27 Ιουνίου 2013

Αλλού τ΄όνειρο κι αλλού το θαύμα...

Ακούυυυσατε, ακούυυυυσατε...


Την είδα στον ύπνο μου καλά! Γλυκειά, όμορφη, χαρούμενη, γελαστή! 
Κι έτσι κι έγινε!!! 
Γύρισε η φιλενάδα μου! Γύρισε πίσω κοντά μας! Μας αναγνωρίζει, μας καταλαβαίνει, μας γνέφει, μας γελάει!!!!!!!!

Τ΄ονείρατό μου νενέ -όσο κι αν και το φοβόμουν- δεν αναποδιάστηκε. Δόξα σοι ο Θεός!

Ακούυυυυυυυυυσατε, ακούυυυυυυυυυσατε...
Η φιλενάδα μου "ξύπνησε, γύρισε πίσω, τη γλύτωσε"! 
Βγήκε από εκείνη την εφιαλτική κατάσταση που δεν μας άφηνε να καταλάβουμε αν "ήταν" μαζί μας. Βγήκε εκείνη από κει, βγήκα κι εγώ να τραγουδήσω εδώ!  
Χαρείτε κόσμε, γελάστε κόσμε! Γελάω και χοροπηδώ, χαίρομαι και τραγουδώ! Και δώστου πάλι απ΄την αρχή!

Ο δρόμος που έχει μπροστά της είναι μακρύς και δύσκολος... μ΄από το να μην έχεις καθόλου δρόμο μπροστά σου καλύτερα να ΄χεις δρόμο έστω...δρόμος μετ΄εμποδίων!

Ποιος θα μου το΄λεγε, πως η σημερινή συννεφιασμένη μέρα που ξημέρωσε θα ΄κρυβε τέτοια χαρά! Μέρα και χαρά μεγάλη σήμερα! Και τι χαρά! Χαρά μεγάλη, που δεν θα ξεχάσω ποτέ! Δηλαδή που θα θυμάμαι όσο λειτουργεί αυτό το άτιμο πράγμα που λέγεται μνήμη. Θα μείνει βαθιά χαραγμένη παρέα με κάμποσες άλλες ξεχωριστές χαρές...

"Κόρη μου, σα μοιράζεσαι τη χαρά σου, χαρά είναι και χαρά μένει και πιο μεγάλη γίνεται ... μα κράτιε τη λύπη σου γιατί  όσο κι αν τη μοιραστείς λύπη μένει...  άσε που μερικοί χαίρονται με το δάκρυ σου... μα σαν το σκεφτείς αυτό... φοβάσαι και για τη χαρά σου...

Αχ... είναι φορές αλήθεια που κρατείς τη χαρά για εαυτού σου... την κρατείς για να τη γευτείς μονάχος σου σα ροσόλι μυστικό... φοβάσαι πως θα χαθεί αν τη μολοήσεις... θαρρείς πως θα κρατήσει παραπάνω... τι να είπω ... μπορεί να φοβάσαι και το μάτι... άλλο πράμα η βασκανία... το φορείς το σταυρουδάκι σου, ναι; Βρέχει, χιονίζει να μη το βγάνεις από πάνω σου κόρη μου... κακό δεν κάμει να το φορείς... και στολίδι είναι... είχα κι εγώ πάντα πάνω μου το βαφτιστικό μου...
ένα τόσο δα μικρό ήτανε... το ΄χασα όμως... λίγο καιρό πριν χάσουμε τα πάντα... τι πριν, τι μετά... θα το ΄χανα όπως τα χάσαμε όλα... μια εικόνα φέραμε κι αυτή λειψή... ή στ΄αμπέλι ήπεσε ή στη θάλασσα... σαν το πήρα χαμπάρι ήταν αργά... ήφαγα τον κόσμο αλλά τίποτα... μόνο η αλυσίδα του είχε μείνει κολλημένη στον κόρφο μου... πάνω μου... σπασμένη ανάμεσα στο μπέτη και στο πουκάμισο... κι ήθελε ο κύρης μου να με πάει στη Σμύρνη να μου αγοράσει άλλο μα δεν εφτάξαμε... μάτι μάς πήρε και τον τόπο μας... φθόνος μάς τον εστέρησε... φθόνος μάς εστέρησε την άγια τη ζωή μας... 

Αγριμονιά
H νενέ μου ήλεγε ... πως σαν κάποιος λέει κάτι με φθόνο τότε πιάνει το μάτι ... οι καλόψυχοι δεν φθονούν, δεν ματιάζουν ... εμείς για να ξορκίσουμε το μάτι και την κακογλωσσιά φυτεύγαμε έξω απ΄το σπίτι, απή(γ)ανο... ούτε γατιά, ούτε σκυλιά, ούτε ορνίθια τον πλησιάζουν... βρωμεί και τ΄αποδιώχνει... αποδιώχνει κι όλα τα φτερωτά ζούμπερα... 

Μερικές εκόβανε απήανο κι αγριμονιά 
Απήγανος
και τα εκαίγανε με λιβάνι στο θυμιατό... κι ελιβανίζανε τον αβασκαμένο να καθαρίσει λέγοντας όποιο ξόρκι ήξερε η καθεμιανή τους... άλλες ελέγανε το πάτερ ημών, άλλες το Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα καλά σκορπά... άλλες το τροπάρι των Αγίω Θεοδώρων..."΄Αγιοι Ανάργυροι και θαυματουργοί, δωρεάν ελάβατε δωρεάν δότε ημίν"... άλλες του Μεγάλου Βασιλείου... τι να πεις... όλοι φοβούντανε το μάτι...

Μα και πιότερο απ΄όλους φοβάται η μάνα, του παιδιού της το μάτιασμα... σταυρό του Χριστού να φορείς κόρη μου στα βλαστάρια σου, όχι μπλάβα μάτια... 

Σαν πάρει ο Θεός τη χάρη του από πάνω σου σε πιάνει το μάτι... και πας για σκασμό... έτσι ήλεγε η νενέ μου... κι ήκαμε το σταυρό της μόνο και μόνο που το μελέταγε...  ΄Ηλεγε ακόμα πως μόνο ο παπάς έχει δικαίωμα στην αβασκανία μα και με το παραμικρό μας εξεμάτιαζε... Στην αρχή εμετρούσε από το 1 ως το 9... ύστερα έλεγε την ευχή... και στο τέλος κάτι ακόμα μουρμούριζε που δεν το ενθυμούμαι ... μ΄ένα διάτανο (δαίμονα;) βάσκανο είχε να κάμει και με τον ΄Αγιο Νεκτάριο...

Μάτια που τον/την ματιάσανε, 

τρία είναι καλά να τον γιατρέψουν,
πατήρ υιός και άγιο πνεύμα,
και ... του/της (τ΄όνομα του ματιασμένου) το κακό,
στην γη να σκορπιστεί και την υγειά του να'χει!


΄Αλλες φορές πάλι... ήπαιρνε το τσεμπέρι της ή ένα πεσκιράκι των ποτηριών... σ΄έβανε και το "εμέτραγες", το ΄βρισκες ίσο... σε εξεμάτιαζε, το "εμέτραγε"... σαν στραβό ήβγαινε... ήσουνα ματιασμένος... κι άιντε πάλι από την αρχή... μέχρι να ματαϊσώσει το πεσκίρι... μουρμουρώντας την ευχή...σαν ίσο ήβγαινε ... για κρύωμα για κακή τροφή είχες πάρει...

΄Αλλες εξεματιάζανε με το αλάτι, άλλες με το λαδάκι απ΄το καντήλι, άλλες με το αγίασμα... στα Θήρα ελέγανε πως εζούσε μια γυναίκα που έλυε τη βασκανία με τη σκούπα και το κάρβουνο... 
Κάποιοι λένε πως οι τσακίρηδες (γαλανομάτηδες) κι οι σμιχτόφρυδοι ματιάζουνε...
εμείς εκεί που ζούσαμε γαλανούς δεν είχε... γι΄αυτό λένε πως εκάμανε τα φυλαχτήρια σα μάτια μπλε...  κόντρα να κάμει το μπλε στο γαλανό να μη μπορεί να εματιάσει...

Τι να σου πω κόρη μου, πράματα και θάματα λέγονται για τα μάτια και τα βασκάματα... χαϊβάνια και ζωντανά σκούνε, καράβια ξεπλωρίζονται, περιουσίες χάνονται, άνθρωποι πέφτουνε στο κρεββάτι κι ακόμα παρακάτω... ο πάππος μου ήλεγε πως ακόμα και οι αρχαίοι ελέγανε για το μάτι και την κακοτυχιά που φέρνει... μανία είχε με τους αρχαίους... όλο γι΄αυτούς ήλεγε ... πως όλα τα είχανε ψάξει, όλα τα είχανε εξηγήσει... όλα μα όλα τα εξέρανε πια αυτοί; τους εθαύμαζε πάντως ξέχωρα...ήλεγε λοιπόν πως οι αρχαίοι θεωρούσαν υποψήφιο για βασκανία όποιον εξεχώριζε για την ομορφάδα του ... και  μετά τα μικρά παιδιά γιατί τα παιδιά είναι αθώα κι αγνά και φθόνο δεν ξέρουν... κι όσοι φοβόνταν πως καλό τούς είχε τύχει και πως θα τραβούσαν το φθόνο, στον κόλπο τους εφτύνανε για να προλάβουν τη βασκανία... 

Είχαμε και κάποια στα Βουρλά που σαν τύχαινε να την ανταμώσεις, ήθελες δεν ήθελες, ήφτυνες στον κόρφο σου... ήτονε γνωστή για το "μάτι" της... ελέγανε πως κόρακα ήσκαγε στο πέταγμα... είχενε πάντα ο κόσμος κακόφθονους ματιάρηδες... κι όλοι ελέγανε ιστορίες για κάποιους που σαν ήπεφτες απάνω τους  δεν σ΄εγλυτώνανε ούτε τα σαράντα κύματα... η δική μας δεν ήτονε τόσο κακιά... μα όπου εμφανιζότανε καβγάς αρχίναγε... μα στ΄αντρόγυνο, μα στην ταβέρνα, μα στην εκκλησιά... φτου μας απόψε και ο Θεός να τη συγχωρνά... 

Και οι ντόπιοι επιστεύγανε στο άτιμο... αυτοί να δεις... ματόχαντρα εβάνανε παντού... σε πόρτες, σπιτικά, μαγαζά, δεντρά και παραθύρια κι όλο "Allah, maşallah" κι "Allah korusun" αναφωνίζανε... κι εγώ το κάμω ε;  κι εστρέχανε στο χέρι της Φατιμά... έτσι το λένε οι μουσουλμάνοι,  οι Οβριοί όμως το λένε το "Χέρι της Μύριαμ"... κι οι δυο για φυλαχτό το ΄χουν κατά της βασκανίας...

Κι ένα ακόμα κόρη μου... από γενιά σε γενιά περνάει το ξεμάτιασμα... μα για να πιάνει Μεγάλη Παρασκευή δίνεται... και πρέπει να περάσει από αρσενικό σε θηλυκό... αλλιώς... 
Α! και παράδες δεν σηκώνει... ποτέ παρά κι ευχαριστώ δεν δίνει ο αβασκαμένος στον ξεβασκανιστή... ούτε φιλί κι ασπασμό δίνεις μετά... δεν τα κατέχω όλα τα καμώματα... ό,τι με βοηθάει το μυαλό σού λέω...  και ποιος εξέρει πόσα ακόμα να εξέχασα...


Καλά καλά σας βράδια
Ε.-

Το φτύσιμο -μετά το ξεμάτιασμα- δεν είναι υποχρεωτικό!

"άλλοι μετά την ευχή χτυπάνε ξύλο, άλλοι χτυπάνε το ποδάρι στο πάτωμα, άλλοι φυσάνε, άλλοι ανοίγουνε το πορτί... άλλοι φτύουνε..."

΄Ετσι έλεγες γιαγιά μου κι έτσι το ΄καμες... με σταύρωνες και ψιθύριζες Μάσσαλλαχ...


Αντιγράφω:

1. Όλες οι λαϊκές παραδόσεις έχουν ένα ειδικό κεφάλαιο για τη δύναμη του βλέμματος . Το ονομάζουν «κακό μάτι» ή βασκανία (σήμερα ψυχοβολία)  και θεωρούν ότι μπορεί να προκαλέσει κάθε είδους καταστροφές ακόμα και θάνατο. Στον πλατωνικό διάλογο «Φαίδων» είναι ο ίδιος ο Σωκράτης που λέει στον Κέβητα να μη λέει «μεγάλα λόγια» μη τυχόν και ματιαστούν. : « μη μέγα λέγε, μη τις ημών βασκανία περιτρέψει τον λόγον τον μέλλοντα». Ο Πλούταρχος, επίσης, αναφέρει στα «Συμποσιακά» το φόβο που είχαν οι μανάδες μη βασκαθούν τα παιδιά τους αλλά περιγράφει επίσης και στην αυτοβασκανία αναφερόμενος στο πάθημα του Ευτελίδη: «ωραίοι ήταν άλλοτε οι βόστρυχοι του Ευτελίδη. Αλλά ο ολέθριος άνθρωπος είδε κι εβάσκανε τον εαυτό του στον ποταμό κι αμέσως έπαθε κακή αρρώστια».  
΄Ηταν γνωστά και διαδεδομένα τα περίαπτα -φυλαχτά- και πολύσχημα. Το σχήμα τους  αποσκοπούσε να προσφέρει την πολυπόθητη προστασία και να αποτρέψει το μάτι.   


2. Με την ονομασία Εφέσια γράμματα φέρονται στην αρχαιολογία κάποιες συλλαβές ή λέξεις που οι περισσότερες εξ αυτών κρίνονται ακατανόητες εντούτοις στην αρχαιότητα θεωρούνταν ιερές και μάλιστα με χαρακτήρα μαγικό. Οι συλλαβές αυτές βρέθηκαν χαραγμένες στο βάθρο του μεγάλου αγάλματος της Αρτέμιδος της Εφεσίας που φυλασσόταν εντός του ομώνυμου ναού στην ΄Εφεσο εξ ου και η ονομασία τους. 

Τα εφέσια γράμματα σύμφωνα πάντα με τους ιστορικούς ερευνητές χαράσσονταν σε ξύλινες πινακίδες ή σε τεμάχια δέρματος τα οποία οι ιερείς τα κρεμούσαν στα πολυπληθή στήθη της Αρτέμιδος απ΄ όπου οι πιστοί στη συνέχεια παραλάμβαναν υπό μορφή σύγχρονου φυλαχτού. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση τα εφέσια γράμματα παρείχαν προστασία στους φέροντες αυτά κυρίως από νόσους ή άλλα κακά. Χρησιμοποιούνταν επίσης σε εξορκισμούς καθώς και σε διάφορες περίεργες - μαγικές τελετές και πράξεις. Όπως δε σημειώνει και ο Πλούταρχος οι διάφοροι "μάγοι" της εποχής συνιστούσαν τους "δαιμονιζόμενους" ν΄απαγγέλουν τις λέξεις αυτές χαμηλόφωνα.

Τα Εφέσια γράμματα αποτελούσαν δύο σειρές - τύπους με τους οποίους αποδίδονταν κατά τις ακόλουθες σειρές:

  1. Πρώτος τύπος αναφοράς: " Άσκι - Κατάσκι - Λιξ - Τετράξ - Δαμναμενεύς - Αίσιον ". (Σύνολο 6 λέξεις, ή 15 συλλαβές)
  2. Δεύτερος τύπος αναφοράς: " Βέδυ - Ζαμψ - Χθων - πλήκτρον - Σφιγξ - Κνάξβι - Χθύπτης - Φλέγμων - Δρωψ ". (Σύνολο 9 λέξεις, ή 14 συλλαβές).
Τον πρώτο εκ των παραπάνω τύπων προσπάθησε να ερμηνεύσει ο Πυθαγόρειος φιλόσοφος Ανδροκύδης δίνοντας κατά σειρά την ακόλουθη ερμηνεία: "Σκότος - Φως - Γη - Τετράξ (το άφησε ανερμήνευτο) - Ήλιος - αληθής φωνή". Στο δεύτερο τύπο το αξιοπερίεργο είναι ότι χρησιμοποιούνται τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου δύο φορές. Νεότεροι ερευνητές προσπάθησαν να δώσουν διάφορες ερμηνείες με διάφορους και ποικίλους τρόπους, χωρίς όμως να βρεθεί μια αξιόλογη ερμηνεία.

Μαρτυρείται επίσης ότι πολλοί ήταν οι διάφοροι μάντεις και ψευδοπροφήτες και διάφοροι αγύρτες που κατά την αρχαιότητα εκμεταλλεύονταν την ευπιστία των αφελών εξορκίζοντας αυτούς με τα παραπάνω εφέσια γράμματα, ή ακόμα και με άλλες λέξεις, πουλώντας και διάφορα περίαπτα δήθεν προερχόμενα από τον ναό της Αρτέμιδος της Εφεσίας. Το δε εμπόριο επ΄ αυτού φέρεται να είχε ιδιαίτερη εξάπλωση καθιστώντας έτσι την ίδια την πόλη της Εφέσου κέντρο μαγείας της αρχαιότητας. Ο δε περιηγητής Παυσανίας σημειώνει ότι αυτά τα περίαπτα που πωλούντας στην περιοχή χρησιμοποιούντας από πολύ παλαιότερα σχετιζόμενας πάντα με την πολιούχο θεά. Ακόμα δε και ο κωμικός ποιητής Μένανδρος κάνει χρήση των λέξεων αυτών αποκαλώντας τα μάλιστα "Εφέσια αλεξιφάρμακα".

Κατά την επικρατούσα άποψη η χρήση αυτών των γραμμάτων φέρεται να εισήχθηκε από τη Φρυγία όπου και στη συνέχεια μεταδόθηκαν σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις, ακόμα και στην Κρήτη και τη Σικελία.




22 Ιουνίου 2013

Η αρρώστια με το καντάρι έρχεται μα φεύγει με το δράμι...

Την είδα στον ύπνο μου καλά! Γλυκειά, όμορφη, χαρούμενη, γελαστή!

Να δεις, που αύριο το πρωί θα ξυπνήσω ακόμα πιο"ανάποδα"! Εκείνη άραγε πως θα ξυπνήσει; Με τρώει η άγνοια και η έγνοια της.

 Ε λοιπόν όχι, δεν ξύπνησα πιο ανάποδα. Κατά περίεργο τρόπο, ξύπνησα με μια μαλακωμένη διάθεση τυλιγμένη με μια ανεξήγητη και παράξενα γλυκειά αίσθηση. 

΄Εστω κι αν δεν το προσέξατε, κάνει κάτι μέρες τώρα -ένα μήνα και βάλε- που τα άσχημα νέα της φιλενάδας μου, μού κατέβασαν τη διάθεση στο ναδίρ και το κέφι στα τάρταρα! Απ΄αυτό κι απ΄αυτό κατέβασα τα ρολλά στο μαγαζί και χάθηκα. Από τότε είναι δηλαδή -ένας μήνας και βάλε- που σχεδόν κάθε πρωί ξυπνάω σχεδόν ανάποδα. ΄Ετσι κι σήμερα, περίμενα πως έτσι και χειρότερα θα ξυπνούσα ενώ αναρωτιόμουν που να το χρεώσω περισσότερο... στα νέα της που έρχονται στάλα-στάλα, στα καλά νέα της που δεν έρχονται, στη χθεσινή καταιγίδα, στον παλιόκαιρο ή στην γλυκόπικρη ταινία που με κράτησε ξύπνια μέχρι το μικρό πρωί μ΄ένα δάκρυ κρεμασμένο στο μάτι; 

Την είδα στον ύπνο μου καλά! Γλυκειά, όμορφη, χαρούμενη, γελαστή!

"Κόρη μου, ανονείρευτος άνθρωπος, άτυχος άνθρωπος... 
έτσι μου το ΄λεγε κι εμένα η νενέ μου έτσι σου το λέω τώρα κι εγώ ...  μόνο επέρασε πολύς καιρός για να νιώσω τι ήθελε να μου ε'πεί τότενες...

Και σαν ερχόντανε η κουβέντα στα όνειρα, μού ήλεγε και τ΄ άλλο το ζόρικο... 
"΄Αλλα τα όνειρα κι άλλα τα ονείρατα γιαβρί μου..." 

"Κι ήτονε αυτό το δύσκολο... να ξεχωρίσω τα όνειρα απ΄τα ονείρατα... καιρό μού επήρε και πολλή σκέψη και ζωή... 
όλοι εμιλούσανε κι ελέγανε για όνειρα... κείνη όμως επέμενε στα δικά της... 
Σαν άκουγε κάποιονε να μιλάει για όνειρα... άρχιζε τη μουρμούρα "άλλο όνειρα κι άλλο ονείρατα... άλλο ... ". 

Κάποτες άκουσα την αννέ μου, που δεν της αντιμίλιε ποτές να της ελέει... "- Μπρε μάνα, ζαλίζεις άγιο... μικρή είναι ακόμα μην την εζαλίζεις ..." 
"Κι ήμουνα μικρή... "

"Τώρα που πέρασε το πιότερο μέρος της ζωής μου... λέω, μερικές φορές όχι όλες,  πως όλο και κάτι ξέρω παραπάνω... Τα όνειρα είναι πεθυμιές της ζωής... να μπρε, κάπως έτσι ... 
΄πε το πως θες να γίνεις γιατρός, στα ονείρατα είσαι γιατρός... 
΄πε το πως θες να γενείς με παράδες... στα ονείρατα τούς έχεις..."

"Να μπρε άκουε πως τα εσκέφτηκα εγώ... 
Μπρε! Τα αφτιά σου και τα δυο εδώ... άκουε με καλά... θα στα πω μια φορά, έτσι όπως τα εξεχώρισα εγώ... θα σου βάλω μόνο  κάμποσες κουβέντες παραπάνω από κείνες της νενές μου... για να καταλάβεις γρηγορότερα...  να μην παιδεύεσαι,  να τα εξεχωρίσεις και να τα εχτιμήσεις από δα... άιντε κάτσε... πριν να τα ξεχάσω... κάτσε να στα κάνω εύκολα...

"Τα όνειρα κόρη μου είναι του ξύπνου, τα ονείρατα του ύπνου"
΄Ετσι τα ΄πα εγώ και μια και καλή τα εξεμπέρδεσα... Είμαι σίγουρη πιας πως αυτό ήθελε να μου πει η νενέ μου μόνο που δεν εμπόραγε να πει έτσι ο στόμας της ... Λίγα είχε τα γράμματα, λίγα και τα λόγια της... Εγώ ήμαθα ένα-δυο γράμματα παραπάνω της... Γι΄αυτό σου λέω κόρη μου να διαβάζεις... ΄Εχεις τύχη εσύ... δεν έχεις ούτε στ΄αμπέλια να πας ούτε και στα μποστάνια ούτε και τη πλύση στο ποτάμι... ούτε να ζυμώσεις έχεις ούτε να κοσκινίσεις... Το διάβασμα θα σου φέρει τα όνειρα, ανοίγουνε τα μάτια με τη μάθηση... δεν έχεις χρεία μάθησης για τα ονείρατα ... ξέρεις δεν ξέρεις γράμματα, αυτά έρχουνται... 5-6 όνειρα έχεις για μια ζωή, χίλια ονείρατα κάνεις στη μια νύχτα...

"΄Ακουε και τ΄άλλο πράμα... τα όνειρα είναι καθαρά, δεν ζητούνε εξήγηση ... τα ονείρατα μουχρά είναι κι εξήγηση ζητούνε... Μερικοί λένε πως τα εξηγούνε μα είναι δύσκολο πράμα να τα εξηγήσει ο άνθρωπος... αυτά κόρη μου, βγαίνουν από μέσα σου, θέλουνε να σου πούνε κατιτίς μα εσύ κοιμάσαι... και σαν κοιμάσαι κοιμούνται και το μυαλό σου και τ΄αφτιά σου και ξυπνάς και θυμάσαι τ΄ονείρατο μα το τι, το πως και το γιατί ... άγνωστα... "

"Τα όνειρα είναι στητά ομπρός σου... φωτεινά και στέκονται... πως να στο είπω να ιδείς... 
θα σου πω το άλλο... τα ονείρατα είναι θολά μπρε και σβήνουν...  χάνονται...  δε "στέκονται"  ακίνητα ούτε είναι ξεκάθαρα για να τα θυμάσαι... μα κι αν ακόμη τα θυμάσαι, μουχρά μένουν ... αφού με κλειστά μάτια τα είδες... 
" Τα όνειρα τα σταματάς όποτες να ΄ναι... τα ονείρατα δεν δύνασαι ... τρέχουν όλη νύχτα, σε τραβούν μαζί τους, σου κρύβονται, σε ζαλίζουν...

Τα όνειρα τα ξεχνάς εσύ...
τα ονείρατα ξεχνιούνται από μόνα τους...

Τα όνειρα τα διαλέγεις... να γίνω τούτο, να γίνω τ΄άλλο...  τα ονείρατα σε διαλέγουν... έρχονται θες δε θες, καλά, κακά, μουχρά, εκεί αυτά...
Τα όνειρα τα πλερώνεις... με παρά, με κόπο, με χρόνο... Τα ονείρατα είναι τζάμπα... κάμεις τίποτα σαν κοιμάσαι; ΄Οχι. ΄Αρα... δεν πλερώνεσαι, δεν πλερώνεις...
Τα όνειρα τα σχεδιάζεις... θα πάω, θα κάμω, θα δείξω... Τα ονείρατα όχι...
Τα όνειρα είναι δεσμά... βάνεις προσπάθεια, βάνεις εαυτό... Τα ονείρατα είναι ελεύθερα, δεσμά δεν σηκώνουν... έρχονται πάνε όποτες κι όπως τούς αρέσει ...
Τα όνειρα 
Τα όνειρα αναποδογυρίζονται ... Τα ονείρατα αναποδιάζονται... 

"-Μωρέ νενέ μου, δεν καταλάβαινω... τί πάει να πει αναποδογυρίζονται και τί αναποδιάζονται;"

"- Αναποδογυρίζονται πα να πει πως μια κακιά στιγμή φτάνει και γυρίζει ανάποδα τ΄όνειρο κι ο ντουνιάς ολάκερος... αναποδιάζονται τώρα πως να στο είπω... να, τα όνειρα έχουνε δυο όψεις... μια καλή και μιαν ανάποδη...  τα βλέπεις από την καλή, την ανάποδη πρέπει να πιάσεις ... την ανάποδη είδες; την καλή ήπρεπε να διαλέξεις... τα ονείρατα σού δείχνουν δρόμους, σε τρομάζουν, σε προειδοποιούνε... σ΄αναστατώνουν... βλέπεις ανθρώπους φευγάτους, βλέπεις δράκους, βλέπεις φλόγες... Μόνο τις φλόγες που ήκαψαν κι ερήμωσαν τον τόπο μας δεν μας εφανέρωσαν... ή που μπορεί και να μας το εφανέρωσαν αλλά μετά τέτοιο αίμα και τέτοιο πόνο ποιος να θυμάται τι ονείρατα τον παίδευαν...πριν ξεσπάσει ο τρόμος... Μπορεί και να ΄βλεπε αμπέλια κατάφορτα, ελιές ανθισμένες, συκιές σκιερές... και γύρισε στ΄ανάποδο...
Τα όνειρα  έχουνε μια σημασία... Τα ονείρατα πολλές... Υπήρχανε άνθρωποι που κάμανε προσπάθεια και ηθέλανε να καταλάβουνε για ποιο λόγο είχανε δει τούτο τ΄ονείρατο κι όχι τ΄άλλο... Το ΄λεγε κι ο δάσκαλός μας στο σχολειό πως από τα αρχαία χρόνια οι άνθρωποι ασχολιόντανε με τα ονείρατα και ψάχνανε τη σημασία τους... Γραφτήκανε κιτάπια και χαλάστηκε και μελάνι πολύ... για τα ονείρατα... μόνο που κάμουνε μεγάλο λάθος αυτοί που τα εγράψανε γιατί τα ονοματίζουν όνειρα... 

Α μωρ΄κόρη μου ... ώρες μπορώ να σου μιλώ... Η νενέ μου πάντως τα ονείρατα τα εφοβότανε... ήλεγε πως πάντα το ανάποδο θα γίνει απ΄αυτό που σου δείχνει ο ύπνος... γλυκό ήβλεπες πως ήτρωγες, στεναχωρία θα σου ερχότανε, παρά ήβλεπες... καβγά θα σου ήβγαζε, δόντι σού ήπεφτε... ξερίζωμα θα ήκουες κι αν επονούσες... θανάτου χαμπέρι ήκρυβε.."

Κι όμως...
Τα όνειρα είναι όλα έμορφα... Τα ονείρατα είναι κι άσκημα και πολύ άσκημα...
Τα όνειρα μιλούνε μια γλώσσα... Τα ονείρατα μιλούνε πολλές...
Τα όνειρα τα βάνεις σε σειρά, είναι στάμπιλα (σταθερά)... 
Τα ονείρατα όρντινο δεν έχουνε... 
κι είναι φορές που τα ονείρατα είναι ότι σου λείπει στον ξύπνο μα και φορές σού δείχτουνε αυτό που το ΄χεις στον ξύπνο και δεν το εχτιμάς... "
Τα όνειρα τα μοιράζεσαι... Τα ονείρατα σε μοιράζουνε... σε χίλιους δρόμους...

΄Ενα μονάχα τα ενώνει ...
"΄Ονειρα και ονείρατα είναι δικά σου ... "

"Νενέ μου, μπερδεύτηκα πολύ! Θα μου πεις κι άλλα; Πως να τα θυμάμαι όλα αυτά; Είναι πολύ δύσκολο!"

"Κόρη μου κόβεις με... Θαρρείς πως μπορώ να στα ματαπώ τώρα πάλι απ΄την αρχή;  γριά γυναίκα είμαι πια και ξεχνώ και μπλέκομαι... παρωρίσαμε κιόλα... θυμήσου όσα εμπορείς απ΄όσα σου ΄πα... σκέψου τα κι ένα άλλο βράδυ θα καθίσομε... εσύ θα μ΄ερωτάς κι εγώ θα σου λέγω... ότι δύναμαι...   "

Καλά σας βράδια
Ε.-


 Την είδα στον ύπνο μου καλά! Γλυκειά, όμορφη, χαρούμενη, γελαστή!



30 Μαΐου 2013

Από μεγάλη αγάπη έρχεται ο πόνος ο μεγάλος....

                                          Κωνσταντινούπολη                         
Σαν άγγελου φτερά - φαγωμένα απ΄το χρόνο


Θα ΄θελα να ΄χω περισσότερα κέφια αλλά τίποτα δεν μ΄αφήνει...  Μια η βροχή, μια η μέρα, μια η καλή μου η φιλενάδα που βασανίζεται ανήμπορη ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα... Γμω το μου ... αυτό το τίποτα δεν είναι τίποτα! Είναι όλα αυτά μαζί! Κι είναι πολλά! Ειδικά αυτό, το τρίτο... 
Το ξέρω πως δεν μπορώ να τα βάλω με τη βροχή, το ξέρω πως δεν μπορώ να τα βάλω με τη μέρα... αλλά και με τη φιλενάδα μου, πείτε μου... πώς να τα βάλω; 

Πρόκειται για μια αγαπημένη φιλενάδα, που βρίσκεται χαμένη και να παλεύει με το κεφάλι της και το μυαλό της, που δεν ξέρω αν νιώθει και τι, που δεν ξέρει αν φεύγει ή έρχεται, που δεν μπορεί και δεν μπορώ να βοηθήσω και να τη βοηθήσω...

Μέρες τώρα θέλω ν΄ανοίξω τα πατζούρια να ΄μπει φως μόνο που η στενοχώρια δεν μ΄αφήνει...
Θα θυμάστε... ΄Οχι, πολύ, κάτι λίγες μέρες κάνει που  κατέβασα τα ρολλά αφήνοντας μόνο ένα χαρτί κολλημένο στο τζάμι ... ένα σύνδεσμο, ένα γρίφο, μια Πόλη και μια... κανέλλα! Λογάριαζα όμως, πάνω στη βδομάδα, γυρίζοντας να σας ματαβρώ και να σας πάω μια βόλτα σ΄αυτή την Πόλη και στα μυστικά της, σ΄αυτήν την Πρωτεύουσα, τη Βασιλεύουσα! Τη μόνη αυτή που πατεί σε δυο ηπείρους! Μόνο που λογάριαζα χωρίς τη στεναχώρια... Κι όχι τίποτ΄άλλο αλλά αυτή την Πόλη την είχα πρωτοδεί μαζί της ...

Τελικά λίγο με τη σκέψη ότι ανοίγοντας τα ρολά μπορεί να ξεχαστώ, λίγο με το άιντε να μην τη βαραίνω και να ξεφύγω, το πήρα απόφαση κι είνα να γυρίσω λίγο-λιγάκι το χρόνο  πίσω! Να εκεί ακριβώς παραπίσω απ΄τη στενοχώρια... ΄Ετσι τελικά σήμερα λέω να σας πάω βόλτα εκεί που πήγα. Μπορεί, εδώ, ανάμεσα στα λόγια και στις αράδες,  να μου φύγει η στενοχώρια, μια ζάλη, ένα παράπονο κι η παραζάλη... 


15 του Μάη. Προσγειώνομαι απαλά. Συγκινούμαι πάλι, ίσως λίγο λιγότερο από την πρώτη φορά αλλά με κυριεύει η ίδια έξαψη. Μια φρίκη το σύστημα και η αναμονή στον έλεγχο διαβατηρίων αλλά χαλάλι της για Πόλη! Ουφ!!! Ρότα προς...Çıkış = τουρκιστί η έξοδος... Μήπως Çıkış, τσ(ι)κ(ι)ς εκ του τσ(α)κίσ-ου.; Τι να πω; Αφού τα ι χωρίς · διαβάζονται και προφέρονται κατά τη λαρσινή λαλιά -ναι, σας βεβαιώ- γιατί όχι εκ του τσακίσ-... δηλαδής;

Ο ήλιος ζαλίζει κι επιτέλους μια ζέστη που ζεσταίνει, να, να με ζεσταίνει!

Ο κ. τακσιτζή(ς) (εκ του taksi-ci) κατόπιν ερωτήσεώς μου, μου επιτρέπει να καπνίσω εντός του αραμπά του ενώ εντός ολίγου αντιλαμβάνομαι πως δεν το κάνει γιατί είμαι μια κούκλα αλλά γιατί καπνίζει κι ο ίδιος εντός... παρά το απαγορευτικό μεγαλειώδες σήμα που στολίζει τα ενδότερα έσωθεν του αραμπά. Θα έλεγα μάλιστα πως καπνίζει... σαν Τούρκος!Κι εξαίρετος οδηγός! Πετάειιιιιιιιιιιιιιιι... σας λέω!

Το ξενοδοχείο σε κεντρικό σοκάκι και κεντρικό σημείο... Το κεντρικό σοκάκι ονοματίζεται Μπalyoz σοκάκ... το κεντρικό σημείο ονοματίζεται Μπέηογλου. Το λέω Πέραν... το έλεγαν Σταυροδρόμι και το φυλάει η Παναγιά του Σταυροδρομίου. ΄Εχει καταστραφεί δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές! Ακόμα και βόμβα τής έβαλαν το 2003, όμως Εκείνη εκεί, ορθή και να φυλάει το Σταυροδρόμι της! 

Πήγα, μπήκα στον περίβολο, έσπρωξα την πόρτα. Στα δεξιά μου το παγκάρι. Κι αυτή τη φορά όπως το συνηθίζω χρόνια τώρα, πήρα 3 μικρά κεριά. ΄Εριψα τον οβολόν μου εν τω κιβωτίω, πήρα 3, μελέτησα 3 κι άναψα 3. Κι ήταν το ένα, υπέρ υγείας για τους αγαπημένους ζώντας, ένα υπέρ αναπαύσεως για τους αγαπημένους αναχωρήσαντες κι ένα για τους ζώντες κι αναχωρήσαντες αλλά μη έχοντες,   κάποιον να τους ανάψει ένα κερί. 

 ΄Ετσι μ΄έμαθε η νενέ μου κι έτσι κάνω. Σκεφτείτε ότι θέλετε... Αν ήξερα για τη φιλενάδα μου, θ΄άναβα ένα και για κείνην... ελπίζοντας σε βοήθεια. 
Βρίσκομαι στον προθάλαμο και στον προθάλαμο θα μείνω αφού πλάι στο παγκάρι, μια βαρειά πόρτα σιδερένια και ξύλινη, κλειδαμπαρωμένη, μ΄εμποδίζει, ανάθεμα, να μπω, να προχωρήσω, να δω, να μυρίσω. Εγκαταλείπω αλλά δεν φεύγω. Χαζεύω ένα γύρω μέσα σε μια απόλυτη ησυχία  μια αναθηματική πλάκα, κάποιες μισοφαγωμένες εικόνες, μια ασημένια του Χριστού να γράφει 1 Μαρτίου 1905, τα γεμάτα λεπτοδουλεμένα όμορφα ψηφιδωτά τόξα των τρούλων με σκηνές απ΄τη ζωή της Παναγιάς και  μικραντίγραφα των ψηφιδωτών της Αχωρήτου Παναγιάς της Μονής της Χώρας... 





Μπλε ψηφιδωτοί κι οι τρούλοι. Ξαναπλησιάζω στην πόρτα, την χαϊδεύω και βλακωδώς την σπρώχνω. Φυσικά και δεν ανοίγει. Υπόσχομαι να ξαναγυρίσω. Τώρα θες το κλειδαμπάρωμα κι η απαγόρευση που αποπνέει θες η περιέργεια τελικά με κάνουν και σκύβω σαν κλέφτης και κοιτάζω μέσα απ΄την κλειδαρότρυπα. Δεν μετανιώνω όμως! Το κλέφτικο μάτι μου τα καταφέρνει και βλέπει! Δακρύζει ενώ θαυμάζει, θαυμάζει ενώ δακρύζει! Μα τι έχω πάθει τελευταία; Πολύ εύκολα συγκινούμαι! Λες να μεγάλωσα ή να γέρασα; Μάλλον μεγάλωσα αρκετά!



Κάνω ένα γύρω την Παναγιά κι είναι όλα τόσο οικεία, τόσο όμορφα που ξαφνιάζομαι ενώ δεν μπροώ να σταματήσω να συγκινούμαι με όλα. ΄Ενα όμορφο φανάρι,  κόκκινα τριαντάφυλλα, εκεί οι φυλακισμένες με μούσμουλα φορτωμένες μουσμουλιές κι εκείνο το ερειπωμένο παράθυρο που το στολίζει μια αδύναμη πρασινάδα φυτρωμένη με πείσμα πάνω στον μισογκρεμισμένο καμμένο πέτρινο τοίχο...





 Τα παράθυμά της σιδηρόφραχτα...


Η Παναγιά δεν φαίνεται απ΄το δρόμο. Δεν φαίνεται από πουθενά. Δυο βήματα μακριά είναι απ΄τον πιο πολυσύχναστο δρόμο της Πόλης, την περιβόητη Ιστικλάλ Τζαντεσί, όμως ο θόρυβος του πολύχρωμου πλήθους σκάει πάνω στον τοίχο του περίβολου και σβήνει. 




΄Ισως μόνο αν κοιτάξει κανείς κατά τη μεριά της να καταφέρει να ξεχωρίσει μια σταλιά το καμπαναριό της στητό μα πνιγμένο ανάμεσα στα ψηλά κτίρια και τις παραπλαϊνές στέγες. Ούτε κι εγώ θα την έβρισκα αν δεν την έψαχνα. Θα σας γελάσω αλλά δεν θυμάμαι πως κατέληξα να την ψάχνω.  ΄Αλλο ένα δείγμα τού ότι μεγάλωσα; Προφανώς ή κάποιος μού είχε πει για την Παναγιά ή κάπου  είχα διαβάσει την ύπαρξή της. Να θυμάστε πάντως πως αν μπείτε στο Passage Hazzopoulo ή στην καθ΄ημάς τότε Στοά Χατζοπούλου φτάνοντας στο τέλος της στοάς, στ΄αριστερά σας, στο βάθος, ανάμεσα στους σοφράδες και τα καρεκλάκια των καφενέδων, δείτε τα σκαλάκια. Σας οδηγούν στη Χάρη της... 
Βγαίνω στο θόρυβο αναζητώντας μνήμες, πατήματα, καφέ και νερό. Δεν θα ΄λεγα όχι και για ένα ελαφρύ σοροπιαστό. 


Κατ΄άλλους λοιπόν, το σημείο που ο περίπατός μας ξεκίνησε, είναι το Μπέηογλου, ονομασία προερχόμενη εκ του "μπέη" + "ογλού" (= οδός του βασιλόπαιδος)  εξαιτίας του βασιλόπαιδος Αλεξίου, υιού του τελευταίου αυτοκράτορα της Τραπεζούντας που έζησε εκεί αιχμάλωτος. Ενώ κατ΄άλλους, η ονομασία προέρχεται εκ του "Μπέη" + "γιολού" (= οδός πριγκίπων) μιας και στην όμορφη αυτή μεριά ζούσαν διάφοροι επίσημοι ξένοι, πρέσβεις, γενικά πλούσιοι, στρατιωτικοί και πρόξενοι, που οι Τούρκοι τούς αποκαλούσαν και αποκαλούν μαζικά και όλους αντάμα "Μπεη-λέρ" (= Πρίγκιπ-ες). Κατ΄εμέ, εμάς και τα εμάς ... το αρχικό όνομα της όμορφης γειτονιάς ήταν Συκεαί. Και μιας και αι Συκεαί ευρίσκονταν Πέραν από την Αγιά Σοφιά και στην Πέρα Πάνω γειτονιά, "Πέραν εν Συκεαίς" την είχαν βαφτίσει οι δικοί μας... απ΄όπου ζει κι απέμεινε κι επέζησε ως σήμερα το Πέραν... 

Σε απόσταση βολής απ΄το σοκάκι μας είναι κι ο Γαλατάς με τον πύργο του. Αν κι εδώ που τα λέμε, σε απόσταση βολής είναι από παντού ο Πύργος έτσι όπως τον εβλέπεις και τον εξεχωρίζεις σχεδόν εκ πανταχόθεν της Πόλης. Επί παραδείγματι, βρίσκεσαι στο Eyup Sultan Kimdir δηλαδή μια σπιθαμή απ΄το τέρμα του Κεράτιου και τον βλέπεις με τα μάτια σου καμαρωτό καρσί κι απέναντί σου! Κι όμως είναι μακριά το Eyup... 


Καλά σας βράδια 

Ε.-

29  του Μάη, αποφράς σήμερα...
Σαν σήμερα ήταν...
Δεν χρειάζεται να σας πω πως σαν σήμερα, τότε το 1453, επί αυτοκράτορος...





Κι όπως έλεγε κι η νενέ μου ...
"Αν δεν έχεις ότι αγαπάς, αγάπα ότι έχεις ... "

Δεν  τις έχω αλλά και δεν έπαψα να τις αγαπώ, Πόλη και  Σμύρνη...
Μα και καν δεν το φαντάζομαι πως μπορεί κάποτε αυτή η αγάπη να πάψει... 
αλλά έχω μιαν Ελλάδα... που τη λατρεύω!

10 Μαΐου 2013

Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλλα...


Κρυμμένα μυστικά Κωνσταντινούπολης


Τα δισκοπότηρα της Αγίας Σοφίας

Την ώρα που ακούονται έξω από την Αγία Σοφία φωνές «οι Τούρκοι! – οι Τούρκοι!», ο πρωτόπαπας βγαίνει από την στοά της εξομολογήσεως. Αποβραδίς κοινώνησε τον Αυτοκράτορα κι ως το πρωί εξομολογούσε. Όπως βγήκε ψηλός, ηλιοκαμένος, μ’ άσπρα γένια και φρύδια παχιά, νόμιζες πως ένας άγιος ξεκόλλησε από τον τοίχο. Και για μια στιγμή, όταν είδε το πλήθος γονατιστό να τρέμει, κιτρίνισε σαν το φλουρί, σαν να τον κτύπησε βόλι. Κοντοστάθηκε, σφόγγισε τα δάκρυα και προχώρησε στην εκκλησία. Ο ναός, ο άμβωνας, ο σωλέας και τα περιστύλια ήταν γεμάτα κόσμο. Τα φώτα, οι πολυέλαιοι, οι κανδήλες ήταν αναμμένα…

Για τελευταία φορά έλαμπε στην Ανατολή το μεγαλείο της Χριστιανοσύνης. Έλαμπε η θαυμάσια αρχιτεκτονική του Ανθέμιου και Ισιδώρου. Έλαμπε ο αφάνταστος πλούτος, που εσκόρπισεν ο Ιουστινιανός, για να νικήσει τον Σολομώντα. Κι από μακριά έφταναν του τρόμου οι φωνές:

«Οι Τούρκοι! Οι Τούρκοι!»…

Οι πολυέλαιοι από κρύσταλλα ασημοδεμένα, τα πελώρια μανουάλια, σαν γίγαντες φωτοβόλοι, οι ποικιλόχρωμες κολόνες, τα χρυσά μωσαϊκά, όλα έλαμπαν για τελευταία φορά. Και ψηλά οι ελαφρύτατες γραμμές, γεμάτες ευγένεια, γεμάτες χάρη, αγκάλιαζαν, σαν σχέδιο ενάερης κολόνας, τον πελώριο τρούλο. Ω! όπως ήταν ο τρούλος θαυμάσιος στους γύρους, νόμιζες πως ζητούσε να πλανέψει σ’ έναν άλλο κόσμο τους χριστιανούς την ώρα της θυσίας!

Ο πρωτόπαπας έκαμε τρεις σταυρούς και μπήκε στο ιερό. Επάνω στην Αγία Τράπεζα, σα να ήταν κρεμαστός ουράνιος θόλος, το Κιβώτιο. Στήριζε τα τέσσερα χρυσά του πόδια στις τέσσερις γωνίες και απ’ εμπρός πρόβαλε ένα ωραίο τόξο. Ένας σταυρός χρύσιζε στην κορυφή του και μέσα από τον θόλο του κατέβαινε άσπρο περιστέρι, η Περιστερά του Αγίου Πνεύματος. Ο πρωτόπαπας βγάζει από τα σπλάχνα της Περιστεράς τα Δισκοπότηρα, τα σκέπασε με μεταξωτό, που λέγεται Αέρας, τα πήρε κι έφυγε. «Μη δότε τα Άγια τοις κυσίν», σκέφτηκε…

Σαν αρχαίο ελληνικό αγγείο, όλο από χρυσάφι, λίγο κοντό, με δυο όμορφα χερούλια και με πλευρές καμπύλες, τέτοιο ήταν το Ιερόν Ποτήριον. Το στόμα του τριγύριζε διπλή γραμμή σε ρυθμό μαιάντρου. Και στην πρόσοψη είχε το Χριστό σε κολυμπήθρα, από παράσταση αρχαία.

Ο ιερός Δίσκος ήταν από χρυσάφια καλοδουλεμένο. Στο κέντρο ο Μυστικός Δείπνος του Κυρίου. Και γύρω πολύτιμα πετράδια. Ο πρωτόπαπας έριξε μια ματιά στη θάλασσα, ανασκουμπώθηκε κι έσπρωξε με τέτοια δύναμη το καραβάκι, που γλίστρησε ως τον γιαλό. Μπήκε μέσα, άνοιξε πανί και κράτησε το τιμόνι γραμμή για την Βιθυνική παραλία. Ο αντίλαλος της Πόλης εξακολουθούσε…

«Οι Τούρκοι! Οι Τούρκοι!… ».

Μια τρικυμία σηκώθηκε τρανή. Το καραβάκι σαν τσόφλι χοροπηδούσε στα κύματα επάνω. Στην Πόλη φλόγες και καπνοί παντού. Στ’ αυτιά ο αέρας έφερνε μια άγρια αντήχηση από τρόμο, από δαρμούς, από παρακάλια, από ξεψυχημό, από βογκητά θανάτου…

Ω! Πόλη, με τα βασιλικά σου, με τους ιπποδρόμους σου, με τις ακαδημίες των τεχνών σου! Χριστιανοσύνη που εδίδαξες στον κόσμο την αλήθεια. Χιλιόχρονη ιστορία του πολιτισμού που σβήνεις. Εργάτες του νου που γενήκατε φυγάδες και δούλοι.

Ανθρώπινα έργα, που ζηλέψατε αθανασία και γενήκατε ερείπια. Μεγαλεία περασμένα. Αρματα νίκης που περνούσατε την Χρυσόπορτα. Βασιλείς με τις χρυσές κορόνες. Γεννήσεις και θάνατοι σβησμένοι για την πρόοδο. Μνημεία, που μέσα στην καταστροφή εμείνατε χωρίς μορφή, χωρίς όνομα. Άπειρες μέρες εκμηδενισμένες. Να! παίρνει τη σκόνης σας ένας ανθρώπινος ανεμοστρόβιλος και την σκορπίζει στους τέσσερις ανέμους!

Η Δύση του ηλίου χρωμάτισε τον ουρανό κόκκινο, σαν αίμα. Σημάδι της φρίκης. Ο άνεμος εξακολουθούσε να φυσά κι ο ανεμοστρόβιλος σάρωνε την Προποντίδα.

Σκοτείνιασε. Το σκοτάδι σκέπασε τον ουρανό, την Πόλη. Κι από τη θάλασσα μακριά ανέβαινε αιμοσταγμένος του φεγγαριού ο δίσκος. Κόκκινος, σαν τα μάτια του φονιά.

Ολόρθος στο καράβι ο πρωτόπαπας κάρφωσε στον ουρανό τα μάτια του και είδε – ω φρίκη! – το φονικό φεγγάρι να στέκεται ακίνητο στον τρούλο της Αγίας Σοφίας. Και είδε να μαυρίζει, να μαυρίζει ο μισός δίσκος. Αρχαία προφητεία έλεγε: «θα είναι πανσέληνος. Έκλειψη θα γίνει. Και η Πόλη θα πέσει!»…

Ο πρωτόπαπας περιχύθηκε με κρύο ιδρώτα. Έβλεπε μια τον σταυρό στον τρούλο της Αγίας Σοφίας και μια το μισοφέγγαρο. Το καραβάκι χοροπηδούσε στα κύματα της θάλασσας. Χίλια κομμάτια έγινε το μικρό πανί του. Κι ο αέρας βούιζε σα θρήνος στο κατάρτι του. Ο πρωτόπαπας έβαλε τις τελευταίες του προσπάθειες. Στο στήθος του κρατούσε σφιχτά τα Δισκοπότηρα. Κι ενώ θωρούσε πέρα την Αγία Σοφία, δε βλέπει το σταυρό… Βλέπει μισοφέγγαρο…

Αμέσως άνοιξαν τα μεσουράνια. Ένα φως γλυκύτατο απλώθηκε. Άγγελος Κυρίου φάνηκε κι άρπαξε τα Δισκοπότηρα.

Μην ήταν θαύμα; Η θάλασσα άνοιξε στόμια και κατάπιε τον πρωτόπαπα. Γαλήνη! Το τρομερό στοιχείο ησύχασε. Και σαν να ήταν Φώτα κι άγιασε την θάλασσα σταυρός…

Το ποτάμι που σταμάτησε να κυλάει

Οι περισσότεροι τοπικοί θρύλοι για την άλωση της Κωνσταντινούπολης μοιάζουν σε ένα σημείο: όλοι δείχνουν ότι ο χρόνος σταμάτησε με την κατάληψη της ιερής πόλης της Ορθοδοξίας από τους άπιστους Τούρκους και ότι η τάξη στον κόσμο θα επανέλθει με την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Έλληνες. Έτσι, και στην Ήπειρο υπάρχει μια αντίστοιχη λαϊκή δοξασία. Συγκεκριμένα, ένα πουλί φέρνει την αναγγελία της πτώσης της Πόλης σε μια ομάδα βοσκών που εκείνη τη στιγμή ποτίζουν τα κοπάδια τους σε ένα ποτάμι, Ο θρύλος λέει ότι στο άκουσμα της φοβερής είδησης τα νερά του ποταμίου σταμάτησαν να κυλάνε, αφού και το φυσικό στοιχείο θεώρησε ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν κάτι το ανήκουστο. Το ποτάμι θα συνεχίσει και πάλι να κυλάει, μόλις απελευθερωθεί η Πόλη, συνεχίζει ο λαϊκός θρύλος…

Οι Κρητικοί πολεμιστές

Έναν από τους πύργους των τειχών της Πόλης τον υπεράσπιζαν τρία αδέρφια, άρχοντες Κρητικοί που πολεμούσαν με το μέρος των Βενετών (η Κρήτη τότε ήταν κάτω από την κυριαρχία των Βενετών). Μετά την πτώση της πόλης τα τρία αδέρφια και οι άντρες τους εξακολουθούσαν να πολεμούν και παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες τους οι Τούρκοι δεν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν τον πύργο. Για το περιστατικό αυτό ενημερώθηκε ο Σουλτάνος και εντυπωσιάστηκε από την παλικαριά τους. Αποφάσισε, λοιπόν, να τους επιτρέψει να φύγουν με ασφάλεια από τον πύργο και να πάρουν ένα καράβι με τους άντρες τους και να γυρίσουν στην Κρήτη. Πραγματικά η πρόταση του έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι έπρεπε να μείνουν ζωντανοί για να πολεμήσουν να ξαναπάρουν τη Βασιλεύουσα πίσω από τους απίστους. Έτσι οι Κρητικοί επιβιβάστηκαν στο πλοίο τους και ξεκίνησαν για το νησί τους. Το πλοίο δεν έφτασε ποτέ στην Κρήτη και ο θρύλος λέει ότι περιπλανιούνται αιώνια στο πέλαγος μέχρι τη στιγμή που θα ξεκινήσει η μάχη για την ανακατάληψη της Πόλης από τους Έλληνες. Τότε το πλοίο των Κρητικών θα τους ξαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουν και αυτοί μέρος στη μάχη και να ολοκληρώσουν την αποστολή τους και το ελληνικό έθνος να ξανακερδίσει την Πόλη.

Οι εικόνες που δεν καταστρέφονταν

Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη ξεκίνησαν να καταστρέφουν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Στην Αγία Σοφιά είχε καταφύγει πολύ λαός, κυρίως γυναικόπαιδα, για να αποφύγουν τον θάνατο. Όμως η παρουσία τους εκεί δεν τους έσωσε, καθώς φανατισμένοι από τους δερβίσηδες μωαμεθανοί μπήκαν στην εκκλησία και άρχισαν να σφάζουν αδιακρίτως όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Ο σωρός των πτωμάτων έφτασε τα δέκα μέτρα. Όταν μάλιστα ο Σουλτάνος Μωάμεθ προσπάθησε να μπει στο ναό το άλογο του σκόνταψε πάνω στα πτώματα, Με την οπλή του το άλογο άφησε ένα σημάδι στην κορυφή ενός στύλου, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα. Τις πιο πολλές εικόνες και τοιχογραφίες της Αγία Σοφιάς τις κατέστρεψαν οι Τούρκοι. Όταν, όμως, οι άπιστοι εισβολείς έφτασαν στον εξώστη – γυναικωνίτη και ένας τσαούσης (Τούρκος αξιωματικός) προσπάθησε με έναν πέλεκυ να καταστρέψει μια τοιχογραφία της Παναγίας που κρατά στα χέρια της τον Ιησού μωρό, έγινε το θαύμα ! Τη στιγμή που ο Τούρκος προσπάθησε να καταφέρει το πρώτο χτύπημα στην τοιχογραφία κεραυνοβολήθηκε κι έπεσε νεκρός. Τη θέση του πήρε ένας άλλος Τούρκος, αλλά την ίδια στιγμή κι εκείνος είχε την ίδια τύχη. Οι υπόλοιποι βάρβαροι πανικοβλήθηκαν απ’ το πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θαύμα και γεμάτοι τρόμο, αλλά και σεβασμό εγκατέλειψαν την ανόσια προσπάθεια τους. Η συγκεκριμένη τοιχογραφία σώζεται μέχρι σήμερα στον δεξιό εξώστη της Αγία Σοφιάς.

Η τελευταία λειτουργία στην Αγία Σοφία

Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στη Βασιλική Εκκλησία, ένας ιερέας τελούσε τη θεία Λειτουργία. Βλέποντας τους άπιστους να μπαίνουν, δε σκεπτόταν παρά πώς να σώσει από τη βεβήλωση τον ιερό άρτο και το πολύτιμο Αίμα του Χριστού. Ανέβηκε, λοιπόν, βιαστικός στον Άμβωνα, κρατώντας τ’ Άγιο Δισκοπότηρο κι εξαφανίστηκε σε μια μικρή πόρτα. Την έκλεισε πίσω του, μα δυστυχώς οι Τούρκοι τον είχαν δει κι έτρεξαν να τον προφτάσουν. Όταν όμως έφθασαν στο σημείο που θα έπρεπε να βρίσκεται η πόρτα, ξαφνιάστηκαν γιατί δεν είδαν παρά μόνο μια γυμνή, λεία επιφάνεια χωρίς το παραμικρό σημάδι ανοίγματος. Αγριεμένοι, προσπάθησαν να γκρεμίσουν τον τοίχο, αλλά έσπασαν τα όπλα τους, χωρίς να καταφέρουν τίποτε! -Ας φέρουν τους χτίστες του στρατού μας, αποφάσισε ο Σουλτάνος. Έτσι θα δούμε τι είναι πίσω απ’ αυτόν τον τοίχο. Οι χτίστες ήρθαν με τα εργαλεία τους κι άρχισαν να χτυπούν τον τοίχο. Παρ’ όλες τους τις προσπάθειες όμως, δεν μπόρεσαν ούτε να τον τρυπήσουν κι ομολόγησαν πως σίγουρα υπήρχε κάποιο τεχνικό μέσο, που τους ήταν άγνωστο. -Είστε ανίκανοι, φώναξε καταθυμωμένος ο Σουλτάνος και θα τιμωρηθείτε! Να φέρουν βυζαντινούς χτίστες! Τότε έφεραν βιαστικά όσους μπόρεσαν και απειλώντας τους με θάνατο, τους πρόσταζαν να ρίξουν αυτόν τον τοίχο! Μα, ούτε κι αυτοί δεν τα κατάφεραν! Γιατί, το θέλημα του θεού, πιο δυνατό από κάθε ανθρώπινη δύναμη, κρατούσε αυτές τις πέτρες δεμένες γερά, για να προστατεύει τον ιερέα. Όλους αυτούς τους αιώνες, ο ιερέας αγρυπνεί, σφίγγοντας το δισκοπότηρο, που προστάτευσε από τους άπιστους! Μα, όταν θα ξαναπάρουμε την Πόλη, η πόρτα θα ξανανοίξει μόνη της, ο ιερέας θα βγει, θα ξαναμπεί στο ιερό και θα συνεχίσει τα λόγια της λειτουργίας, από κει ακριβώς που είχε σταματήσει!



Καλά σας βράδια

Ε.-

4 Μαΐου 2013

΄Οποιος έχει τα γρόσσα κάνει Πάσχα...

"Λέγε κοκόνα μου... μετά από μένα...

"Μεγάλη Δευτέρα ο Χριστός στη Μαχαίρα...
Μεγάλη Τρίτη ο Χριστός εκρίθη...
Μεγάλη Τετάρτη ο Χριστός εχάθη...
Μεγάλη Πέμπτη ο Χριστός ευρέθη...
Μεγάλη Παρασκευή ο Χριστός στο καρφί...
Μεγάλο Σάββατο ο Χριστός στο θάνατο...
Κυριακή... τρώμε το παχύ τ΄αρνί....

"Να σου ειπώ... εμείς ... παιδιά τότες στα Βουρλά ελέγαμε ...
Κυριακή... μπουμ εδώ, μπαμ εκεί ... μπαμ και στην Εβραϊκή...
μα μας εμαλώνανε ... ήτονε κακό... μα η αλήθεια είναι πως οι Οβριοί δεν ήτονε καλοί μαζί μας... καλύτερα τα είχανε με τους Τούρκους ... δεν μας ενοχλούσανε ... μόνο μας εζηλεύανε... και πολλές φορές μας "εκάψανε"... Η νενέ μου τούς ήλεγε τσιφούτηδες κι υποκριτές... και πως μας εκάνανε κακό πισώπλατα... είχανε μια παραξενιά κι ήτονε κλειστοί ... άνθρωπος που δε γελά, γερνά ογρήγορα... έτσι ήτονε... σουφρωμένοι και με μια υπουλία... Μα τι λέω η γυναίκα σε μικρό παιδί... να, εκολάστηκα πάλι σήμερις... Κοκόνα μου πάει η νόνα σου ... ήρχισε τις μουρλαμάρες... " 

ΜεγάληΤετάρτη
το Μέγα Ευχέλαιο ...
ότι απαιτεί η παράδοση...

Μεγάλη Πέμπτη
ότι απαιτεί η παράδοση...
και το βάψιμο των αβγών
Φρεσκοβαμμένα κόκκινα λαχταριστά

Μεγάλη Τετάρτη
Στα του φούρνου δρώμενα
βρέθηκα παρέα με μια ανέλπιστη παρέα



 Πρωί
Κουλουράκια σμυρνέικα του βουτύρου

Προ του φουρνίσματος - Σμυρνέικα και βουτυράτα
Το καραβάκι της Σμύρνης
Το μόνο αυθεντικό παραδοσιακό σμυρνέικο σχέδιο



 Μεγάλη Τετάρτη απόγευμα
Σμυρνέικα τσουρέκια με σησάμι

Πριν 

Και του χρόνου
Καλή επιτυχία

Λίγο πριν το φούρνισμα

Μετά το φούρνισμα




Οσκέλντινιζ και μπούγιουρουν
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ να ΄χουμε
και μια ΛΑΜΠΡΗ ΛΑΜΠΡΗ 



και μια ΚΑΛΗ ΑΝΑΤΑΣΗ στη συνέχεια...
σε όλους και σε όλα ...

Ε.- 




Σμύρνη 1875 - Ανάσταση στην Αγία Φωτεινή