγέλασμα των αθρώπων... είχενε να κάμει με τις αρχές, τις κεφαλές, τα γκουβέρνα και την αρχηγία ... ΄Ακουε δα ... ΄Ητο κάποτε ένα τσούρμο  παιδιά... όλα ηθέλανε να είναι η κεφαλή του τσούρμου μ΄ αντίς να παίζουνε όλο τσακωνόσαντε για το δεσποτικό... τρωγώσαντε αντί να χαίρουνται και να φχαριστιούνται... έτσι ήρθε η ιδέα σ΄ένα Γιαννακό ενώ ήκλαιγε... μικρός ήτο και τον είχανε όλο έξω απ΄το παιγνίδι...  τον ήπνιξε το άδικο το μικρό, αγανάχτησε και μια στιγμή ήκραξε  στους άλλους... "να ψηφίσουμε, αντί να τσακωνόμαστε...  όπως κάνουνε στη δημογεροντία... θα βγάλουμε τον αρχηγό, θα πάψουμε τους καβγάδες και θα παίζομε όμορφα".  Ρωτήσανε τότες οι μικροί τους πιο μεγάλους, μάθανε τους κανόνες... και στρωθήκανε να ψηφίσουνε... τέσσερεις-πέντε θέλανε το δεσποτικό και συμφωνήσανε οι υπόλοιποι πως απ΄αυτούς θα εψηφίσαζανε έναν... κι έτσι κι έγινε... ανάμεσα στις κεφαλές ήτονε κι ένας νταντάλας (ψηλός), λιανοκαμωμένος, νόστιμος... καμιά 12αριά χρονώ... κι είχενε και μια άκρα μουστακάκι... στην αρχή τα παιδιά, είχανε άλλο στο μυαλό τους για αρχηγό, έναν πιο μεγάλο, αλλάξανε όμως γνώμη κι εψηφίσανε το νταντάλα... το σκεφτήκανε, το κουβεντιάσανε και συμφωνήσανε πως αυτός θα ήτονε καλός για αρχηγός... ήτονε μεγάλος αφού είχενε μουστάκι... άρα θα ήτονε σωστός και μυαλωμένος... Τους εξεγέλασε, κόρη μου, το μουστακάκι... αυτός που εψηφίσανε για αρχηγό αποδείχτηκε ο πιο άμυαλος, ο πιο ανάποδος, που δεν ήκουγε κανένα... ότι ήθελε αυτός και το τι θέλανε οι άλλοι λίγο τον ήνοιαζε και καθόλου δεν τον ήκοφτε... της κακιάς γενιάς... σκληρός, γελασάρης αποδείχτηκε... είδαν κι αποείδαν τα παιδιά... κι έτσι λίγες μέρες μετά κάμανε άλλη ψήφο και τον εκαταργήσανε... Θυμούμαι πως μας ερώτησε ο δάσκαλος μας μετά, τι έκρυβε η ιστορία... το εσυνήθιζε αυτό... μας ήλεγε μια ιστορία και μετά να μας ερώταε τι εκαταλάβαμε... Ελέγαμε τότες ο καθένας το δικό του ... άλλος το ΄λεγε καλύτερα, άλλος λιγότερο καλά... μα το ζουμί ήτονε πάντα ένα... και σ΄αυτή την ιστορία κόρη μου, το ζουμί ένα είναι... Ξεγελάει η μόστρα κόρη μου,  μόνο ξεγελάει για λίγο... δεν είναι χαζοί οι άλλοι...  "

"Μας είπενε ακόμα ο δάσκαλος πως το παιδί που εψηφίσανε δεύτερο ήμεινε πολύ καιρό στην κεφαλή της συντροφιάς τους γιατί τους ήκουε όλους σα λέγανε κάτι ή σα ζητούσανε κάτι... τους εσυμβουλευόντανε και τους εσυμβούλευε... είχενε ένα καλό λόγο για τον καθένα... όχι άιντες-άιντες κι όπου βγάλει... δεν ήκαμε του κεφαλιού του κι ότι εκατέβαζε η γκλάβα του... τον αγαπήσανε τα παιδιά... κι ας μην ήτονε ψηλός, κι ας μην είχενε μουστάκι... κι ας μην ήτο όμορφος..."

"Γι΄αυτό σου λέω... ο άθρωπος αγαπιέται με τις χάρες του..."
 "τα φτιασίδια, τα απ΄έξω δεν κάμουν τον άθρωπο..."

"και μην την εκοιτάς σα χαϊβάν και σα ζωντόβολο όλες αυτές... κοροϊδεύουν τη μούρη τους πρώτα και μετά τον κόσμο..."



Κρέμεται ακόμα εκεί, χωρίς φως, να φωτίζει
Κάγκελα παντού
Κάγκελα παντού ένα γύρω...
Το σχολειό στα Βουρλά του 2010
"΄Ητονε όμορφο το σχολειό μας... άσπρο απ΄όξω, γερό, πετρόχτιστο, μέσα γαλανό βαμμένο... με κιρμιζί κεραμίδια, παραθύρια μεγάλα... την τάξη μας την εστόλιζε ο Χριστός πάνω από την κεφαλή του δάσκαλου, ένας μεγάλος χάρτης της Ελλάδας κι ήδειχνε τις θάλασσες, τα νησιά, τα χωριά και τις πολιτείες... κι εμαθαίναμε που ήτανε αι  Αθήναι, η Σαλαμίνα, οι Θερμοπύλες... εβλέπαμε τις λίμνες και τους ποταμούς... εξέραμε από πούθε είχανε φύγει η νενέ κι ο παππούλης μας... εξέραμε τους παλιούς τόπους τους... δεν εφανταζόμαστε τότες πως θα έφτανε η μέρα που θ ΄αφήναμε τον τόπο μας... τον εδικό μας τόπο και θα βρισκόμαστε πάλι πίσω στην αρχή... ποιος το πίστευε ότι θ΄αρχίζαμε τη ζωή μας πάλι απ΄την αρχή... εκεί στον τόπο που βλέπαμε πάνω στο χαρτί... κι ο ΄Υψιστος να μας το ήλεγε τότες κόρη μου, δεν θα Τον επιστεύαμε... Μια θάλασσα μας χώριζε...  η ίδια  θάλασσα μας χώρισε... κι ήτοντε για πάντα... Στα λέω κι ακόμα δεν το πιστεύω... παρ΄όσα  εζήσαμε, παρ΄όσα κι αν επεράσαμε... ακόμα δεν πιστεύω... πως δεν θα ξαναπάω πίσω στον τόπο μας... "


Καλά σας βράδια

Ε.-


Εκτός όμως απ΄αυτό το κάτιτις το ξεχασιάρικο, το τεστ της μνήμης και της θύμησης, που βρίσκω πως διαθέτει το παρόν "κατάστημα" προχθές μου ΄βγαλε και πολύ γέλιο! Κι αυτό χάρη στις στατιστικές του! Το γέλιο βγήκε κυρίως γιατί  είμαι μπούφος στα του ιστού! Εξ ου και η λιτότης του παρόντος! Το έχω συγκρίνει πολλές φορές με τα άλλα "μικρομάγαζα" που επισκέπτομαι κι η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν πολλά που τα ζηλεύω! Υπάρχουν τόσα πολλά άλλα όμορφα "μικρομάγαζα" που το δικό μου μπροστά τους μοιάζει άσχημο παπί! Γεγονός είναι ότι προσπάθησα να το συμμορφώσω,  να το σουλουπώσω και να το περιποιηθώ αλλά εις μάτην. Οι γνώσεις μου περί ιστού και ιστολογικών "επινοημάτων" είναι πενιχρές όπερ και τελικά εγκατέλειψα τις προσπάθειες. Το ασχημόπαπο όμως στο τέλος, γίνεται κύκνος, θυμάστε; Κύκνος μού φαίνεται το "μαγαζάκι" μου όμως σαν αναθυμηθώ τα όσα έχω γράψει. Και τ΄αγαπάω πολύ...

Ας μην όμως σας ζαλίζω άλλο.
Πού το γέλιο;
Μωρέ να ΄ναι καλά οι κυβερνοναύτες, πολύ γέλασα! Και γελάω ακόμη! Και  φως-φανάρι το τι ψάχνουν και το τι τους απασχολεί! Χμμμ... λέτε; Μήπως αν θέλω/τε ν΄ανέβει η "θεαματικότητά" μου, ν΄αρχίσω να χρησιμοποιώ άλλο λεξιλόγιο; Ακούς φίλε μου, "κωλ_ς" και "πισινός"! Μάλιστα! Αφού την περισσότερη πελατεία την είχαν οι αναρτήσεις μου που περιέχουν τις λέξεις "κωλ_ς" και "πισινός" τι να πω; Γελάω!!!
 
Δεν χρησιμοποιώ συχνά αυτές τις λέξεις, απλώς περιλαμβάνονταν σε δυο παροιμίες-κεφαλίδες!
Το δε συμπέρασμα προέκυψε γιατί μόλις προχθές ανακάλυψα το σύστημα "στατιστικά"! Θαυμάζοντας ακόμα μια φορά τα διάφορα "εργαλεία" που προσφέρει το σύστημα μπλογκ κλπ., έπαιζα, πατώντας κουμπιά και κάνοντας διάφορα κι απανωτά κλικ ελπίζοντας σε μια πίθανη-απίθανη βελτίωση του καταστήματος. Σ΄ ένα απ΄αυτά τα περιβόητα "κλικ" πατήματα, αντέδρασε λοιπόν εκείνο το "στατιστικά"! ΄Εχω κι εκείνο το "φιτζ-ιτ" στο τέλος της σελίδας μου αλλά απά το έχω αντιγράψει από κάπου και το ΄χω μοστράρει εκεί στα χαμηλά. Κάπου-κάπου του ρίχνω καμιά ματιά αλλά αυτό είναι όλο.  ΄Οταν όμως αντέδρασε εκείνο το κλικ το στατιστικά, αντέδρασε και το μυαλό μου και γέμισα περηφάνεια βλέποντας ότι έχουν επισκεφτεί το μαγαζί μου κοντά 15.000 φορές! Ψίχουλα δηλαδή σε σχέση με άλλα παρεμφερή καταστήματα, αλλά αυτό δεν με απασχολεί και πολύ. Παρ΄όλα αυτά βρίσκω εντυπωσιακό το αποτέλεσμα των στατιστικών. Πίστευα ότι με τον καιρό θα είχε μειωθεί στον κυβερνοχώρο αυτό "ενδιαφέρον"! Αμ δε!  Επιβεβαίωση ακόμα μια φορά για το ποιόν των κυβερνοναυτών; 

Τι να κάνουμε... σε σας έχει ήδη αρχίσει,
σε μας όμως σήμερα άρχισε το φθινόπωρο!
 

30 Σεπτεμβρίου 2013

Κωνσταντινούπολη - RESIST GREECE






΄Ανθρωποι σαν κι εμάς ...


Δικοί μας άνθρωποι...

24 Σεπτεμβρίου 2013

΄Οσο πιο ψηλά ανεβαίνει η μαϊμού τόσο πιο πολύ φαίνεται ο πισινός της...


Ουφ! Επιτέλους τα ζαχαρώματα τέλος! Μη φανταστείτε, μαρμελάδα δαμάσκηνα έκανα, προϊόν εγχώριο και στην εποχή του. Μια φίλη μού έδωσε κιλά μπόλικα, απ΄τον κήπο της. Ε, τί, να τα πετάξω? Ε, όχι! Αφού λοιπόν κάμποσα καταναλώθηκαν πάραυτα, κάποια στόλισαν χθες μια τάρτα που καταναλώθηκε κι αυτή πάραυτα. Τα υπόλοιπα όμως στολίζουν στα βάζα τα ράφια μου μέχρι να καταναλωθούν -εν είδει μαρμελάδας- κι  αυτά. Στη συνέχεια θ΄αντικατασταθούν μ΄ότι μου προκύψει. Και ή που θα είναι ελιές ή τουρσί ή πάλι μαρμελάδα. Ιδού, ο κόπος μου σε χρώμα βαθύ, σχεδόν ρουμπινί...
Τίποτα το πιο εύκολο - και όλα σχεδόν τα φρούτα μπορούν να γίνουν μαρμελάδα -
Συνταγή για άσχετους/τες

Μαρμελάδα δαμάσκηνα 
 (μόνο κάποια λίγα φρούτα δεν γίνονται μαρμελάδα αλλά "πηχτή" όπως έλεγε το ζελέ η γιαγιά μου)

Χρειαζούμενα

Κατσαρόλα
Κουτάλα ξύλινη
Φρούτα
Ζάχαρη
Βαζάκια

Σ΄ ένα κιλό γινωμένων, καλοπλυμένων άνευ κουκουτσιών (που συνήθως υπάρχουν) και ψιλοκομμένων φρούτων αντιστοιχεί μισό κιλό ζάχαρη - ειδική για μαρμελάδα που τη βρίσκετε στο σούπερ μάρκετ. Αυτάάάά!
Σας φαίνεται περίεργο; Και όμως, τίποτα ευκολότερο από τη μαρμελάδα σήμερα.
Κάποτε ήταν δύσκολη υπόθεση η πετυχημένη μαρμελάδα. ΄Ηθελε πολύ περισσότερο χρόνο και κυρίως ήθελε πολύ περισσότερη μαγκιά το σωστό "δέσιμο".  ΄Οπου "δέσιμο" βλ. όχι μάγια αλλά κάτι το απόλυτα μαγικό. Εκείνο το τέλειο σημείο πήξης. Αυτό το τσακ που δίνει στη μαρμελάδα την ξεχωριστή όψη και υφή και φυσικά την επιτυχία. Σήμερα λοιπόν χάρη στην "ειδική" ζάχαρη που περιέχει πηκτίνη-ζελατίνη ή όπως αλλιώς αυτό το λένε, η μαρμελάδα μας γίνεται στα γρήγορα και κυρίως στα σίγουρα!
 
Εντάξει, εντάξει, κατάλαβα. Θέλετε κι άλλες λεπτομέρειες. Ε, άλλες λεπτομέρειες δεν υπάρχουν, εκτός από μια σημαντικότατη σημείωση κι ένα σημαντικότατο κόλπο-μυστικό.
Σημείωση: Δεν χαζεύουμε, δεν μιλάμε στο τηλέφωνο, δεν κάνουμε καμιά άλλη δουλειά όταν κάνουμε μαρμελάδα παρά μόνο ανακατεύουμε συνέχεια με ξύλινη κουτάλα. Υπολογίστε λοιπόν πως  περίπου 15 με 20 λεπτά, προσοχή και μάτια θα είναι στραμμένα αποκλειστικά στην κατσαρόλα. Σε δευτερόλεπτα αρπάζει η μαρμελάδα λόγω της ζάχαρης κι αν αρπάξει, κλάφτα Χαράλαμπε. Δυστυχώς δε χάνει μόνο το λαμπερό της χρώμα αλλά χάνει και το λόγο ύπαρξής της γιατί πικρίζει! ΄Οπερ χαμένος ο κόπος. Γι΄αυτό λοιπόν, κατσαρόλα και μόνο κατσαρόλα και μαρμελάδα και μόνο μαρμελάδα!  
Μυστικό: που θα σας εξασφαλίσει τη σίγουρη επιτυχία, έχει λοιπόν να κάνει με το χρόνο βρασίματος κι εκείνο το απόλυτο σημείο "δεσίματος"-πήξης.  Γι΄αυτό υπάρχει ένα και μοναδικό κόλπο γνωστό από τους αρχαιοτάτους χρόνους. Μετά το 15λεπτο, ρίξτε μια κουταλίτσα μαρμελάδα σ΄ένα πιάτο. Και ιδού. Γέρνετε το πιατάκι κι αν σε 1 περίπου λεπτό η μαρμελάδα δεν "τρέχει" ε, τότε αποσύρουμε την κατσαρόλα από τη φωτιά κι αφήνουμε να μισοκρυώσει. 


Αν όμως "τρέχει" τότε συνεχίζουμε το βράσιμο και σε λιγάκι επαναλαμβάνουμε το τεστ "πιατάκι".  Δε μένει τώρα παρά να τη βάλουμε σε ολοκάθαρο και μετά στο ράφι. Ε, και μετά ξέρετε. Την αλείφετε στο ψωμάκι αφού προηγουμένως το έχετε αλείψει με καλό βουτυράκι ή και χωρίς. Γνωστό επίσης πως ταιριάζει τέλεια με το γιαούρτι, το ότι χρησιμοποιείται ως βάση σε γλυκά διάφορα, τούρτες και τάρτες, την αλείβουμε και σε διάφορα κουλουράκια. Στολίδι γίνεται σε διάφορα γλυκάκια και την αγαπάνε και τα παιδάκια ε, και προκειμένου να τρώνε μερέντα καλύτερη δεν είναι η σπιτική μαρμελάδα;
Σας βεβαιώ, πιο κουραστικό ήταν και πιο πολύ μου πήρε το να βγάλω τα κουκούτσια!

΄Αντε, μαρμελάδα τέλος.΄Οσο περήφανη κι αν είμαι για το αποτέλεσμα, η αλήθεια είναι ότι, καλή και κάλλιστη η κουζινική και την αγαπώ αλλά λατρεύω τα ταξίδια.
Γι αυτό

βίρα για νότια...
 
Λισαβόνα
΄Εχει  ένα κάτι το ατημέλητο αυτή η πόλη. Σαν μια Αθήνα είναι. ΄Ισως λίγο πιο παρατημένη, λίγο πιο ήρεμη και ίσως λίγο πιο αργή. Ναι, αργή. ΄Οχι νωχελική. Το νωχελική ταιριάζει πιότερο στ΄ανατολικά, όπως το ΄λεγε πάντα η γιαγιά μου. Μεταξύ μας, δεν έλεγε νωχελικό ή αργό, κοιμήσικο έλεγε σαν μίλαγε για τους άλλους ντόπιους στον τόπο της, μόνο που αυτό το κοιμήσικο δεν έκρυβε κακία γιατί στο βάθος κακία δεν τους κρατούσε όσο κι αν αυτό κρύβει κάτι το πολύ-πολύ παράδοξο.

 Η ζωή της αρχίζει νωρίς το πρωί με μυρωδιές κρέμας βανίλιας και ψωμιού μόνο που της λείπει ένα κάποιο κομμάτι ζωντάνιας. Σαν περάσει η ώρα, η μυρωδιά της σαρδέλας και του μπακαλιάρου θ΄αντικαταστήσει τη βανίλια και η μυρωδιά των θαλασσινών θα μπλεχτεί με τη μυρωδιά του καλαμποκόψωμου. Η ζωή της μοιάζει ζωή καθισμένη, σχεδόν πατημένη. Μια κακουχία πλανιέται στον αέρα της, η κίνησή της περιορισμένη. Το κέντρο της βαριεστημένο. Οι άνθρωποί της μοιάζουν σαστισμένοι, κεραυνοβολημένοι. Τους χαρακτηρίζει κι αυτούς μια εγκατάλειψη, κουβαλούν ίσως μια ταλαιπωρία. ΄Εχουν ύφος κατοίκων βασανισμένης πρωτεύουσας. Τα χέρια τους όμως, τα χέρια των ανθρώπων της είναι χέρια κουρασμένα, δουλεμένα χέρια  όπως τα πρόσωπά τους και η γη τους. Τίποτα όμως, δεν  εμποδίζει την ευγένειά τους ή το να σου χαμογελάσουν.  Ούτε κι αυτή η ίδια η ρημάδα η κρίση που χτυπάει και την Αθήνα. Μου μοιάζουν όλοι γνωστοί. ΄Ισως γιατί εδώ που κατοικοεδρεύω έχει πολλούς "ίδιους"! Πολλοί άνθρωποί της την έχουν εγκαταλείψει εδώ και χρόνια και έχουν πάει στα ξένα για μια καλύτερη τύχη.  ΄Η ίσως ακόμη να μου μοιάζουν γνωστοί γιατί σ΄όλα μού θυμίζουν εμάς...Τι να πιάσω και τι ν΄αφήσω! Και σε τι δεν μας μοιάζουν οι Πορτογάλοι! Να πιάσω το σήμερα ή το χθές; Ν΄αφήσω το ότι το 1950 ξενιτεύτηκαν κύμα ή να πιάσω το ότι το 1974 γλύτωσαν κι αυτοί απ΄ τη δικτατορία;
Κάποιος θαμώνας, στο διπλανό τραπέζι, λέει ότι "έπαψαν να χτυπάνε οι συναγερμοί των αυτοκινήτων ασταμάτητα" και συμπληρώνει "ή γιατί οι κάτοχοί τους παρακαλούνε να τους τα κλέψουν είτε για να μην πληρώνουν πια τέλη, ασφάλειες και βενζίνη ή για να πάρουν κάνα φράγκο απ΄τις ασφάλειες γιατί απ΄αλλού δεν βλέπουν φως για φράγκα". Η παρέα του κουνάει το κεφάλι, συμφωνεί και μένει σιωπηλή και συλλογισμένη. 

Λισαβόνα. Ο ποταμός της μοιάζει με θάλασσα και τη σώζει. Η θάλασσά της είναι μακριά. Κι είναι η Μεσόγειος θάλασσα στο νότο της, ο Ατλαντικός στ΄ανατολικά της. Κάποια στιγμή βέβαια ο ποταμός της ρίχνεται κι ενώνεται με τον ωκεανό της αλλά αυτό συμβαίνει κάμποσα χιλιόμετρα μακριά της. ΄Ετσι βολεύεται κι αυτή με τον ποταμό της και περηφανεύεται για τις υπέροχες παραλίες του ενώ διαθέτει δυο υπέροχες κρεμαστές γέφυρες. Μια απίστευτα μακριά ονόματι Ponte Vasco da Gama κι ακόμα μία ονόματι Ponte 25 de Abril. Απίστευτες και οι δύο! Λοιπόν, οι γέφυρές τους έχουν ένα κάτι από Ρίο-Αντίριο! Μμμμ, να που έχουμε κάτι ακόμα κοινό! Λέτε πως τα τόσα κοινά να μ΄έκαναν να νιώθω τόσο άνετα στη Λισαβόνα;



Λισαβόνα. ΄Εχει και κάτι από Σμύρνη, ίσως και κάτι από Πόλη. Μήπως λέω βλακείες; Μπορεί γιατί φέτος μου έλειψε και η Αθήνα και η Σμύρνη και η Πόλη αφού καμιά τους δεν "είδα" το καλοκαίρι. 
 Δεν ξέρω αν φταίει για την εγκατάλειψη που αποπνέει η γνωστή κρίση ή τα κτίριά της, κτίρια που φανερώνουν περασμένα μεγαλεία, περασμένα πλούτη και περασμένα χρόνια. 
Κτίρια πολυκαιρισμένα, παρακαιρισμένα, φθαρμένα, σαν εγκαταλελειμμένα μόνο και μόνο στη χρήση του χρόνου...

΄Εχει κάτι από Αθήνα, από Σμύρνη κι από Πόλη αυτή η πόλη...
και για του λόγου το αληθές, δεν έχετε παρά να ρίξετε μια ματιά στις παρακάτω φωτογραφίες και να μαντέψετε ποια σε ποια πόλη αντιστοιχεί... εύκολο; Δε νόμιζω αλλά ίσως και να γελιέμαι...

Καλό σας φθινόπωρο και














Καλά σας βράδια
Ε.-

Αν κάποτε θελήσετε να ταξιδέψετε, η Λισαβόνα, θα σας ανταμείψει με όλους τους απίθανους και πιθανούς τρόπους! Με ιστορία, φύση, ομορφιά μεγαλόπρεπη ή λιτή, χαμόγελο, ευγένεια, ταπεινοφροσύνη, κουζίνα, γλυκά! Οι κάτοικοί της είναι άνθρωποι, απλοί κι όχι βουτηγμένοι στην τρέλλα του μεγαλείου περασμένων καιρών όπως οι γείτονές τους. Και όλα, σε λογικότατες τιμές!
Κι ακόμα κάτι που θα σας εκπλήξει, όσο κι εμένα. ΄Ενα κάτι ακόμα, που την κάνει να ξεχωρίζει! Αυτό το κάτι, είναι ο φελλός!!! ΄Ενα απίστευτο υλικό-προϊόν με το οποίο φτιάχνουν σχεδόν τα πάντα! 




15 Σεπτεμβρίου 2013

Μεγάλη μπουκουνιά κάμε, μεγάλη κουβέντα μη λες...

Φωτογραφία... μοναδικής φωτογραφίας



Την έλεγα "νενέ μου" σαν της εμιλούσα...
Την έλεγα "γιαγιά μου" σαν εμιλούσα γι΄αυτήν...
Τι γιαγιά, τι νενέ... Και γιαγιά και νενέ ήταν και γιαγιά και νενέ -ήταν- κι έμεινε... 
Αυτά! 
Ελπίζοντας πως απάντησα στην ερώτηση που μου τέθηκε...



Γύρισα! Ναι!
Λισ-μπόα όπως τη λένε οι δικοί της
Σαν σε όνειρο...
Ζεστός ο νότος, φωτεινός η ήλιος, καταγάλανος ο ουρανός, γλυκειά η Πορτογαλία, μες το χρώμα η Λισαβόνα, σούπερ-ύπερ συμπαθέστατοι οι άνθρωποί της, τρυφερός ο γάμος, όμορφη η παρέα, σύννεφο ο χορός, τέλειο το φαγητό, άψογο το πήγαιν΄ έλα! Δηλαδή, σχεδόν όλα καλά και σχεδόν τέλεια! Το σχεδόν παρεισφρύει γιατί τελικά ο διαθέσιμος χρόνος ήταν πολύ λίγος και η επιστροφή στη ρουτίνα, παρόλο το σύντομο του χρόνου, αποδείχτηκε τελικά λίαν δύσκολη!

Οι απίστευτοι "παρεισφρήσαντες"
καλεσμένοι.κι ακάλεστοι στο γάμο
Σύμβολο της Πορτογαλίας, o Gallo ή κόκκοκας
ή πετεινός
Χαρακτηριστικά: Περήφανος-μαχητικός


Της άξιζε πολύ περισσότερος χρόνος της Λισαβόνας! ΄Εφυγα με κάμποσες ελλείψεις. Αλλά όπως το λέω πάντα, καλύτερα να ΄χεις κάποια κενά ώστε, λόγο να ΄χεις να ξαναπάς... να τα γεμίσεις!


Πασχαλίτσα Πορτογαλίας -παράδοξη-
στο χρώμα της άμμου!!!


Καλώς σας βρίσκω!
Δεν ξέρω τι να σας πρωτογράψω! Σίγουρο το πως θέλω να σας γράψω για τη Λισαβόνα. Απ΄την άλλη όμως, μια μικρούλα τυχαία μα πολύ συγκινητική ανακάλυψη και μια μικρή παλιά  ιστορία απ΄τα χείλη της νενές μου, με γαργαλάνε τα μάλα και υπερβαίνουν την Λισαβόνα και τα διάφορα! Μένουν λοιπόν, τα παλιά...

Η ιστορία 
Αλώπηξ και καρκίνος

Αν σας κάνει εντύπωση ο τίτλος, το καταλαβαίνω απόλυτα. Λέξεις της καθαρεύουσας, λέξεις πομπώδεις και δη βγαλμένες απ΄το στόμα της γιαγιάς μου, ακατανόητο! ΄Οσο κι αν είμαι -λόγω ηλικίας- της καθαρεύουσας και της απλής καθαρεύουσας ποτέ δεν κατάλαβα πως η γιαγιά μου τις είχε εν χρήσει! Κι ήταν ο μπαμπάς μου εκείνος που πρώτος μου εξήγησε -πολύ πριν τα βιβλία- πως καρκίνος είναι το καβουράκι και αλώπηξ η αλεπού. Κι ήρθε σχετικά πολύ νωρίς η εξήγηση εξαιτίας της ξαδέρφης μου. Μεγαλύτερή μου -εγώ θα ήμουν τότε 4- κατά 3 χρόνια ήρθε και πολύ περήφανα μου ανακοίνωσε, πως εκείνη γεννήθηκε στα ψαράκια! Τόσο πολύ μου άρεσε η ιδέα, το να γεννηθεί κανείς στα ψαράκια, που την υιοθέτησα πάραυτα κι άρχισα να τριγυρίζω και να λέω πως κι εγώ γεννήθηκα στα ψαράκια. Τότε ήταν που ανέλαβε ο μπαμπάς μου! "Βρε μουσίτσα, σταμάτα πια, ψαράκια και ψαράκια! Δεν γεννήθηκες στα ψαράκια εσύ. Στο καβουράκι γεννήθηκες!" και μου εξήγησε πως δεν γεννήιθηκα στους/στα ιχθείς-ψαράκια, αλλά στο/στον καβουράκι-καρκίνος!  Κι ήταν αυτή νομίζω, η πρώτη και καλύτερη επαφή που είχα ποτέ με τα ζώδια!
Στις καλές του με φώναζε μουτίτσα ή κουκούτσι, ή σουσουράδα ή μαϊμού, ακόμα και τσαπερδόνα. 
Στις κακές του, στα νεύρα του, δεν με φώναζε, μάλλον γρύλιζε ένα κοφτό  "Ελένη" και κοκκάλωνα! Ε, ναι!
Στις καλές του, τον έπαιρνε χαμπάρι όλη η γειτονιά, ειδικά σαν έφτανε το μεσημέρι! (Μας) Σφύριζε, ειδοποίηση ότι φτάνει! Κι είχε ένα δικό του μοναδικό τρόπο να σφυρίζει! Τρόπος αναγνωρίσιμος από όλους κι από μακριά. Σφύριζε γλυκά, καλλιτεχνικά... έναν απόλυτα δικό του σκοπό!

"Κόρη μου, φορές και φορές στο ΄χω επεί πως αχρείαστες ολοσδιόλου είναι οι μεγάλες κουβέντες... Μη λες, κάμε... κάμε μεγάλα, λέγε μικρά... έτσι ήλεγε ο πάππος μου, έτσι κι ο κύρης μου και πατέρας μου, έτσι κι ο κύρης μου ο καλός... Ο πάππος μου, μας το ήλεγε σαν παραμύθι... μας εμάζωνε και μας το ήλεγε, σαν είμαστε παιδιά... κι εμείς εγελούσαμε γιατί μας το ήλεγε και μας το ξαναήλεγε κι ελέγαμε πως δεν εθυμότανε διόλου καλά και για τούτο μας ήλεγε τα ίδια και τα ίδια... είδε κι ας αναπαύεται μ΄όλους τους άλλους... ήκουε δα κι εσύ την ιστορία..."

" Μια φορά κι έναν καιρό, ένας καρκίνος μικρός σαν εξεχύλησε το ρυάκι βρέθηκε στο λειβάδι να ψάχνει και να στραβοπερπατεί δώθε-κει. Την ίδια ώρα, κατά τύχη, μια αλεπού εδιάβαινε και είδενε τον καρκίνο περπατεί στραβά κι αργά-αργά... τον επλησίασε και γελώντας τον περιέπαιξε... "Γιατί μπρε, του είπε, πας τόσο στραβά κι αργά-αργά;  Και για πες... πως πας... προς τα οπίσω ή προς τα εμπρός για προς τα δεξά ή προς τα ζερβά, ξέρεις"; Ο καρκίνος όμως ήτο αργός αλλά όχι ανόητος... και ευθύς της απεκρίθη... "τι σε νοιάζει εσένα... δεν με γνωρίζεις... δεν γνωρίζεις τη φύση μου... είμαι ευγενής κι αξιοπρεπής και τρέχω όταν θέλω... κι από σένα ακόμα κι απ΄όλους τους ομοίους σου τρέχω γρηγορότερα... ακόμα και στοίχημα βάνω με σένα ότι μπορώ να σε ξεπεράσω... αν το δέχεσαι"... "Και γιατί να μην το δέχομαι;" είπενε τότες η αλεπού... "Θέλεις να τρέξωμεν από Σμύρνης εις Αϊδίνιον ή από Μαγνησίας εις Πέργαμον;" " Α όχι", απεκρίθη ο καρκίνος... "ο δρόμος που λέγεις είναι μακρύς κι εγώ είμαι πολύ μικρός... αρκεί να τρέξομε κατά μήκος του λειβαδιού... μέχρι του άκρου αυτού..." . Η αλεπού βεβαίως κόρη μου συμφώνησε γελώντας κι ετοιμάστηκε και πήρε θέση και λέει του καρκίνου "άιντες... έλα δίπλα μου να ξεκινήσωμε στο εμπρός...".  Τότες ήταν που ο καρκίνος ματαμίλησε και της ελέει... "σου χαρίζω και προδρομή αλεπού... κι αν δεν το δεχτείς, τότες δεν καταδέχομαι κι εγώ να παραβγώ μαζί σου..." 

"Τί είναι η προδρομή νενέ;"

"Η προδρομή κόρη μου είναι το χάρισμα που κάνεις στον άλλο να μπει στο δρόμο πριν από εσένα... πως να στο είπω τώρα... να, ή  του χαρίζεις να σταθεί έναν πήχυ πριν από σένα ή τον αφήνεις να ξεκινήσει και μετά ξεκινάς εσύ... κατάλαβές το;" 

"Κατάλαβα νενέ... "

"Τί έλεγα μπρε μου... το ξέχασα..."

"΄Ελεγες πως ο καρκίνος είπε στην αλεπού πως θα της δώσει προδρομή...

"Α... "έστω ... και πόση θα είναι η προδρομή;" του λέει η αλεπού γελώντας... "θα είναι το μάκρος της ουράς σου" της απαντά σοβαρός-σοβαρός ο καρκίνος... "εσύ θα σταθείς μπροστά μου, θα τεντώσεις την ουρά σου κι εγώ θα σταθώ στην άκρη της... κι όταν φωνάξω εμπρός θ΄αρχίσομε το δρόμο..." "Είμαι σύμφωνη καθ΄όλα" είπε η αλεπού κι έστριψε στον καρκίνο τα νώτα της τεντώνοντας την ουρά της... απλώνει τη χηλή του αυτός κι αρπά μαλακά την ουρά της αλεπούς και φωνάζει "εμπρός".... Παρευθύς η αλεπού αρχινά το τρέξιμο και τρέχει όπως δεν είχενε τρέξει ποτές στη ζωή της... επαιζότανε η τιμή της βλέπεις και δεν ήθελε να διακι(ν)δυνέψει το παραμικρό... τρέχει, τρέχει... φτάνει στο ορισμένο σημείο και στρέφεται να ιδεί που είναι ο στραβοπάτης... "Πού είσαι λοιιπόν, καρκίνε; πολύ βραδύνεις πτωχέ... δεν σε βλέπω..."Τί σημαίνει τούτος ο λόγος αλώπηξ; Εσύ είσαι η βραδυκίνητος... Εγώ στέκομαι ακριβώς στο όριον που εβάλαμε... και σε περιμένω προ πολλού..." Η αλεπού ετρελλάθηκε... στρέφει και βλέπει τον καρκίνο να στέκεται πίσω της... δεν πιστεύει στα μάτια της κι αρχινά  να βλαστημά... "ο σατανάς άθλιε καρκίνε σ΄ήφερε εδώ... εσύ αλλού πατείς κι αλλού βαδίζεις... δεν ημπορεί, δεν γίνεται... μόνος σου παλιοχαϊβάνι να με εξεπέρασες... Χτυπά το πόδι, χτυπά την ουρά... "΄Αστα αυτά αλεπού και πλέρωνε..." της ελέει απτόητος ο καρκίνος...  κι η αλώπηξ τι να κάμει... πλερώνει το τίμημα, μαζώνει την ουρά στα σκέλια και φεύγει κατασυγχισμένη..."

"Βλέπεις ο βραδύς ο καρκίνος κόρη μου... δεν είπε, ήκαμε...  και βέβαια ήφταξε πρώτη η αλεπού αλλά όπως ήστρεψε τη μούρη της να ιδεί τον καρκίνο, να τον κοροϊδέψει... μα ήστρεψε κι η ουρά της... κι ήρθε η ουρά κοντύτερα στο όριο... αμ πως... έτσι βρέθηκε ο καρκίνος κοντύτερα στο τέρμινο... μωρέ εκέρδισε και ήτο και ξεκούραστος... η αλεπού τζάμπα ήτρεχε τόση ώρα... και τζάμπα στην ουρά τον ήτρεχε..." 


Καλά σας βράδια
Ε.-

Χωρίς λόγια
Ιδού λοιπόν! Αυτή η μικρή χιλιοειπωμένη ιστορία, δεν είναι καθόλου μα καθόλου καινούργια. Στο μυαλό μου κάπου χωσμένη, είχε χρόνια και καιρούς να φανεί, προχθές όμως την ανακάλυψα στο βιβλίο που βλέπετε στις φωτογραφίες. ΄Ενα βιβλίο που έφερε ένα τρέμουλο στα χέρια μου κι  έκανε τα μάτια μου να δακρύσουν...  Βιβλίο για το δάσκαλο, παιδαγωγικό... Βιβλίο μνήμη, από τον αξέχαστο πολυαγαπημένο τόπο τους... 





Αλώπηξ και καρκίνος
Αυτή είναι η μικρούλα ανακάλυψη που με γύρισε πίσω στα περασμένα! Η ιστοριούλα της γιαγιάς μου με τις περίεργες λέξεις περιλαμβάνεται στο παλιό αυτό βιβλίο από εκείνους τους άλλους όμορφους χαμένους τόπους...





28 Αυγούστου 2013

Aλλού βαρεί κι αλλού ματιάζει...


 Μεγάλη η χάρη του! Του Αγίου Φανουρίου σήμερα...

Δεν πιστεύω κανείς σας να έταξε φανουρόπιτα για να φανερωθώ, αλλά να ΄μαι!!!


Πολυαγαπημένη...
Παρακάτω θα σας φανερώσω - νομίζω άλλωστε πως σήμερα ειδικά επιβάλλεται- τη συνταγή της πιο εύκολης, πιο γρήγορης, πιο οικονομικής, πιο νόστιμης, πιο τέλειας, πιο υπέροχης, πιο φανταστικής, πιο τρυφερής ..., πιο γλυκειάς, πιο ..., φανουρόπιτας!!! Η συνταγή της νενές μου φυσικά και φυσικά απόλυτα αυθεντική σμυρνέικη! Εν τω μεταξύ λέω να κλαψουρίσω λίγο γιατί φέτος διακοπές γιοκ, όσο κι αν όλο αυτόν τον καιρό όλα ήταν λάιτ. Λάιτ στο γραφείο, λάιτ στο σπίτι, λάιτ στο πορτοφόλι και λάιτ -και τι λάιτ- ο καιρός! Είχαμε -λένε τα κανάλια- το ζεστότερο Ιούλιο των τελευταίων 100 χρόνων, είχαμε επίσης τον περισσότερο και φωτεινότερο ήλιο των τελευταίων 60 χρόνων, είχαμε, είχαμε ...πολλά και διάφορα και όμορφα αλλά θάλασσα δεν είχαμε! Και μου ΄λειψε η θάλασσά μας πολύ-πολύ! Εν πάσει περιπτώσει. Παρηγοριέμαι πάντως με τη σκέψη ότι την επόμενη εβδομάς, ημέρα Δευτέρα, πάω νότια! Προορισμός, Πορτογαλία. Αλλά μέχρι να φτάσω εκεί...

Η φανουρόπιτα ψήνεται, το σπίτι μοσχοβολάει, ο καφές δίπλα μου αχνίζει, ενώ...
(Παραλίγο... Με το άρωμα του καφέ ΙΙΙ - που θα συνεχιστεί...)


Βουρλά
πολυαγαπημένα μου
"Μπρε κόρη μου, κάμε μου ένα καφεδάκι...φέρε μου... έχει; ένα κομματάκι λιμπίστικα... από τη φανουρόπιτα τσι αννές σου... μοσχοβόλισε χτες ολάκερο το σπίτι ... ήκαμε και για τις αδερφάδες της... πουυυυ αυτές... κονομήσανε και δεν ασχολούνται με τέτοια...  μόνο ο κύρης σου κι η αννέ σου κρατούνε ακόμα τα δικά μας... κι εμείς, οι καλά παλιωμένοι... λίγοι όμως κόρη μου, λίγοι... πάνε κι αντέτια, πάνε και παραδόσεις... πάει η ομορφιά του παλιού και του δικού ...ξεχνούνε πως τα χέρια εφτιάχτηκαν πριν απ΄τα πηρούνια...  θαμπωθήκανε όλοι από τη μόδα και την ευκολία... χάθηκε η χάρα του κόπου και του δύσκολου σαν τα κατάφερνες... όλοι θέλουνε τα γρήγορα, τα εύκολα, τα καινούργια... λες κι εμείς δεν εζήσαμε... δύσκολα ναι, μα εζήσαμε... κι είμαστε περήφανοι... πόσες φορές δεν εστήσαμε σπιτικά...  πόσες δεν ετρέξαμε κυνηγημένοι... πόσες δεν εκλάψαμε...  Αχ... αυτά που εζήσαμε εμείς αν τα έβρουνε μπροστά τους οι νεότεροι μέρες θα ετρέχουνε μακριά... ή που θα τα κάμουνε απάνω τους... γεια στα χεράκια σου κόρη μου... την ευχή μου να ΄χεις,  τον καχβέ σου φτιαγμένο απ΄ την εγγόνα σου να πίνεις... σαν κι εμένα...

....του ΄Αι Φανούρη σήμερα... αν δεν φάμε και σήμερα φανουρόπιτα πότες θα την φάμε ντε... Θυμάσαι, ναι; Η φανουρόπιτα πάει σαν το χαλβά... 1 μέτρο λάδι, ζάχαρη όχι πολλή -ίσα ν΄ακουμπάει η γλύκα στη γλώσσα-  πες 2 μισογεμάτα, τόσο να της εβάνεις... 3 νερό, 3 κουταλάκια σόδα, κανέλλα, γαρύφαλλο, καρύδια, σταφίδες... α, και αλεύρι όσο "σηκώσει"

"Mα νενέ, έτσι λέει και η μαμά μου... "όσο σηκώσει, όσο πάρει". Γιατί δε λέτε, μισό κιλό, ένα κιλό, 4 φλυτζάνια, 6 φλυτζάνια; Πως να ξέρω εγώ πόσο θα σηκώσει;"

"Mπρε, μην ανάφτεις! Εμείς έτσι το είχαμε! Zύμωνες κι έπλαθες από μικρή, μια, δυο, τρεις, ήβλεπες και μάθαινες και ήνιωθες το ζυμάρι...  ήφτανε η αφή, το μάτι, το χέρι κι ο νους για να πετύχουν τη δόση…"

(Αχ, αυτό το "όσο σηκώσει" είναι όλη η μαγκιά της μαγείρισσας! Λοιπόν αντικαταστήστε το αλεύρι με αλεύρι που φουσκώνει μόνο του και ξεχάστε τη σόδα, υπολογίζοντας πως θα "σηκώσει"  αλεύρι, 3/4 του κιλού περίπου. ΄Oσο για το ψήσιμο, αεράτο, 170 βαθμοί για κάνα 50λεπτο. Δοκιμάζουμε ξέρετε πως. Mαχαίρι στεγνό, το μπήγουμε στο κέντρο της πίτας, το ξεμπήγουμε κι αν το μαχαίρι εξέλθει απολύτως καθαρό, η πίτα μας είναι έτοιμη. Bγάζουμε το ταψί απ΄το φούρνο ε, και τον σβήνουμε. Kαι κάτι άλλο. Δεν γνωρίζω εγώ το ταψί σας. Εσείς το γνωρίζετε. Σκεφτείτε λοιπόν από πριν ποιο απ΄τα ταψιά σας, θα χρησιμοποιήσετε ώστε οι αναγραφόμενες δόσεις να έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Mια υπέροχη "ζήτα και θα σου δοθεί" πίτα!).

"... κι ανακάτωμα καλό ώπου χυλός να γενεί... χυλός, μα όχι να τρέχει μα μήτε να στέκεται... και λίγο ζουμί πορτοκάλι και σησάμι άμα σ΄αρέσει... λαδώνεις κι αλευρώνεις το τεψί και ψήνεις... κι έχεις το μυαλό σου στο ψήσιμο και το μάτι στο φούρνο...  η σειρά θέλει να βάλεις πρώτο στη λεκάνη το λάδι, μετά τη ζάχαρη και το νερό... τ΄ανακατώνεις με το χέρι γερά-γερά και μετά βάνεις τα μυρωδικά, γαρύφαλλο, κανέλλα... ανακατώνεις... βάνεις το πορτοκάλι ζουμί ή ξύσμα και τ΄αλεύρι... ανακατώνεις συνέχεια, καρύδια και σταφίδες... κι όπως είπαμε, ρόγδι άμα έχεις... ρίχνεις το χυλό στο λαδωμένο ταψί... βάνεις και το σησάμι...  θέλεις μέσα στο χυλό, θέλεις από πάνω... Πε μου τώρα  πως πάει ο χαλβάς... "



"Ξέρω νενέ μου, ξέρω..."

"Λέγε μπρε σου λέω... να ειδώ κι άμα μου αφουγκράς... που όλο με βάνεις να μιλώ και να λέω σου  ... όλο ξέρεις, ξέρεις... λέγε..."

"Να... 1 μέτρο λάδι, 2 σιμιγδάλι, 3 ζάχαρη, 4 νερό... κανέλλα, αμύγδαλα ασπρισμένα, σταφίδες, σησάμι..."
Ο πολυαγαπημένος της γιαγιάς μου τόπος
 Βουρλά ή Βρύουλα ή αλλιώς
Αρχαίες Κλαζομενές

"΄Αιντε σου, καλά τα είπες... πες εδά, εγώ τι έλεγα πριν τους χαλβάδες... Α, ήλεγα για τον ΄Αγιο... Φανούρης τ΄όνομά του και φανέρωνε τ΄αφανέρωτα... κατά εμάς, εφανέρωνε τους γαμπρούς στις κοπελιές... στους άλλους, λέει, εφανέρωνε τα χαμένα... ότι κι αν ήσαντε αυτά... το χαμένο ζωντανό, το χαμένο καλό ρολόγι... σ΄εμάς το είχαμε αλλιώς... στην αρχή ήτονε οι γαμπροί, μετά ήλλαξε και του εζητούσαμε ο καθένας κι άλλο ... άλλος τού εζήτανε υγεία, άλλος δουλειά, άλλος το χαμένο παρασόλι... λίγοι ήσαντε αυτοί -σαν τον πάππο μου- που ελέγανε πως φανερώνει το δρόμο του Θεού και της συμπόνοιας... η νενέ μου πάλι ήλεγε "για όλα κάμει η πίτα του Αγίου.... ζήτα και θα σου δοθεί, ήπρεπε να την ελένε... ΄Αγιος είναι, για τα ζητούμενα είναι...  όλα τα φανερώνει... "

"Τι να σου πω κόρη μου... ξέρω κι εγώ... κι εγώ τότες σαν κοπέλλα το γαμπρό εζητούσα να μου εφανερώσει... βέβαια τον επαρακάλαγα να είναι ο παππούς σου κι όχι άλλος ... Μετά, σαν ήρθαμε εδώ καμμένοι... τους χαμένους μας και μια παράγκα τού εζητούσε να μας εφανερώσει η αννέ μου,  το ίδιο κι εγώ... μια παράγκα να βάλουμε το κεφάλι μας από κάτω... σαν ήρθε η παράγκα, πάλι για τον παππού σου τον επαρακάλενα... και ήρθε ο Ηλίας, ήρθαν τα παιδιά κι άλλαξα το παρακάλι... και υγεία τού εζήταγα να μας χαρίζει... μπορεί και να έκαμα και λάθος... για την υγεία ήτονε άλλος ο ΄Αγιος... αν εθυμώνουνε κι οι άγιοι μπορεί και να μου εθύμωσε... όπως ήλεγε κι ο πάππος μου ... "΄Ολοι οι ΄Αγιοι είναι του Θεού μα κάθε ΄Αγιος είναι για δικού του... μ΄ότι του ΄χει αναθέσει ο Θεός έχει ν΄ασχολείται..." 

".... άιντε... κι ήπιασα τις ανοησίες πάλι... κάποτε όλ΄αυτά όμως δεν ήταν ανοησίες... οι ανθρώποι ήσαντε αλλιώς... τώρα πια, άλλο μυαλό κυβερνάει τους αθρώπους...  ανοησίες τα βρίσκουν οι περισσότεροι... μα κάλιο να μην τους κάτσει κακό... γιατί σα  τους κάτσει αναποδιά... για, μάνα μου, για Παναγιά μου, αναφωνάνε όλοι τους και.. τάζουνε..."

"Μα λέγαμε άλλα...  κουβέντα κάναμε για τη φανουρόπιτα... ΄Ακουε λοιπόν...

Τη φανουρόπιτα την εκάμεις για τη μάνα του Αγίου... ΄Ητονε λέει αμαρτωλή, στριμμένη, κακή κι ανάποδη και καρδιά δεν είχενε... κανένας δεν την εχώνευε, ούτε της εμίλαγαν, ούτε την συγχρωτίζονταν... μια στιγμής απόθανε... άθρωπος δεν εφάνει μήτε στην παρηγοριά μήτε στη συγχώρεσή της... Ο γιος της που δεν είχενε αγιάσει ακόμα,  εστεναχωρήθηκε πολύ αλλά και τι να κάμει ... πάντα του όμως το εθυμότανε και πάντα στενοχωριότανε ... σαν άγιασε λοιπόν κι άρχισε ο κόσμος να του κάμει την πίτα του,  τότε ήτο που εζήτησε από τους πιστούς να του την εκάμουνε αλλά στ΄όνομα της μάνας του... θα  σκέφτηκε ο ΄Αγιος πως, πίτα-πίτα, συγχώρεση-συγχώρεση, κάποτε θα συγχωρεθεί... θα τη συγχωρέσει Θεός και άθρωποι... ΄Ετσι οι νοικοκυρές σαν την εφτιάχνουνε,  λένε "Θεός σχωρέστη τη μάνα του Αγίου Φανουρίου... κοπανάς τα καρύδια, Θιος σχωρέστη... ρίχνεις τις σταφίδες, Θιος σχωρέστη, ρίχνεις τ΄αλεύρι, τη φουρνίζεις, Θιος σχωρέστη...


Την επάς στην εκκλησιά, να στην εδιαβάσει ο ιερέας... πίτα του Αγίου χωρίς διάβασμα είναι ντροπή και χαράμι πάει το τάξιμο  κόρη μου... για να διαβάσει ο ιερέας την ευχή σού ζητάει όνομα... πρόσεχε, δεν λες το εδικό σου επειδή εσύ την ήκαμες ή την ήταξες... δίνεις τ΄όνομα αυτού οπού γι΄αυτόν την ήταξες... ύστερα διαβάζεται η ευχή του Αγίου, σε 40 κομμάτια την κόφτεις και την εμοιράζεις στον κόσμο... να σχωρέσει ο κόσμος την κακόχαρη... ν΄ακούει να φχαριστιέται ο ΄Αγιος... Μα ένα κομμάτι τουλάχιστον το γυρίζεις στο σπίτι... όπως και με τα στερνά... πίτα και στερνά που δεν εμπαίνουνε στο σπίτι απ΄όπου  εβγήκανε, δεν είναι πρέπο... γρουσουζιά το ΄χουμε... να το θυμάσαι... Δυο ειδώ είναι οι πίτες... το είπαμε αυτό; Για αυτή με τα 7 χρειαζούμενα κάμουμε, για εκείνη με τα 9... η νενέ μου πρώτα εμετρούσε τι χρειαζούμενα είχενε στο ντολάπι και μετά έβανε μπρος τη φτιάξη... είχενε 7 την ήκαμε με 7, είχενε 9, την ήκαμε με 9... για γλυκειά πίτα του ΄Αι Φανούρη, για πίτα του αιτούντος φτωχού την ονομάτιζε, για γλυκό της νηστείας... Κι αν δεν είχενε γαρύφαλλο, δεν έβανε και καλή ήταν... αν δεν είχενε σησάμι για πορτοκάλι, δεν έβανε και πάλι καλή ήταν... νηστήσιμη είναι και λιόλαδο θέλει, μα εκείνη την ήκαμε με σησαμόλαδο. άφθονο στον τόπο μας ... και τότες της έβανε και 5-6 δυο κουταλιές ταχίνι... αν την ήκαμε με λιόλαδο, ταχίνι δεν έβανε... "

"Μα θέλει ή δε θέλει ταχίνι νενέ μου; Nα ξέρω... "

"Θέλει και δε θέλει ... ταχίνι κόρη μου, δεν έχεις κάθε μέρα στο σπίτι... εμείς τότε στα μέρη μας είχαμε... άμα έχεις βάζεις... αδέρφια είναι, ταχίνι και σησαμόλαδο... ούτε σησαμόλαδο βρίσκεις εδώ... βάνε λάδι κι άσε το ταχίνι... άμα καμιά φορά έχουμε κι απ΄τα δυο, θα την κάμουμε να την εδοκιμάσεις... αν δεν τα ΄βρουμε... κάποτε θα την εκάμεις μόνη σου χωρίς εμένα... σαν τα ΄βρεις τα υλικά, θυμήσου το και θα με θυμηθείς... είναι πιο νόστιμη με το ταχίνι... και σαν είχα, όπως το θέλει, όχι η σμυρνέικη μα η βουρλιώτικη συνταγή, της έβανα και σπυριά ρόγδι... όπως έκαμε καμιά φορά η νενέ μου κι η αννέ μου... "

"Nενέ μου, πότε την κάνουμε τη φανουρόπιτα; "

"Kόρη μου, τη φανουρόπιτα την κάμουμε πρώτα απ΄όλα την παραμονή της χάρης τού Αγίου... μα και πριν... την τάζουμε που λέμε... κι όταν με τη βοήθεια του Aγίου μάς φανερωθούν τ΄αφανέρωτα, τότε του την επάμε στην εκκλησιά...

μόνο που εγώ, μερικές φορές, παρακαλώντας τον τού την επήαινα από πριν... 
μα του την επήαινα και μετά..."


Καλά σας βράδυα

Ε.-

H πίτα μου μοσχοβόλισε τον τόπο! Mόλις την εξήλθα εκ του φούρνου. 
Κι είναι μια απ΄τις φορές που είναι καμωμένη με σησαμόλαδο και ταχίνι... και ρόδι...
Την μελέτησα καθώς ήπρεπε, διαβάστηκε καθώς ήπρεπε, κόπηκε στα 40 καθώς ήπρεπε...


Κοπιάστε, έχει για όλους...

πάρτε και δεύτερο κομμάτι
φτάνει και παραφτάνει...
δεν είμαστε και πολλοί...
15 όλοι κι όλοι

Για τη γιορτή του την έκανα σήμερα, στη συγχώρεση της μάνας του τη μελέτησα, 
και στην εκκλησία την πήγα... στο όνομα της φιλενάδας διαβάστηκε η ευχή ...
καλά της νέα να μου φανερώσει ο ΄Aγιος
τον παρακάλεσα...