28 Αυγούστου 2014

Από Μαρτιού πουκάμισο κι απ΄Αύγουστο σεντόνα....


Ο τζαμάς δε λέει με τίποτα να φανεί, ψωμί  αγοράζω απ΄το βενζινάδικο, ο πράσινος σταυρός του φαρμακείου έχει κάτι πολλές μέρες ν΄ανάψει! Δεν αναρωτιέμαι γιατί. Διακοπές έχουν οι άνθρωποι! Ζέστη μπορεί να μην έχουμε, αλλά έχουμε Αύγουστο! Κι είναι ο Αύγουστος, ο μήνας των διακοπών!

Και ρίχνει μια βροχή έξω.....

Αχ αυτός ο Αύγουστος! Και να με γυρίζει πίσω ο άτιμος, σε κάτι διακοπές αξέχαστες, χωρίς φως, νερό, τηλέφωνο, χωρίς χωριό... χωρίς πολλά και χωρίς πολλά, πολλά! Πίσω εκεί και να νοσταλγώ κάτι διακοπές μαγικές, γεμάτες ξαδέρφια, πεύκα, στρωματσάδα κι ΄Αγιος ο Θεός! Γεροτσακούλι (Αγία Μαρίνα), Βραχάτι, Μπάφι (Κρυονέρι)... 
Χωρίς χωριό αφού οι πρόσφυγες παππούδες βρέθηκαν ξεβρασμένοι στην πρωτεύουσα! "Χωρίς χωριό αλλά σε χωριό... το βλέπεις κοκόνα μου; Για με κάλεσμα για με κόνιασμα για με κατασκήνωση... είδετε το; είχενε πάλι ο Θεός και για μας τον Αύγουστο"... έτσι το ΄λεγε η νενέ μου, η καλή μου γιαγιά. .. "είχενε και για μας". Ναι, είχενε...

Αύγουστο έχει πάντα ! Και διαπιστωμένα είναι πάντα ο ίδιος! 
Οι διακοπές όμως, δεν είναι ποτέ οι ίδιες! Ούτε κι εμείς είμαστε ίδιοι κάθε Αύγουστο! Διαπιστωμένο κι αυτό! Αλλά αυτό το αυτό καλύτερα ας το αποφύγω!!! Κι είναι ο ίδιος παντού, αφού όλοι κι όλα διακοπεύουν! ΄Οχι όμως ίδιος κι απαράλλαχτος! Πως απαράλλαχτος αφού αλλού έχει 100 Φ κι αλλού μοναχά 12 Κ!

Α και, επίσης διαπιστωμένα, Αύγουστο, έχει παντού! Και είναι ραχατλής και μαχμουρλής και γουστάρει τη θάλασσα και τη σιέστα! Αρνιέται να δουλέψει και κοιμάται αργά! Κυλάει στο ρελαντί κι αντιστέκεται σθεναρά στους βιαστικούς και σ΄όσους θέλουν να κάνουν δουλειά. Θες να βρεις άνθρωπο να σου κολλήσει ένα σωλήνα που τρέχει και ή που ο άνθρωπος-υδραυλικός τρέχει στις παραλίες ή που τρέχει ο ιδρώτας σου παρέα με το σωλήνα σου! Και θέλεις να συνδέσεις την κουζίνα και σ΄έχει συνδέσει στον αυτόματο τηλεφωνητή ο ηλεκτρολόγος. Και θέλεις να...

Αύγουστος και κατεβασμένα και τα δικά μου τα ρολά μέχρι σήμερα! Σήμερα όμως...

Καλέ κόντεψαν ν΄αράχνιασουν! Στο τσακ τα πρόλαβα παρότι εγώ διακοπές γιοκ και δεν έφυγα παρότι Αύγουστος! Αν έφευγα πάντως, στα πάτρια θα κατέφευγα! ΄Οπως έκανα άλλωστε σχεδόν πάντα μέχρι σήμερα και στα πάτρια κατέληγα. ΄Ισως και να ΄κανα μια στάση κάπου αλλού, πριν ή μετά ή ανάμεσα, αλλά Αύγουστος σήμαινε Ελλάδα, θάλασσα, φραπέ (σήμερα φρέντο), τσίπουρο κι όλα αυτά υπάρχουν μόνο στα πάτρια. Μόνο που στα πάτρια πια η ζέστη σκοτώνει και η τόση πολλή ζέστη σκοτώνει κι εμένα και την αφεντομουτσουνάρα μου! 

Η αλήθεια είναι πως έφυγα για μια βδομαδίτσα - καμία σχέση φυσικά με τις αράχνες στα ρολά- αλλά και καμία σχέση με διακοπές γιατί βδομάδα διακοπών δεν ήταν. Είχε κάτι από μετακόμιση, κάτι από ξενοδοχείο, κάτι από επίσκεψη και κάτι από τουρισμό! Παράξενη βδομάδα! Και το πιο παράξενο από όλα ήταν ότι ενώ ευρέθην εις την 3ην μεγαλυτέραν πόλην της γείτονος Γαλλίας, στην αρχή είδα κι έπαθα να βρω ένα κοψιδάκι όχι τουριστικό κι ένα κομματάκι ψωμί και όχι παντεσπάνι για να κόψω την πείνα μου και να παρηγορήσω την κούρασή μου! ΄Οσο παράξενο κι αν μας/σας φαίνεται δυστυχώς εις τας Ευρώπας δεν τρώει ο κόσμος σύμφωνα με το στομάχι του και την πείνα του. Και δεν αναφέρομαι στην κρίση. Αναφέρομαι στο ότι τρώει σύμφωνα με το ρολόι. Φυσικά και δεν είναι η πρώτη φορά που μου συμβαίνει αυτό ούτε κι η τελευταία αλλά κάθε φορά, όσο κι αν θέλω, να το χωνέψω δεν μπορώ! 

Μόνο που αυτή τη φορά...


΄Ομορφη πόλη, που κυλιέται στα νερά... αγκαλιά με το Ροδανό και το Σον... 

Στο Lugdunum, των Ρωμαίων, πολιτιστικών αντιπάλων των προγόνων μας και μεταξύ μας στη σημερινή Λυών, ανακάλυψα κάτι σπουδαίο! Που δεν το είδα πουθενά αλλού πριν! 

΄Οχι, δεν ανακάλυψα τα μικρά παραδοσιακά ταβερνάκια, τα περιβόητα λυονέζικα bouchons, αλλά κάτι μικρό, απλό κι εξυπηρετικό που έχει όμως απόλυτη σχέση μαζί τους. 

Εξαιρετική ιδέα για μένα αλλά και για όλους! Τα λυονέζικα  bouchons, τα ήξερα. ΄Ηξερα πως είναι  καταλληλότατα για όλα τα βαλάντια κι ακόμα πιο κατάλληλα για γερούς γευσιγνώστες και καλοφαγάδες που λατρεύουν όμως την απλότητα. Ατμοσφαιρικά και οικογενειακά, προσφέρουν σπιτική κουζίνα βασισμένη σε φρέσκα προϊόντα και υλικά και στην γαστριμαργική κουζινική παράδοση της περιοχής. Επ΄ευκαιρία, η λέξη bouchon μεταφράζεται ως μποτιλιάρισμα αλλά και ως βούλωμα. ΄Οπερ προφανώς στα bouchons, βουλώνεις την πείνα σου.  Ισπανιστί ίσως να μεταφράζεται τάπα(ς), τα γνωστά σε όλους, που μπορούν επίσης να εκληφθούν ως βουλώματα πείνας!

΄Εβρεχε και φυσούσε και στη Λυών. Σωρηδόν, κατά διαστήματα, λίγο, πολύ, απαλά, βάρβαρα. Σ΄αιφνιδίαζε ή σε προειδοποιούσε. ΄Αξαφνα συννέφιαζε, γρήγορα φόρτωνε, ξέσπαγε σε καταιγίδα, ημέρευε, ξαστέρωνε... 


΄Οπου στα  bouchons, βουλώματα ή ταπώματα -όπως θες πες το- της πείνας, έμπροσθεν και επί της βιτρίνας τους και επί λίαν εμφανούς σημείου υπάρχει αναρτημένος κατάλογος με τα πλησιέστερα εφημερεύοντα ταβερνάκια-bouchons! Ναι, ναι! 

Πως στην Αθήνα πας στο κλειστό φαρμακείο και βλέπεις πιο εφημερεύει πιο κοντά στη γειτονιά σου; ΄Ετσι!   

Μη γελάτε. Εκεί σε μας/σας τρώμε/τε και πίνουμε/τε ότι ώρα θέλουμε/τε. Εδώ στας Ευρώπας δυστυχώς, αν πεινάσεις εκτός ωραρίου, θα λυσσάξεις της πείνας εκτός κι αν χτυπήσεις κανένα κεμπάπ στο πόδι ή κάνα σάντουιτς στο δρόμο ή κάνα σούπερ-μάρκετ στο... τρέξιμο! Τα κεμπάμ καμία σχέση με τα δικά μας! Τα σάντουιτς χωρίς καμιά γαλλική φινέτσα, τα σούπερ-μάρκετ σαν τα δικά μας αλλά χωρίς φέτα!

Φυσικά η εφημερία έχει να κάνει με τις Κυριακές, τις γιορτές, τις αργίες και τις σχόλες αλλά -μην το ξεχνάμε- και με τον Αύγουστο!

Λοιπόν, στη Λυών σε περίπτωση Αυγούστου και δη  σιμά τις 15, βλ. όπως εγώ, εν Κυριακή, γιορτή ή σχόλη, τα παίζεις. Σιγά μη βρεις και φας! Αλλά... στέκεσαι στο πρώτο  bouchon που βρίσκεις μπροστά σου κι αν είναι κλειστό -τα περισσότερα είναι συνήθως ανοιχτά 7 επί 6 (συνήθως εκτός Κυριακής) ρίχνεις μια ματιά στη βιτρίνα και πετάγεσαι στο πλησιέστερο εφημερεύον ταβερνάκι! Και πας και τρως!!! Σαν άνθρωπος και σαν άρχοντας! Εκτός από τον Αύγουστο φυσικά! Και φυσικά πρέπει να συμπέσει να πεινάς κάτι μεταξύ 12 με 14 και 18 με 22!

Ξέχασα και να σας πω, για να μην αναρωτιέστε κιόλας, πως ντιλίβερι (νταλαβέρι;) και κατ΄οίκον διανομή στην Ευρώπη, δεν ευδοκιμεί διόλου!


     ΄Ομορφη πόλη...



     









Αύγουστος κι έβρεχε...
και βρέχει ακόμη...



Αύγουστος και με γυρίζει πίσω σ΄έναν άλλο Αύγουστο, αυτός στεγνός...
Γεροτσακούλι Αττικής ..

6-8 ξαδέρφια, 
3 ξαδέρφες, 
μια γιαγιά...
καμιά βρύση αλλά ένα βρυσάκι κρεμαστό...
καθόλου φως αλλά 2 λάμπες πετρελαίου... κι άντε να καθαρίσεις το γυαλί... 
μια γκαζιέρα...
ράντζα για τους μεγάλους
φερμένα φθαρμένα στρώματα για τους μικρούς... 
ένα τηλέφωνο κινητό...  παιχνίδι... 
ο καμπινές :)) στο βάθος του κήπου...
το λάστιχο εκτελεί χρέη ντους...
σιγά μην είχαμε φωτογραφική μηχανή...
Φασαριόζικα πάμε στο φούρνο το ταψί και για ψωμί, στη στάνη για το γάλα, στη βρύση για νερό, στη θάλασσα με το πόδι...

το επόμενο σπίτι στο χιλιόμετρο, η θάλασσα σε χλμ. 3...
και να μην παραπονιέται κανείς γιατί κουβαλάει το γάλα, γιατί φέρνει το ψωμί, γιατί φορτώνεται το νερό, γιατί τού βγαίνει η γλώσσα για να πάει στη θάλασσα...
και να τρελαίνεται από χαρά γιατί πηγαίνοντας στο μανάβη είχε δει το στρατιωτικό φορτηγάκι στην πλατεία να στήνει την οθόνη για το τζάμπα σινεμά...

και να ξεκαρδίζεται στα γέλια παίζοντας κρυφτό, πεντόβολα, μήλα και χαλασμένο τηλέφωνο...

και να κοιμάται νωρίς γιατί δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο πια μιας και δεν υπήρχε άλλο φως εκτός απ΄το φεγγάρι...

Και ρίχνει μια βροχή έξω...


Καλά σας βράδια

Ε.-
της Παναγίας στη Λυών

Πέρασε της Παναγίας
και του Σωτήρος...

του Αγίου Φανουρίου χθες, του ΄Αη Γιάννη του Ριγανά (ριγολόγου) αύριο και προσοχή γιατί νηστεία μεγάλη είναι...





Καλά τα bouchons αλλά μου έλειψαν τα βλίτα και τα σύκα...
1,45 ευρώ έχει εδώ έκαστον... είναι εκ Τουρκίας και είναι άχρωμο, άνοστο, άγευστο και απαράδεκτο!!!

Επανέρχομαι...



Από Αύγουστο χειμώνα κι από Μάρτη καλοκαίρι...

13 Ιουλίου 2014

Πάμε σαν άλλοτε...πάμε στο άλλοτε...






7 Ιουλίου 2014

Η οκά όπου κι αν πας, τετρακόσα δράμια έχει...

Καταιγίδα έξω και μαζεύτηκα! Και μάλιστα καταιγίδα γερή όπερ μετά δυνατού αέρος και μακρινών αστραπών! Κι όλα αυτά συνέβησαν σήμερα, δηλαδή μετά από πολύ καιρό καιρού ηλιοφώτιστου και ζεστού! Εν ολίγοις, καιρό για βόλτες και καφέδες και μπύρες είχαμε... που σημαίνει πως είχαμε -επιτέλους- κι εμείς καιρό για τραπεζάκια έξω! Αμ πως! Και καθόμουν όξω κι εγώ! Πώς λοιπόν να μην πέσει έξω το μαγαζί; Και ούτε και που θυμάμαι από πότε έχω να πατήσω το πόδι μου επί του παρόντος! Από κάποια άλλα "μαγαζιά" πάντως πέρασα κι έριξα μια ματιά! Πέρασα απ΄τα πιο αγαπημένα μου βρε αδερφέ, έτσι για να δω τι γίνεται, πως πάνε τ΄αφεντικά και πως τα περνάνε. Πέρασα να δω πως πάει ο "κόσμος"! Γιατί για να περάσω από όλα τα τοιαύτα μαγαζιά και μαγαζάκια του διαδικτύου, δεν γίνεται! Θα με πιάσει ζαλάδα, το κεφάλι μου, δυσφορία, φαγούρα, νεύρα, ακόμα και υπνηλία, κλπ., κλπ.
  
"΄Ασε με μωρέ γιαγιά... βλακείες είναι αυτά!"

"Μπρε...για διαόλου θηλυκό... μη μου μιλείς εμένα έτσι... κεφαλόπονο έχεις, βεντούζες θα σου ρίξω;... πάψε και σύρε  φέρε μου λίγο λάδι απ΄το καντήλι... και μη και σε ξανακούσω να μου λες "άσε με..." και βλακείες... αμ΄ παραπονιέσαι πως έχεις  βάρος στον καφά και δεν είσαι στα καλά σου... αμ΄ και ν΄ακούσεις δε θέλεις..."


"Τί ν΄ακούσω γιαγιά; Να με ξεματιάσεις θέλεις!"

"Μπρε κοκόνα μου καλή... ναι, να σε ξεματιάσω θέλω, να διώξω το μάτι... ν΄αλαφρύνει ο καφάς σου ... να συνεφέρεις... άκου με... ματιασμένη σ΄έχουνε... του διαόλου... κάποιος σε λιμπίστηκε... μα τις κούρλες σου μα το φρύδι σου μα το γέλιο σου... δύσκολο είναι; κακό πράμα το μάτι κόρη μου... άκου με και ΄μενα... ρίχνει κόρακα και σκάει άλογο το μάτι ... φέρε μου το λάδι,  άιντες... και μετά λέμε ότι ιστορίες θέλεις εσύ... άιντες φέρ΄το... "

"Το φοβάμαι το μάτι και τρέμω τη γλωσσοφαγιά... αυτά τα δυο μονάχα... για τους μαύρους κάτες, τσι σκάλες και τσι ανοιχτές ομπρέλες δε νοιάζομαι όσο κι αν τύχουν εμπρός μου... μπορεί να μου περνούνε απ΄το μυαλό όλα αυτά που μου ελέγανε για τους κάτες και τους καθρέφτες σαν ήμουνα παιδί... αλλά... Σους τώρα... "

"Φτου... φτου... φτου... φαγωμένη σ΄έχουνε, φαγωμένη... μπα, που να φάνε τα μάτια τους...  βλέπεις το μπρε πουθενά το λάδι;  εχάθη ολότελας...πιε τώρα το νερό... κατάπιε το... δε θα σου τρυπήσει την κοιλιά... άιντες και κουνήσου απ΄τη θέση σου... να το δεις κόρη μου...  σε λίγο ούτε βάρος θα ΄χει ο καφάς ούτε βάρος θα σε βαραίνει... το μάτι φέρνει τέτοια κόρη μου... βαρύ καφά, ύπνο και κούραση στα καλά-καθούμενα, δύσκολη ανάσα, ζαλάδα, αδυναμιά, πόνο στο στομάχι κι εμετικό ... φτου... "

"Αχ μωρέ γιαγιά... όταν μου λες για το μάτι, τους καθρέφτες, τις μαύρες γάτες κι όλα τ΄άλλα, τι να σου πω... εσύ καλά τα λες αλλά εγώ δεν τα πιστεύω!"  

"Δεν είναι βλακείες κόρη μου... δηλαδή μπορεί και μερικά από τούτα όλα που κουβαλώ στο μυαλό μου να ΄ναι παραξενιές και κουταμάρες αλλά εγώ μ΄αυτά μεγάλωσα... δηλαδή τι εγώ... όλοι τότες έτσι εμεγαλώσαμε... με τούτα και τ΄άλλα... μπορεί πια να είμαστε γέροι άθρωποι όλοι εμείς που μ΄αυτά αναθραφήκαμε αλλά ένα να βάλεις καλά στο μυαλό σου... το πιο βαρύ απ΄όλα τούτα είναι η βασκανία κοκόνα μου... όλοι την αποδέχονται κι όλοι την εφοβούνται... ανθρώπους έχει κάψει, ζωντανά έχει εξαλείψει, σπίτια έχει αφανίσει... όπως αφάνισε κι εμάς... πως να το πω αλλιώς... μας αφάνισε ο φθόνος...  βασκανία είναι ο φθόνος... είχαμε τα καλά μας, είχαμε τ΄αγαθά μας, είχαμε τον τόπο μας και τη χαρά μας και δεν έμειναν παρά αποκαΐδια... έμεινε δηλαδής ο τόπος μας μα σ΄άλλους... και κατά πως τα ξέρεις... πολλοί εχαθήκανε μα όλοι εξεσπιτωθήκαμε και σχεδόν όλοι εμαυροφορεθήκαμε... πάνε τα σπίτια, ο τόπος, οι χαρές... μας ήφαγε το μάτι ... το μάτι ήφερε τη φωτιά και το λεπίδι ... πως αλλιώς να στο πω δεν ξέρω... μας εφθονούσανε κόρη μου όλοι τους... φραντζέζοι, ολλαντέζοι, ντόπιοι κι ο κόσμος όλος... ο φθόνος έφερε το φιαρμό κι εκεί που εκαλλιεργούσαμε τη γη κι εμπορευόμαστε κι επροοδεύαμε... πάει... στράφι οι κόποι, στράφι η πρόοδος... αμ, να ΄σου τα μεγάλα σχολειά, να ΄σου δώθε-κείθε εκκλησιές με τα καμπαναριά ως τον ουρανό ψηλά, να ΄σου τα τα χωράφια, οι σοδειές και τα εμπόρια... δε θέλει και πολύ ο άθρωπος για να ζηλέψει κι ούτε πολύ θέλει ο φθόνος ν΄απλωθεί... εμείς εστήναμε οικογένειες και σπίτια... χωρίς να κοιτούμε γύρω μας...εμείς δεν εκοιτούσαμε, αυτοί μας εκοιτούσαν... με μισό μάτι... έτσι ήρθενε κι έγινε... εχαιρόμαστε κι ετραγουδούσαμε και μετά... ε, μετά... τίποτα... στάχτη και μπούλβερη εγίνηκαν όλα... μας ήφαγε το μάτι... στραβομουτσούνιασες; δεν σ΄αρέσουν αυτά που σου λέω ε; σ ΄αρέσουν, δε σ΄αρέσουν, έτσι είναι... το μάτι τρώει και το σπίτι, και το σκύλο και το νοικοκύρη... τι τα θες, τι τα γυρεύεις... ντουνιάς και κόσμος και ξένοι και δικοί κι άγιοι κι ιερείς και κλήρος... ουδείς απαρνείται το φτιαρμό... κι όσο κι αν μας επροστατεύει ο Μεγαλοδύναμος -κατά πως τα λέει η εκκλησιά και το βαγγέλιο- μωρ΄άλλο τόσο παπάδες κι οι άγιοι, φυλάνε τα ρούχα τους... κι όλο σε συμβουλεύουνε να προστρέξεις στο ξεμάτιασμα... δουλειά του Σεϊτάνη είναι το μάτι... ο δαίμονας του φθόνου μπαίνει στον άθρωπο και τον εκάμει να ματιάζει... ο φιαρμός θέλει διώξιμο...  θες βρίσκεις παπά να σου διαβάσει την ευχή και να σου τον επάρει, θες βρίσκεις ανοιχτή ή ξεματιάστρα... και πάντως και σου το λέω να το ξέρεις, στον ύπνο, δεν πρέπει να πας με το κακό μάτι πάνω σου... σκασμό μπορεί να σου φέρει... έτσι το ΄χαμε εμείς στον τόπο μας... έτσι μου έμεινε κι εμένα... και το κονάκι μας το προστατεύαμε κρεμώντας πλεξάνες σκόρδα... "

"Μην πάρεις στο κρεββάτι το μάτι... ήλεγε ο πάππος μου... διώξε το όσο πιο ογλήγορα γίνεται, να ΄σαι ήσυχος...  αφίετε τους παπάδες να λένε για ευχές και διαβάσματα... κι άμετε να ξεφιαρμιστείτε... αυτοί καλά το λένε από τη μεριά τους πως το ξεμάτιασμα που κάνει ο καθείς δεν είναι κι ότι πρέπει και πως δεν έχει αντίκρυσμα αλλά ας πάνε να το πούνε αυτοί στον καθένα... να δούμε τι θα πει και ο καθείς μετά... κι αν βρούμε κι αν βγάλουνε άκρη εμένα να μου τρυπήσεις τη μύτη...  άκρη και  ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο..."... έτσι ήλεγε...

"Γιαγιά μου, γιαγιά μου, εντάξει, το παραδέχονται όλοι, αλλά πως το εξηγούνε; Εξηγείται; Εσύ τι λες; "

"Μπρε συ... φθόνος είναι... φθόνος και ζηλεία... που ΄ρχεται και κάθεται απάνω σου και σε λιώνει και σε βαραίνει... έτσι εξηγείται... ακόμη κι ο διδάσκαλος μάς το ήλεγε... "οι αρχαίοι ημών πρόγονοι επίστευον εις τη βασκανίαν κι εζωγράφιζον δύο μαύρους οφθαλμούς, εν είδει φυλαχτού, διά την αποβολήν της... οι δύο ούτοι μαύροι οφθαλμοί εμφανίζονται ζωγραφισμένοι κυρίως επί αγγείων πόσης... " ήλεγε κι άλλα τέτοια αρχαία για το μάτι που δεν τα θυμούμαι πια...ήλεγε πάντως πως οι αρχαίοι εφτύανε στον κόρφο τους διά να αποτάξουν το οφθαλμίζειν και πως εχτύπααν και ξύλο... ε, άμα τα ήλεγαν και τα έκαμαν όλα αυτά οι αρχαίοι που τους εθαυμάζουμε μέχρι σήμερα... άιντε εσύ τώρα να μην τα πιστέψεις... γι΄αυτό σου λέω μπρες... μην το κοροϊδεύεις το μάτι...    "

"Κι ο πάππος μου; Αμ κι ο πάππος μου τα ίδια ήλεγε... όχι στα αρχαία... εκείνος τα ήλεγε απλά όπως τα είχενε δει και μάθει... σου λέω για τον πάππο μου γιατί αυτός ήτο, το ξέρεις δα, που είχε ταξιδέψει κι είχενε δει πολλά με τα μάτια του... δεν είναι ψέμματα... όλοι εσέβοντο τη γνώμη του και συχνά την εζητούσαν...  για το κακό μάτι λοιπόν ήλεγε πως απ΄όπου κι αν επέρασε, το ήβρηκε εμπρός του... που ήθελε να πει... πως όλοι οι αθρώποι του ντουνιά επιστεύανε στο μάτι... το εγνωρίζανε, το παραδεχόσαντε και το ξορκίζανε... άλλοι με θυμιατά, άλλοι με κεριά κι άλλοι μ΄αλάτια και φυλαχτά, πάντως το εξορκίζανε... άκουε να δείς... τώρα που το θυμούμαι... ... η νενέ μου το εξόρκιζε με το λάδι ή τ΄άλατι... η αννέ μου με το "πάτερ ημών"... ο πάππος μου όμως το εξόρκιζε με το κάρβουνο... αχ... ο Θεός να τον αναπάψει, ήλεγε πολλά και διάφορα... εμιλούσε γι΄αυτούς που εφοβόσαντε την κακή Τρίτη ενώ άλλοι εφοβόσαντε την Παρασκευή... άλλοι ετρέμανε το 13... άλλοι το 4... άλλοι εφέρανε πάνω τους χαϊμαλιά, άλλοι φυλαχτά... όλοι φοβούνται κάτι κόρη μου... κι αυτό το κάτι το ξορκίζουνε... Τρίτη ήτο κι η μέρα που ήπεσε τότες η Βασιλεύουσα; βλέπεις το; Τρίτη ήτο...

"΄Ηλεγε ακόμη... πως απανταχού εσυναπάντησε τα μάγια... μαύρα λέει κι άσπρα... τα μαύρα είναι των κακών αθρώπων... και κατ΄εμέ, τ΄άσπρα δεν υπάρχουνε... τ΄άσπρα δεν είναι μάγια... άκου άσπρα.... άσπρα είναι οι ευκές κόρη μου που δίνεις απ΄αγάπη σε κάποινε... μόνο ας αφήσουμε τα μάγια τώρα... μπρε τι ξεστόμισα... δεν είναι για σένα αυτά... ούτε είναι η ώρα...σάμπως όμως δεν είχαμε τέτοια στη Σμύρνη... είχαμέ τα και παρείχαμε τα... και είδαμέ τα... σε καλό δε βγαίνουν αυτά... ούτε να ρωτήσεις... ούτε να το σκέφτεσαι... "

"Καλά γιαγιά... μόνο που..."

"Σους... 

"Εντάξει, εντάξει"! Πες μου τότε, πως ξεμάτιαζε ο πάππος σου με το κάρβουνο! Δηλαδή, πώς με το κάρβουνο;"

"΄Ακου... ήπιανε τρία κάρβουνα... εμουρμούριζε κάτι κι ύστερα τα ήριχνε στον κουβά με το νερό... αν επατώνανε και τα τρία, ήσουνα φτιαρμισμένος... αν δεν επατώνανε, δεν είχες μάτι... είχενες άλλο πράμ... τώρα, από που το είχενε φερμένο αυτό δεν ξέρω... ούτε συνάντησα ποτέ άλλο άθρωπο που να εξεμάτιαζε έτσι... εμείς εγελούσαμε σαν το ήκαμε μα εκείνος εθύμωνε... μια φορά ήπιασε το Γιώργη μας, στα 10 ήτονε... στα 11... τον είδενε να πετάει κάρβουνα σ΄ένα κουβά ανοιγοκλείοντας το στόμα του χωρίς φωνή κι άσε... εγίνηκε...μπαρούτι γίνηκε... βλέπεις, ήνιωσε κοροϊδεμένος... εθύμωσε τόσο πολύ που εσκαμπίλησε το Γιώργη... κι ήτονε ο μόνος που εσκαμπίλησε ποτές ο παππούς ... ξεροί εμείναμε όλοι μας... μέχρι τότες ποτές δεν είχενε σηκώσει το χέρι του πάνω μας... ποτές πριν... ξέρεις όμως πως κι ο Γιώργης μας ποτές δεν το εξέχασε και ποτές δεν το εχώνεψε; ... αφού κι ο Μήτσος μας σαν ήθελε καμιά φορά να τον επειράξει τού εθύμιζε το σκαμπίλι του παππού.... εκείνο το μοναδικό σκαμπίλι... τούρκος εγινότανε κάθε φορά ο Γιώργης... τούρκος μέχρι τότες που ήφυγε για την Αμερική... ελιποτάκτησε ο δόλιος το ΄17 για να γλυτώσει το τούρκικο στράτευμα... τότες ήταν που ετέλειωσαν και τα παιγνίδια και τα πειράγματα με το Γιώργη... χρόνους και χρόνους κάμαμε για να τον ξαναειδούμε... ήρθενε και μας συναπάντησε στην Αθήνα κοντά παππούς... ήρθενε και κλάψαμε μαζί... βλέπεις δεν ήτο μαζί μας σαν εκλαίγαμε  τότες για τον τόπο μας... ααααχ... και δεν είχενε δει  και την κατάντια μας... τι να πει κανείς... ολονώνε η ζωή έχει πάνω-κάτω... λίγο πάνω, λίγο κάτω, όλα βολεύονται... μόνο εμάς... μας ήβρηκε ένα κάτω που ήτο ανήμερο... και το πάνω ακόμη να το ειδούμε καλά-καλά... εξεχάστηκα πάλι όμως με τα παλιά και τα δύσκολα... "

"Λοιπόν, σαν ήρθε που λες, ήτο κύριος, νοικοκύρης με φαμίλια, με απογόνους... δεν εγνωρίζαμε κανένα τους... μήτε τη γυναίκα του μήτε τ΄ανίψια μας, μήτε τον τόπο τους... μα τους αγαπούσαμε... ήτονε του Γιώργη μας! Σε μεγάλο καλό τού ήβγηκε η "λιποταξία"... γλύτωσε το γιαγκίνι, τον ξεσπιτωμό... τον ξεπεσμό μας σε τούτο τον τόπο, το χάλι μας... ήκλαιγε και ήλεγε πως μας εκαταλάβαινε γιατί σε ξένο τόπος ήτονε κι αυτός...δίκιο είχενε... μόνος του αντριεύτηκε, μόνος του πορεύτηκε, μόνος του νοικοκυρεύτηκε... πάλι καλά που έδωσε ο Θεός και τον ξανάδαμε... μόνο η αννέ μου, η δόλια η μάνα του δεν τον ξανάειδε ποτές... παλικαράκι τον είχενε πάντα στο μυαλό της μέχρι που μετοίκησε στα ουράνια... Να ΄μαστε καλά, είπενε πως θα έρθει και φέτος... να τον ειδώ ακόμα μια φορά πριν μετοικήσω κι εγώ...  αχ... τι ελέγαμε μπρε κόρη μου... εξεχάστηκα πάλι στα δικά μου..." 

"Μην λες τέτοια μωρέ γιαγιά σε παρακαλώ. Δεν θα μετοικήσεις και δεν θα πας πουθενά. Θα τον δεις και θα τον ξαναδείς και να μην στεναχωριέσαι.  Για τα ξεματιάσματα λέγαμε. ΄Ελεγες πως η νενέ σου, ξεμάτιαζε με το αλάτι, ο παππούλης σου με τα κάρβουνα, εσύ ξεματιάζεις με το λάδι. Ποιό είναι πιο καλό; Το λάδι, τ΄άλάτι ή τα κάρβουνα; Η μαμά μου πάντως μια φορά που την είδα να με σταυρώνει και τη ρώτησα τι κάνει, μου είπε πως με ξεμάτιαζε. Και τη ρώτησα πως ξεματιάζει και μου είπε πως λέει, από μέσα της, το τροπάριο των Αγίων Θεοδώρων."




"Κοκόνα μου, τι να σου πω... χίλιοι τρόποι υπάρχουνε... κάθε άθρωπος έχει τον εδικό του... κάθε τόπος άλλονε... εγώ τώρα να σου πω,  ξέρω καλύτερα τα δικά μας... δηλαδή ότι ελέγαμε κι επράταμε εμείς...  ελέγαμε πως το μάτι σε πιάνει σαν είσαι καλός κι αγαθός κι αγαπητός... σαν όλοι σ΄αγαπούν και σε θαμάζουν... μετά λέγαμε πως πιοτερο ματιάζουνε οι τσακίρηδες κι οι σμιχτοφρύδηδες... πως... ναζάρ το ελέγανε στη Σμύρνη οι ντόπιοι το μάτι... κι εφτύανε κι αυτοί κι ήλεγον μάασαλα..." 

"Το λες κι εσύ γιαγιά το μάασαλα! Αλλά, για πες μου, οι τσακίρηδες ποιοί είναι; Είναι τούρκοι;" 






"Οι ανοιχτοχρώματοι είναι μπρε... οι γαλανομάτηδες... οι διαφορετικοί... δεν είχενε πολλούς με μπλάβα μάτια τότες... και το βρίσκανε οι άθρωποι παράξενο να ΄χει κάποιος τέτοια μάτια... και το παράξενο φοβίζει... γι΄αυτό και τους εφοβόντανε τους τσακίρηδες... εφοβόντανε τα μάτια τους... μόνο κάτι ξένους που ήρχοντο πότε-πότες στα Βουρλά θυμούμαι να έχουν μπλάβα μάτια... κι εκείνον τον Κεμάλ -που κακό χρόνο να ΄χε- αχ... όσες φορές τον είδα, εφοβήθηκα... σε φωτογραφίες κόρη μου τον είδα κι εφοβήθηκα... αυτουνού δεν ήτονε μπλάβα τα μάτια του... παγωμένα ήτονε...σαν του αποθαμένου φάνταζαν... 
άμπα όχι παγωμένα... θανατερά... θάνατο έκρυβαν... μπρε αυτός ήτο που μας φθόνισε... αυτός και πιότερο απ΄όλους... εζήλεψε την προκοπή μας και τ΄αγαθά μας... και μας θανάτωσε... βλέπεις... είχανε δίκιο οι άθρωποι που φοβόσαντε τ΄αλλιώτικα μάτια... φοβόσαντε λέει οι ντόπιοι τους τσακίρηδες... μόνο αυτόν δεν εφοβήθηκαν; ... στραβοί και στραβωμένοι τον ηκολούθησαν αλλοπαρμένοι... μάγια τους είχενε κάμει; ... πίσω μου είναι πια όλα αυτά μόνο που δε μπορώ να τα ξεχάσω... γυρίζω πίσω, στεναχωριέμαι, σπαράσσει η ψυχή μου... ε και ... παρασύρομαι και καταριέμαι... δεν το θέλω κόρη μου... το μίσος δε βγάνει πουθενά... ούτε το δίκιο μας θα βρούμε ούτε οπίσω θα γυρίσωμε... άδικος κόπος... το μίσος σε μίσος βγάνει... " 

"Να πες πως γι΄αυτό φορούμε και τη γαλανή την πέτρα... δεν ομοιάζει με το αμάτι;  Είναι δηλαδή σα να τους ελέμε... κοιτάτε, έχω κι εγώ γαλανό το μάτι, όχι μόνο ΄σεις... δεν μπορείτε να με ματιάσετε... ξορκίζεις το μάτι με τ΄αμάτι... η αλήθεια είναι πως εκεί, εσυνηθίζανε πιότερο οι ντόπιοι τις γαλανές πέτρες με τη μαύρη βούλα... εμείς εσυνηθίζαμε τα φυλαχτά... τα εφέραμε ραμμένα και κρυμμένα πάνω μας... μέσα εβάναμε ένα κομματάκι μπαμπάκι βρεμμένο στο λάδι του καντηλιού της εκκλησιάς κι ένα τόσο δα ξύσμα Τίμιο Ξύλο απ΄τα Ιεροσόλυμα... τα εφέρανε κοντά στην καρδιά κι ήτονε τα καλύτερα... 
φυλαχτό ήτονε κι οι σταυροί και συχνά εφέραμε πάνω μας το βαφτιστικό μας σταυρό κι ήφτανε... φυλαχτά ήσαντε κι ο ΄Αι Γιώργης κι η Παναγιά... ο καθείς έφερε πάνω του το δικό του φυλαχτό και άγιο... άλλοι τα εφτιάχανε, άλλοι τα αγοράζανε, άλλοι τα επαραγγέλνανε στους ανοιχτές και τις ξεματιάστρες... στα μωρά με τη γέννηση εφορούσανε απαραιτήτως φυλαχτό... και καλού-κακού εκρεμούσανε κι ένα στην κούνια... μια φορά ερώτησα τη νενέ μου που εβρισκότανε τόσο Τίμιο Ξύλο για όλα αυτά τα φυλαχτά αλλά σήκωσε το χέρι δείγμα πως ήταν έτοιμη να με καταχερίσει και με αγριοκοίταξε τόσο και  που δεν τόλμησα να ξαναρωτήσω ποτέ πια..."

"΄Οσο για το ξόρκι της βασκανίας, χιλιάδες λεγόσαντε... ο καθείς ήξερε κι άλλο... εμείς δεν το ελέγαμε ξόρκι αλλά ευχή... ελέγαμε πως η ευχή ήπρεπε να πάει από άντρα σε γυναίκα που ΄χει γίνει μάνα... ήπρεπε να μεταβιβαστεί από τον ένα στον άλλο, το βράδυ Μεγάλης Πέμπτης μοναχά... τα μωρά δεν ήπρεπε να ξεματιαστούν πριν σαραντίσουν γιατί ειδάλλως μεγαλώνοντας θα τα ήπιανε ακόμη περισσότερο το μάτι... το λάδι καλά θα ΄ταν να ΄ταν απ΄το καντήλι... φχαριστώ δε λες ποτέ σα σε ξεματιάσουνε... εφτύναμε 3 φορές τον ματιασμένο... δεν τον εφιλούσαμε... και σαν τελείωνες... το ήνιωθες αν κάποιος ήτονε ματιασμένος... άλλοι ελέγανε πως ήτο σαν εμπέρδευαν λέγοντάς τα τα λόγια της ευχής... κι άλλοι, σαν μετά την ευχή, εχασμουριόσαντε κι εδακρύζανε... 9 σταγόνες λάδι θέλεις που τις ρίχνεις μια-μια μες το νερό... 3 κάρβουνα, ένα πιάσιμο αλάτι... ένα μαντήλι ή πεσκιράκι... άλλοι λιβανίζουν, άλλοι... όλοι μα όλοι πάντως λένε πως το ξεμάτιασμα δε δέχεται καμία πλερωμή... γίνεται αφιλοκερδώς γιατί αλλιώς αλίμονο του ξεματιαστή... χάνει και χάνεται η δύναμη απ΄το ξόρκι... ούτε καν ευχαριστώ, ούτε καν ένα "αβγό"... δε σηκώνει... τι άλλο να σου πω κόρη μου... "


"Και να ΄ταν μόνο το μάτι... είχαμε και λέγαμε και κάναμε κόρη μου τόσα παράξενα κι ανεξήγητα που το μάτι κι η βασκανία δεν είναι τίποτα μπροστά τους... Θες να σου πω; Για παράδειγμα η νενέ μου μου έλεγε πως δε δίνεις σαπούνι, ψαλίδι ή μαχαίρι στο χέρι, πως δεν κάνει τα παπούτσια να μείνουν τούμπα,  πως σα χάσεις κάτι καρφώνεις το Σεϊτάνη (που στο αφήρεσε) καρφώνοντας ένα μαχαίρι στο χώμα, πως Τετάρτη και Παρασκή τα νύχια σου δεν κόβεις και Κυριακή δε νίβεσαι σα θέλεις να προκόβεις... πως αν ακούσεις ή δεις κάτι ή φοβηθείς πως θα σε ματιάσουνε ή πως κάτι θα σου πάει άσκημα, κοιτάς στον ουρανό ... για να "καταπιεί" ο ουρανός το κακό ή το μάτι... για να σου πάει καλά η μέρα, σαν ξυπνήσεις το πρωί κοιτάς στον ουρανό σταυρωτά... "

"Πες μου γιαγιά το ξόρκι, να μάθω κι εγώ να ξεματιάζω!"

"Αφού είπαμε μπρε... πρέπει πρώτα να γίνεις μάνα, πρέπει να το πάρεις από αρσενικό... τίποτα δεν ήκουσες απ΄αυτά;"

"Τ΄άκουσα αλλά πρέπει να περιμένω πολύ!"

"Ε, θα περιμένεις... τι να κάνουμε... δε γίνεται δα κι αλλιώς... μόνο να... άκου... μπορείς να σταυρώνεσαι 3 φορές και να λες Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά... ή σα θέλεις να βοηθήσεις κάποιον να τον σταυρώνεις 3 φορές και να λες... Αγία Ειρήνη, ειρήνεψέ τον και Παναγιά μου Περασιά, πέρασέ το το κακό στο νερό, στον ποταμό, στη θάλασσα, στο μαύρο πάτο... ή λέγε 3 φορές το Πάτερ Ημών... αυτά μού είπανε κι εμένα τότες αυτά σου λέω κι εγώ... το ξόρκι δε μπορώ να στο περάσω κοκόνα μου... ούτε ξέρω άλλο πράμα να σου πω... μονάχα περίμενε... θα το μάθεις κι εσύ όπως όλοι..."  


Καλά σας βράδια

Ε.-


Αχ βρε γιαγιά, θυμάμαι πως πρέπει να τραβάω τα μαλλιά μου μέχρι να δω καρέκλα αν τύχει και μου τύχει να δω σκοτωμένο ζωντανό στο δρόμο, αλλά τι μπορεί να μου τύχει, μετά άνευ τραβήγματος του μαλλιού, καθόλου μα καθόλου δεν θυμάμαι! 


Αντίθετα θυμάμαι που έλεγες ότι αν κάποιος καθρεφτίζεται στη μέση της νύχτας, τα μεσάνυχτα, σε όρθιο καθρέφτη, πέφτει σε γρουσουζιά κι έπεται μεγάλο κακό. ΄Ελεγες πως μπορούσε να φέρει ακόμα και θάνατο. Κι ακόμα έλεγες, πως υπήρχε φόβος να δει αυτός ο κάποιος, τον ίδιο το  "θάνατό του" ! 

Ε λοιπόν, εγώ μεσάνυχτα, δεν καθρεφτίστηκα ποτέ! Κι ούτε θα καθρεφτιστώ!
Ας έρθει χωρίς να έχουμε πιάσει γνωριμία... από πριν!



ΚΥΡΙΕ ο Θεός ημών, Ο Βασιλεύς των αιώνων, ο παντοκράτωρ και παντοδύναμος,
ο ποιών πάντα και μετασκευάζων μόνω τω βούλεσθαι ο την επταπλάσιον κάμινον
και την φλόγα την εν Βαβυλώνι εις δρόσον μεταβαλών, και τους αγίους Σου
τρεις Παίδας σώους διαφυλάξας ο ιατρός και θεραπευτής των ψυχών ημών
η ασφάλεια των εις σε ελπιζόντων σου δεόμεθα και σε παρακαλούμεν, απόστησον,
φυγάδευσον και απέλασον πάσαν διαβολικήν ενέργειαν, πάσαν σατανικήν έφοδον
και πάσαν επιβουλήν, περιέργειάν τε πονηράν και βλάβην και οφθαλμών βασκανίαν
των κακοποιών και πονηρών ανθρώπων από τον δούλο Σου (τούδε) και
ή υπό ωραιότητος ή ανδρείας ή ευτυχίας ή ζήλου και φθόνου ή βασκανίας συνέβη,
αυτός φιλάνθρωπε Δέσποτα, έκτεινον την κραταιάν Σου χείρα και τον βραχίονα Σου
τον ισχυρόν και ύψιστον, και επισκοπών επισκόπησον το πλάσμα Σου τούτο,
και κατάπεμψον αυτώ Άγγελον ειρηνικόν, κραταιόν ψυχής και σώματος φύλακα,
ος επιτιμήσει και απελάσει απ' αυτού πάσαν πονηράν βουλήν, πάσαν φαρμακείαν
και βασκανίαν των φθοροποιοών και φθονερών ανθρώπων ίνα υπό σου ο σος ικέτης
φρουρούμενος, μετ' ευχαριστίας ψάλλη σοι. «Κύριος εμοί βοηθός, και ου φοβηθήσομαι
τι ποιήσει μοι άνθρωπος» και πάλιν. «Ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ' εμού ει»
ότι συ ει ο Θεός, κραταίωμά μου, ισχυρός εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του
μέλλοντος αιώνος. Ναι, Κύριε ο θεός ημών, φείσαι του πλάσματος Σου, και σώσον
τον δούλον Σου από πάσης βλάβης και επηρείας της εκ βασκανίας γινομένης,
και ανώτερον αυτόν παντός κακού διαφύλαξον πρεσβείαις της υπερευλογημένης,
ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, των φωτοειδών
Αρχαγγέλων, και πάντων Σου των Αγίων. Αμήν.



Μάτια στενά
και χείλη στεγνά...
να τα φοβάσαι κόρη μου...
να τα φοβάσαι...
γιατί... κακό άθρωπο κρύβουν...

16 Μαΐου 2014

Δεν ξυπνάει το χωριό... αν δεν κράξει πετεινός







Ο καθένας στο σπίτι του, ο Θεός σε όλα...

΄Εφτιαξε ο καιρός σήμερα. Τόσες μέρες έβρεχε...

Και πέρασε το Πάσχα κι η Λαμπρή, πέρασε και μια βδομάδα ακόμα και μια μισή και κάτι ακόμα και να ΄μαι πίσω πάλι στην οικία του σπιτιού μου. Πολλά έγιναν και κύλησαν στο ενδιάμεσο, αλλά κράτησα τα της αρχής και τα του τέλους τους των απρογραμμάτιστων διακοπών μου!

Κι ήταν η αρχή όμορφη. Πρώτον γιατί στο τελείως έξαφνο βούτηξα ένα αερόπλανο κι εκεί που δεν το περίμενε κανείς -ούτε κι εγώ- την έκανα για τα πάτρια. Μα μου την έδωσε που ΄φυγαν όλοι οι καλοί κι αγαπημένοι κι έμεινα ολότελα μόνη στην ξενητειά! Πώς να γιορτάσεις ολομόναχος το Πάσχα μού λες; Δεύτερον γιατί στα πάτρια θα γιόρταζα επιτέλους Λαμπρή μετά από πολλά χρόνια! Και τρίτον γιατί είδα πάλι όλα αυτά τα όμορφα κι αγαπημένα "πάτρια"! Στο ενδιάμεσο είδα και κάμποσες -αναπόφευκτο- ασχημοσύνες, που προς το παρόν τις αφήνω στην άκρη. Προς το παρόν, είπα! 

΄Αφιξη κι εγκαταλείπω το αεροπλάνο πλήρης ανησυχιών με κυριοτέρα αυτή της συκωταριάς για την μελλούμενη μαγειρίτσα! Αμ πως! Με το κλείσιμο του εισιτηρίου, έφυγε μέιλ με τίτλο "αδερφέ φτάνω", συνημμένο το εισιτήριο και στο κυρίως κείμενο, βεβαίως-βεβαίως, τα χρειαζούμενα για τον λαμπριάτικο τέντζερη! Ο Ελ Βενιζέλ, στη θέση του, σχεδόν άδειος - Μεγάλο Σάββατο γαρ- ο αδερφός μου, στη θέση του κι αυτός και τα χρειαζούμενα εν αναμονή στο σπίτι, σχεδόν έτοιμα! 

Σίγουρα δεν θα είχαμε σπιτικά κόκκινα αβγουλάκια αλλά του εμπορίου, σίγουρα γιοκ σπιτικά κουλουράκια και τσουρέκια σμυρνέικα, ε, να μην έχουμε και μαγειρίτσα; Η γειτονιά άδεια, δίχως κίνηση, θόρυβο, αυτοκίνητα, μού μοιάζει εγκαταλειμμένη. Από προκατάληψη δεν θα πω, πεθαμένη. Μπαίνουμε σπίτι, παρατάω τη βαλίτσα, πετάω τα παπούτσια και τίθεμαι επί του έργου. Σε λίγο το σπίτι μοσχοβολάει "σπίτι"! Σπίτι που δεν στέλνει αρώματα κουζίνας, τσιγαρισμένο κρεμμύδι, ψάρι τηγανητό, βανίλια, κανέλα ή μαχλέπι ή ρίγανη ακόμη κι απορρυπαντικό ή μαλακτικό, σαπούνι, λίγη χλωρίνη βρε αδερφέ, κάτι δεν πάει καλά! Κάτι του λείπει, δεν ζει, δεν γιορτάζει!  Η ώρα περνάει χωρίς να το καταλάβω παρά μόνο τη στιγμή που ο αδερφός μου ρωτάει: "Θα πάμε εκκλησία;". "Εγώ θα πάω!"

Βγαίνω απ΄την κλειδωμένη εξώπορτα στο δρόμο όπου δεν υπάρχει ψυχή. Αναρωτιέμαι αν είναι καλή ιδέα να πάω μόνη μου αλλά δεν το βάζω κάτω. Μετά τα πρώτα βήματα ακούω κάποιες πόρτες που ανοίγουν,  ομιλίες μεγάλων χαμηλόφωνες κι ανυπόμονες παιδικές φωνούλες. Η γειτονιά ζωντανεύει και σαλεύει απαλά. Στο δρόμο, μπρος-πίσω μου, χύνονται σιωπηλές σκιές. Είναι όλοι αυτοί που δεν έφυγαν και που δεν είδα φτάνοντας και που περίμεναν πίσω από τις κλειστές πόρτες να κυλήσει η ώρα και να φτάσει η στιγμή!

Ο αέρας -χωρίς τ΄αυτοκίνητα- μοσχοβολά νεράντζι, μαγειρίτσα και ελαφρώς αρνάκι ψητό!
Περπατάω αργά-αργά απολαμβάνοντας τις στιγμές. Μου λείπουν πολλοί. Η μαμά μου, ο μπαμπάς μου, η νενέ μου, οι γιοι μου. Αγοράζω λαμπάδα από την παρακείμενη "γύφτισσα" και πλησιάζω στην εκκλησία. Σκέτη απόλαυση οι ανήσυχες σκιές στο σκοτάδι, στιγμές πριν το "Λάβετε φως". Σκέτη απόλαυση οι καμπάνες που τρελαίνονται, το "Χριστός Ανέστη", τα φιλιά που ανταλλάσσει ο κόσμος, οι στρακαστρούκες, τα χρωματιστά πυροτεχνήματα! Μου λείπουν πολλοί!

Χριστός Ανέστη!



"Κόρη μου, καλά ΄ναι όσα λένε οι γραμματιζούμενοι μα πιο καλός ακόμα ο ΄Υψιστος... Αν δεν ήτονε κι αυτός να μας κρατά... σκληρή θα ήτονε η ζωή κι άγριος ο ντουνιάς... ο παππούλης μου ήλεγε πως όπου κι αν είχενε πάει... κι είχενε φτάσει σε κάμποσα μέρη... ολούθε οι αθρώποι επιστέβγανε στο Θεό... ο καθένας βέβαια επίστεβγε στο δικό του Θεό μα όλοι επιστέβγανε κάπου... κι ο διδάσκαλός μας στο σχολειό τα ίδια μάς ήλεγε... ήλεγε πως ο άθρωπος πάντοτε πίστεβγε στους θεούς... και τους εφοβότανε και τους υπηρετούσε... "εκ της αρχαιότητος" έτσι ήλεγε... μας ήλεγε ακόμα πως ο δικός μας Θεός ήτονε ο πιότερα καλύτερος... τώρα γιατί ήτονε ο δικός μας ο καλύτερος δεν το εκατάλαβα ποτέ καλά... κάλλιο να ΄λεγε πως ο Θεός είναι ένας... δηλαδή το ΄λεγε μα το ΄λεγε αλλιώς... μα για όλους-όλους τους αθρώπους ένας είναι βρε άθρωπε... του καθενός ο εδικός του... γραμματιζούμενος ήτονε, αλλιώς ήπρεπε να μας το λέει... ένας χωρίς όνομα... κι άμα ήτονε ένας θα ήντονε όλοι ευχαριστημένοι ... άμα το ελέγανε έτσι οι γραμματιζούμενοι δε θα τσακωνόσαντε αναμετάξυ τους ούτε αυτοί ούτε οι αθρώποι του κόσμου... για όλους ένας είναι ο Θεός... ίδιος για όλους... ε και... ας τον ελατρεύαμε διαφορετικά κι αλλιώτικα κι όπως δύναται ο καθείς..."


"΄Ολοι κι ολούθε τα ίδια λέμε... πως Εκείνος τα ορίζει, πως Εκείνος τα ξέρει όλα, πως Εκείνος  τα κάμει... πως μας εβλέπει και μας εδοκιμάζει μα και πως μας συχωρεί και μας βοηθά... μωρέ άκου που σου λέω... ακόμα κι αυτοί που λένε άλλα... πως δεν υπάρχει, πως δεν ακού και πως δεν θωρεί, σ΄Αυτόν προστρέχουν... όλοι σ΄Αυτόν προστρέχουμε σαν τα ΄βρουμε ζόρικα και σαν γυρίσουν τ΄ανάποδα... σε αρρώστιες τον επαρακαλούμε... σε δυστυχίες τον εφωνάζουμε...  και σαν περνούμε καλά τον εξεχνούμε...  δε σου λέω εγώ να τρέχει ο καθείς συνέχεια στις εκκλησιές και στις εικόνες... έχει και δουλειές ο άθρωπος που τρέχουνε και τον ετρέχουνε και τον εδιαφεντεύουν... για να τα παρατεί και να γονυπετεί μονάχα... πρέπει να ΄χει πολλούς παράδες ή μεγάλη λόλα... άμα έχεις χέρια, πόδια, μάτια και μυαλό και δουλεύουν σωστά... καλά ΄ναι να τον τιμάς με μέτρο... σα τρέχεις συνέχεια είναι σα να Τον κοροϊδεύεις... κι αυτόν και τους αθρώπους...  μα και να τα περιμένεις όλα από κείνον δεν είναι πρέπον... ούτε πολλές-πολλές γονυκλισιές χρειάζονται, ούτε πολλές-πολλές μετάνοιες... μα όχι και καθόλου... πάντως άμα συμπονάς, συγχωράς και δίνεις είναι σαν να επήγες στην εκκλησιά και καλύτερα ακόμα και... φτάνει Του... Τον υπηρέτησες κι είναι ευχαριστημένος... κι είσαι κι εσύ κι αυτός που έλαβε από σε κι ο κόσμος όλος... έχε το Θεό εκεί στα ψηλά κόρη μου... δεν πιάνει χώρο... δε σε ζορίζει, δε σε στεναχωρεί... άλλοι απ΄τα χαμηλά σε στεναχωρούν και σε ζορίζουν... αφ΄ τον να βρίσκεται γιατί βάρδα μην τον χρειαστείς και δεν είναι εκεί...""  

"Σε απαλαίνει ο Θεός κόρη μου... σε κάνει άθρωπο... σου δίνει για να δίνεις... δίνεις για να σου δίνει... αγαπάς για να σ΄αγαπά... σ΄αγαπά για ν΄αγαπάς... συγχωρείς για να σε συγχωρέσει... σε συγχωρεί για να συγχωρείς... ένα πράμα είμαστε με το Θεό... μα Εκείνος είναι απάνω κι εμείς κάτω... το κάτω είναι αλλιώς βλέπεις... άλλες φορές οι κάτω δε δύνανται ή δεν θέλουνε... δύνανται... ε, τότε είναι που θέμε έναν από τα πάνω... για να μας βοηθά... " 
"Κι εγώ σου λέω πως δεν είναι επάνω ... και δεν είναι εκεί για μας...  μα και να μην έχεις κάπου να πιάνεσαι σαν ζορίζεσαι πως γίνεται; ή σαν έρχονται τα πάνω κάτω τί κάμεις; άγριο πράμα να μην υπάρχει άθρωπος να σε συμπονέσει και να σ΄ελεήσει... απελπισία σε πιάνει χωρίς την ελπίδα πως κάποιος θα σε εισακούσει... ως δεν έχεις κάπου να στραφείς... εγώ κόρη μου, ήκουα τον παππούλη μου κι εσκεφτόμουνα πως είχενε δίκιο... δεν ήτρεχε στις εκκλησιές και στα ξωκλήσια μα ήκαμε το σταυρό του... επήγαινε στον Επιτάφιο και την Ανάσταση, στις παρηγόριες και στις κηδείες -εξ΄ από δω- και τις Κυριακές ακολούθανε τους άλλους γιατί έτσι ήπρεπε...έτσι το εζητούσε τότες η ζωή... μα την προσευχή του, ήλεγε, την έκαμε μόνος του... κι έτυχε φορές να τον ειδώ, να σταυροκοπιέται νύχτα στη μέση απ΄το μποστάνι...  σταυροκοπιότανε ως ετέλειωνε ο τρύγος και ως ερίχνανε σκαρί στη θάλασσα... ήτονε παράξενος άθρωπος μα και τον αγαπούσαν κι όλοι... "
"Σαν αφήσαμε πυροκαμένοι και χαροκαμένοι τον τόπο μας... ένας Θεός μάς ήσωσε; μας εβοήθησε; ... πως  να το πω αλλιώς... τον εχρειαζόμαστε το Θεό τότες... κι όλους τους αγίους... ο Θεός έδωκε να ορθοποδήσουμε γιατί αν εσκεφτώ όσα μας εσύρανε οι άθρωποι και οι κείθε μα κι οι δώθε... θα παγώσει το αίμα μου... άθρωποι σου λέει ο άλλος... αν δεν ήτονε ο Θεός, Εκείνος, η ελπίδα... δεν ηξεύρω αν θα εβρίσκαμε το κουράγιο να ζήσουμε... ούτε εκκλησιά τότες, ούτε κερί να του ανάψουμε είχαμε... ούτε καντήλι... μα Εκείνος ήτονε εκεί για μας... κερί και καντήλι λόγιαζα τότες τη λάμπα μας...  καντήλι για Κείνον... κερί και καντήλι για τους χαμένους... ξωκλήσι η παράγκα μας κι Εκείνος, λαμπάδα κι ελπίδα στο μαύρο σκοτάδι μας και στον ξεριζωμό... παιδιά είχανε μείνει ολάρφανα, μανάδες δίχως έστω ένα μονάχα σπλάχνο... φαμίλιες δίχως πατέρα στήριγμα και δίχως χέρια για δουλειά... κι ο ξένος τόπος να σε διώχνει... τί κάμεις τότε; ελπίζεις κόρη μου, ελπίζεις... ο Θεός είναι ελπίδα... "  

"Εδώ που τα λέμε σου ζητά τί; αγάπη, ένα κερί, μια προσευχή... και τις 10 εντολές... τις ξέρεις μπρε τις 10 εντολές;
"- Τις ξέρω γιαγιά."
" Α, μπράβο! Κακές είναι; Τι ΄ναι δα... μη κλέψεις, μη σκοτώσεις, μη ψευδομαρτυρήσεις, μην πατήσεις το στεφάνι σου... τίμα τη μάνα σου και τον πατέρα σου, μη ζηλέψεις το συνάθρωπό σου και τα υπάρχοντά του... κάτσε μια μέρα -Σάββατο- να ξεκουραστείς... ένας Θεός υπάρχει... δεν υπάρχουν πολλοί... μη με ξεχνάς, μην ορκίζεσαι στ΄όνομά μου... ε, δύσκολα είναι αυτά; ... εγώ σου λέω δεν είναι... σωστά και δίκαια είναι... εντάξει, αυτά τα είπε ο δικός μας Θεός... αλλά είμαι σίγουρη πως κι όλοι οι άλλοι θεοί συφωνούνε μαζί του ...

Αχ... είμαστε και πολλοί εδώ κάτω... κι όλο Του εζητούμε...  και που να βρει τον καιρό και που να προλάβει να μας εισακούσει όλους... είναι πολλή η δουλειά γι΄αυτό και ήβρηκε βοηθούς και την εμοιράστηκε... έβανε τους αγίους στο πόδι του και βολευτήκαμε όλοι μας... Εκείνος είναι για τα πανδύσκολα κι οι άγιοι για τα λιανά... γι΄αυτό κι ο καθείς έχει το Θεό μα και τον άγιό του... κι είναι άλλος ο άγιος για σένα κι άλλος για μένα... κι είναι άλλος ο άγιος για τον μπογιατζή κι άλλος για τον αμπελά..... κι είναι άλλος ο άγιος για τη μάνα, άλλος για τη βαρuμένη (εγκυμονούσα), άλλος για τη λεχώνα κι άλλος για το μωρουδέλι... κι είναι πολλοί οι άγιοι μα κι αυτοί ακόμη δεν φτάνουν... για τη μάνα είναι η Παναγιά, για τη βαρuμένη ο ΄Αγιος Τρύφωνας, για το άρρωστο το μωρουδέλι ο ΄Αγιος Θεόδωρος... και τα μάτια έχουν τον άγιο τους... και η κάθε αρρώστια τον εδικό της... "


"Στα Βουρλά μας, τιμούσαμε την Παναγιά, τον ΄Αη Γιώργη, τον ΄Αγιο Τρύφωνα οι αμπελάδες, τον Ταξιάρχη Μιχαήλ οι μπογιατζήδες...  είχαμε εκκλησιά και του ΄Αη Στράτη, προστάτης είναι αυτός όσων είναι στη στράτα, μακριά απ΄τα σπίτια τους... τιμούσαμε και και τον  ΄Αι-Γιάννη και τον ΄Αι-Χαράλαμπο που είναι για την πανούκλα... σ΄αυτόν λένε πως τάζανε οι Σμυρναίοι τάματα σαν η πανούκλα έπεσε στην πόλη τους... είχαμε και ξωκλήσια πολλά... του άι-Λια, του Αρφανού, του ΄Αι-Γιάννη Μπαμπατζάνη (γιάννη); .. και το πιο καλό ήταν τα όμορφα πανηγύρια που στήνονταν στη χάρη τους... εμείς τα παιδιά, τα επεριμέναμε πως και τι... ερχόσαντε οι πραματευτάδες κι οι γυρολόγοι φορτωμένοι θάματα... ένα κόσμο θησαυρούς εφέρνανε... τους εβλέπαμε εμείς τα παιδιά κι εγυάλιζε το μάτι μας...  σβούρες, κουρσούμια, βόλους, ψιμυθεφτές; κουτσούνες, πιάστρες, κορδέλες... κι όλοι μας ελπίζαμε σ΄ένα δώρο... τσαπράζια, χαβάνια, μπομπόνια, ντέφια, τουμπελέκια, τέντζερες, πιατοπότηρα ανάκατα με κλουβιά, παπαγάλους, μαντολάτα, καλέμια, λάμπες, μέλια, κουρούκαρπούς, χτένες, χρωματιστά κιτάπια... λατέρνες και μουσικάντηδες κοντά σε κουνουνάρες, σε νταρί και ψάρια που εψηνόντουσαν στο κάρβουνο... οι Βουρλιώτες εχορέβγανε πολύ... εχορέβγανε την εσπερινή κι ανήμερα... εχόρεβγε ο παπάς κι ο ζαπτιές... εμείς, οι ντόπιοι, οι μουσαφίρηδες, οι ξένοι, οι περατζάρηδες... ηγαπούσανε το χορό οι Βουρλιώτες... μακρινοί χρόνοι... οι νιοί εκοιτούσανε τις κοπελιές... εκείνες εκοιτούσανε στο χώμα κι  εκρυφογελούσανε... όμορφοι χρόνοι τότες κι ευτυχισμένοι...  "

"Σε λίγες μέρες είναι η εορτή σου κοκόνα μου... στα Βουρλά, θα σ΄ονομάτιζαν για Λέγκω για Ελεγκάκι... Ελένη θα σ΄ονομάτιζε μοναχά ο παπάς..." 
"Είναι κι η δική σου γιαγιά..."
"Ναι κόρη μου κι η δική μου... είχα μεγάλη χαρά κάποτες σαν έφτανε η μέρα της εορτής μου... τώρα πια... "
"Γιατί γιαγιά αφού και τώρα γιορτάζεις."
"Εορτάζω κόρη μου αλλά δεν χαίρομαι το ίδιο... τώρα χαίρομαι που εορτάζουν οι εγγόνες μου..."
"Εμένα δεν μ΄αρέσει που γιορτάζω γιαγιά..."
"Γιατί μπρε κόρη μου... χαρά στο σπίτι  φέρνει η εορτή του ονόματος... "
"Δεν μ΄αρέσει που γιορτάζω  με τον Κωνσταντίνο. ΄Ηθελα να γιορτάζω μόνη μου, όπως οι άλλες!"

Καλά σας βράδια
Ε.-

Κανένας άγιος προστάτης των εκλογών; των εκλογέων; υπάρχει; 


Είχα ξεχάσει πόσο γλυκά μοσχοβολούν οι νεραντζιές και πόσο όμορφο είναι ν΄απλώνεις τη μπουγάδα σου στον ήλιο...

Είχα ξεχάσει ακόμα πόσο απλά και σε πόσο απλά πράγματα πίστευε, ζούσε κι άναβε το κερί και το καντήλι της η γιαγιά μου...