5 Νοεμβρίου 2013

Της καλομάνας το παιδί το πρώτο είναι κορίτσι...




Μπρρρρρ... Νοέμβρης! Με φόρα μάς μπήκε ο τελευταίος μήνας του φθινοπώρου! Από 
 θερμοκρασίες πάμε δράμα κι από την πρώτη του, βρέχει. ΄Ασε τον αέρα! Δεν παραπονιέμαι όμως γιατί  μέχρι προχθές, έξω τρώγαμε και πίναμε τα βράδια! Και καπνίζαμε! Κοινώς, συμμαζεμό δεν είχαμε και το μυαλό μας στο γυρίσι! Γλυκός ο καιρός και οι κοντινές βόλτες που έκοψα σκέτη κι ανέλπιστη ευχαρίστηση. Tο Στρασβούργο ένα όνειρο, αλλά και το χωριό της πορσελάνης μια κούκλα(βλ.παρακάτω)!
Από προχθές όμως -τα κεφάλια και όχι μόνο- μέσα για τα καλά.



Κι ούτε θα παραπονεθώ. Απλώς σχολιάζω. Βλέπεις, ο προηγούμενός του, σχεδόν φωτεινός, σχεδόν στεγνός και σχεδόν ζεστός μάς κανάκεψε τα μάλα! Κι η φύση ένα γύρω, όνειρο σε τόνο κόκκινου κίτρινου χρυσού! Θα ήταν αχαριστία να μην του το αναγνωρίσω πως ήταν εξαιρετικός!  Αλήθεια, ήταν κάτι, σαν ο Οκτώβρης να τα είχε βάλει με τον  Σεπτέμβρη κι ήθελε να βγει πριν απ΄αυτόν, πρώτος και καλύτερος!
Μας κακοσυνήθισε όμως και μας κακόμαθε κι άντε να δω πως θα μπούμε ξανά στη βαρειά χειμωνιάτικη ρουτίνα. Μια ρουτίνα με άλλες, τις δικές της άλλες ομορφιές...

Με τέτοιο αέρα και τέτοια βροχή απόψε, το βραδινό μου δεν μπορεί παρά να είναι  χειμωνιάτικο και μάλιστα το πιο αγαπημένο μου! Μάσαλα τσάι, παξιμαδάκια, ελιές θρούμπες, φέτα και φρέσκο βούτυρο!

"Κόρη μου, έχω μόνο τσάι γι΄απόψε ... εξέμεινες εδώ κι εγώ έχω μονάχα τσάι και παξιμάδι να σε φιλέψω ... και να σε χορτάσω..."
"Νενέ μου, νενέ μου... σαν το τσάι σου δεν υπάρχει άλλο στον κόσμο! Και σαν τα κουκιά σου! Αφού το ξέρεις!" 

 " Είσαι συ μια γαλίφω... σιγά να μη δεν υπάρχει σαν το τσάι μου άλλο στον κόσμο...  μπρε ξέρεις πως έτσι ήρεσε και στον παππού σου; ... χειμώνα καιρό μου το εζήταε κι εκείνος συχνά-πυκνά... φορές-φορές τού έλεγα "φάε κάτιτις να σε πιάσει" μα εκείνος επίμενε ... το ΄καμα και το επίναμε συντροφιά... με τα παιδιά να κοιμούνται χορτάτα, μόνο που εκείνος... αχ... σαν το ήπινε εσταμάταε να μιλάει... εγυάλιζαν τα μάτια του σαν τα κάρβουνα, τον ήβλεπα... εθλιβότανε κι αυτό γιατί εθυμότανε... εθυμότανε τα πίσω, τον άλλο τόπο... εκείνο τον όμορφο τόπο μας...   άιντες μπρε... πάλι στενοχωρία με ήπιασε... άιντες, κάμε το καλό τώρα και πετάξου μέχρι τον κυρ-Γιάννη... πάλι καλά που απόψε δεν βρέχει... στάσου μπρε να σου δώκω λεφτά... ελιές και τυρί θερμιώτικο πε του... πάρε και βούτυρο... απ΄τον καλό... μερικά δράμια μοναχά για σένα ... σκοτείνιασε... τι ώρα να ΄ναι άραγε... αν δεν ιδείς φως στο μαγαζί χτύπα στο πορτί... στο πάνω  σιδηρόφυλλο... πε του πρώτα απ΄όξω γνώρισμα ποια είσαι και μετά πε του τι θέλεις... σε ξέρει καλά και θα σου δώκει τα ζητούμενα... αν έχει πάρε και κάνα κάστανο... να μυρίσει ο τόπος... και πως τ΄αγαπώ τ΄άτιμα...   καλά να ΄ναι ο κύρης σου που μου ΄στειλε πάλι το κουμάντο μου... στάσου... αν είναι λίγος ο παράς, πε του να σου κάνει μια νύχτα βερεσέ... πε του μπρε πως εγώ θα του δώκω τα υπόλοιπα αύριο το πρωί... χύσου αστραπή... μια γωνιά είναι μα θα σ΄έχω ένοια... χάιντε...ανάβω το γκαζερικό και βάνω τον τέντζερη... σε 2 ανάσες να ΄σαι πίσω, ακούς; "
"Απ΄τ΄άλλα έχεις νενέ;"
"Τ΄άλλα τα ΄χω τα... χειμώνιασε κόρη μου... άμε... και βάνω το νερό..."

"Κόπιασε κόρη μου..."
"΄Ετσι εκαθόμαστε και στον τόπο μας... ήβρεχε κι εφύσανε... όλοι μας ένα γύρω... ένας, δυο στην κασέλα... ένας, δυο χάμω στις μαξιλάρες... η νενέ κι ο πάππος πλάι στη στια... η αννέ κι ο κύρης ακουμπισμένοι στο τραπέζι... μάσαλα τσάι το ήλεγε ο πάππος μου... ο τέντζερης εκοχλάκανε... ανακάτωνε η νενέ μου... στον τέντζερη το εβάναμε αμέ, γιατί ήμαστον μπόλικοι... δεν μας ήφτανε ο τζεζβές... εμοσχοβόλαε ο τόπος τσάι... μοσχοκάρφι και κανέλλα... άμα έτσι το επίναμε εμείς... με κάμποσα μοσχοκάρφια κι ένα ξύλο κανέλλας...μωρέ πιο μοσχομυριστή από κείνη της Σμύρνης δεν ήβρηκα και δεν εμύρισα ποτέ μου μετά... και πόσο μας ήρεσε... ν΄αγοράζουμε τα πιπέρια μας και τα μπαχάρια μας στη μεγάλη της  αγορά... γιορτή το είχαμε τον πηγαιμό στη Σμύρνη... δεν ήταν αγορά εκείνη... ένα πλούτος ήτο... όλοι το ελέγανε κι όλοι την εζηλεύγανε... δεν υπήρχανε πιο ζωντανά μπαχάρια, πιο μυρωδάτα πιπέρια απ΄τα δικά της... μια πρέζα από το κάτιτις ήβανες κι ήλλαζε το φαΐ... ήλλαζε και το τατλί... Κανέλλα εβάναμε στο τσάι μας... ήφερνες το φιντσάν στο στόμα σου κι αναγάλλιαζε η καρδιά σου... μοσχοκάρφια βάναμε και  σε πήγαινε το άρωμά τους στα πέρατα του κόσμου και του ντουνιά... τώρα σαν το μυρίζω... όσο κι αν δεν εμυρίζει όπως τότες,  η καρδιά μου δεν με εταξιδεύει... μόνο βαλαντώνει... δε με πάει πια στ΄όνειρο, δε με γυρίζει στο ντουνιά μόνο κλαίει... μόνο χρόνια πίσω με γυρίζει... κει πίσω στον τόπο μας, στα καλά μας, στ΄αγαθά μας και στα μπερεκέτια μας... στη μεγάλη κουζίνα του πατρικού μου, στο μεγάλο τζάκι και στους αγαπημένους μου...   "

"Πιάσε τα παξιμάδια απ΄το φανάρι... να ο βούτυρος... η κακομοίρα η μάνα μου τρεις μπουκουνιές μάς ήλεγε πως πρέπει να κάνουμε την ελιά... μ΄αυτό σαν ήρθαμε εδώ... στον τόπο μας το εσεβόμαστε το φαΐ μας μα δεν το εμετρούσαμε... μόνο σαν ήρθαμε εδώ αρχίσαμε το μέτρημα ... εμετρούσαμε τα ψίχουλα... γιατί φαΐ δεν υπήρχε... Μπρε, φάε την ελιά σου όπως σ΄αρέσει... μ΄ακούς να παραμιλώ και την κάμεις κι εσύ τρεις μπουκουνιές; Καλά είμαστε τώρα... όχι πως τρέχει ο παράς απ΄τις τσέπες μας μόνο καλά είμαστε..."

"Αχ νενέ μου, νενέ μου, ρελαίνομαι! Πιο ωραίο τσάι δεν υπάρχει στον κόσμο! Αλήθεια σού λέω! Να σου φιλήσω τα χεράκια σου! Κι αύριο θα μαγειρέψεις κουκιά, ναι;"

"Μπρε φαΐ που το εζήλεψες! Χάιντε μουρλοβουρλιωτάκι... μωρ΄ και κουκιά να σου κάμω κι ότι θέλεις... γιαχνιστά γιατί μόνο έτσι τα εμαγειρεύγαμε εμείς... δεν είναι δα και σπουδαίο πράμα... και το τσάι... δεν το ήβρηκα εγώ το μυστικό για το τσάι... κάποιος άλλος το ήβρηκε, το είπενε, μαθεύτηκε... το εμάθαμε κι εμείς...μα όποιος κι αν ήτονε αυτός πρέπει να ήτονε μερακλής από τους λίγους... μερακλής σαν τον κύρη σου... χρυσάφι τα χέρια του... ωσάν τα τουρσού


και τις ελιές που κάμει δεν υπάρχουν άλλα...  καλά να ΄ναι πάντα... και δεν με ξεχνάει και ποτές... πάντα έχω απ΄τα καλούδια του  στο σπίτι... την αννέ σου να την ακούς στα φαγιά και στα γλυκά και τον κύρη σου στα μεζεκλίδια... εγέρασα και δεν μπορώ να τα τρώγω όλα πια αλλά σαν τα εδικά του άλλος όχι... μη σου πω πως είναι καλύτερα κι από κείνα του τόπου μας... μα πού τα ήμαθε να τα κάμει όλ΄αυτά; γιατί οι αδερφές του και θειές, αμαρτία ξομολογημένη, παρότι θηλυκά... δεν μπορώ να είπω πως τα μαγεροτσουκαλιάσματά του τα ζηλεύγω...  αυτός δα, 7 χρονώ παιδίο ήτονε σαν ήφυγε με τους εδικούς του... μισοκαμμένοι και κυνηγημένοι κι αυτοί... μυστήριο πως τα κατέχει και τα κάμει... τσίροι, λακέρδες, κολιοί, χαμσί, παστιρμάς, γιαουρλού, εζμέ, τζιγέρια, παστά, τουρσού, λουκάνικα, καπαμάδες... τίποτα δεν του ξεφεύγει... τυριά κάμει, τραχανάδες... χρυσάφι τα χέρια του... Ε μπρε, το΄παμε ε; μπροστοποδιά, κατσαρόλα και τσεμπέρι πάνε αντάμα... την εβλέπεις την αννέ σου... αλί σα δε μαζεύεις το μαλλί... έτσι δα αρχίζει το μαγέρεμα κόρη μου... με το τσεμπέρι..."


"Τσεμπέρια, μπροστοποδιές, νοικοκυριά, κουμάντα και μαγερέματα, εμείς τα εμαθαίναμε από μικρές-μικρές... πότε θα τα εμάθαινες; σαν ήρχετο η ώρα να παντρευτείς; ΄Aσε που ήπρεπε να σε ξέρουνε γι΄άξια γιατί αλλιώς... σιγά μη σου ετύχαινε στεφάνι... ανοικοκύρευτη, μόνο με κάνα παλαβό θα ευρισκόσουνα... Mωρέ και τι δεν ήπρεπε να ξέρουμε... γάμος σήμαινε να κουμαντάρεις σπιτικό και σπιτικό σήμαινε χίλια-μύρια πράματα μαζί... να κρατάς φαμίλια, σήμαινε άλλα τόσα ... το πρώτο χέρι ήσουν μέσα στο σπίτι ... αμ κι απέξω απ΄το σπίτι ήσουν το δεύτερο... κηπουλάκι, μπαχτσές, μποστάνι, της νοικοκυράς μέρη ήτονε... βάλε πως ήπρεπε να είσαι και το δεύτερο χέρι του κυρού σου; ΄Hπρεπε να μπορείς να σταθείς στο ποδάρι του σαν εκείνος δεν εμπόρειε... αυτά κι αυτά εμαθαίναμε εμείς... αυτά μας εκάνανε νύφες άξιες... ήθελες, δεν ήθελες, όλα δαύτα τα εμάθαινες... στα 12 τα ήξερες σχεδόν όλα... είχενες αναθρέψει και κάνα δυο αδέρφια... "

"΄Αιντε και να σε ειδώ νυφούλα... θα ζω άραγες να σε ειδώ, ποιος ξέρει...  μπρε, τα μυαλά σου μαζί σου να τα΄χεις ακούς; να μην μας εφέρεις κάνα παραδόπιστο για κάνα παραδομένο... Ζω δε ζω, εσύ, τα μυαλά σου μαζί σου... αχ--- άλλαξαν οι εποχές κόρη μου... αλλιώς ήταν στον καιρό μου...  είσαι κι όμορφη... πολλοί λεγάμενοι θα σε πλευρίσουν, μόνο να προσέχεις... τότες, ποιος να σε πλευρίσει τότες... για όλα ήτονε ήδη κανονισμένα από τους γονέους σου, για -σαν ήσουνα τυχερή- ήπαιρνες αυτόν που ετυραννούσε την καρδιά σου... πιότερο ήτονε τα κανονισμένα... από μικρή-μικρή σε βάνανε στον τροχό... σαν ήφτανε η προξενήτρα με το προξενιό στο σπίτι ήτονε ήδη αργά... είχενε κανονιστεί το ζήτημα και λόγος ουδείς δεν σου ήπεφτε... το λογοστέσιμο ήτονε συμβόλαιο... κι είχενε γίνει... το προξενιό ήτονε για τους τύπους... μια στιγμή τον ήβλεπες από τα πέρα κι αυτό ήτο... τον εκέρναες κι ένα γλυκό του κουταλιού χωρίς να υψώσεις διόλου το μάτι για να τον καλοειδείς και τέλος... Μπορεί μπρε, να τον είχενες δει κι όξω κάπου - ειδικά άμα ήτο συγχωριανός- μα δεν τον ήξερες... δεν ήξερες πως δρα και πως σκέφτεται... ούτε τις χάρες του, ούτε τα χούγια του ήξερες... ήκουες ότι ελέγετο γι΄αυτόν και τη φαμίλια του κι ήλπιζες να βγει καλός άντρας και καλός πατέρας... Ν΄αφήσουμε την κουβέντα κόρη μου;  Παρωρίσαμε... ήρθ΄ ο πρώτος... χασμουρίζεσαι... "

"Νωρίς είναι ακόμη νενέ μου. Διακοπές έχω, δεν θα ξυπνήσω πρωί. Πες λίγο ακόμη, λίγο, έλα..."

"Τι να σου πω ακόμα κόρη μου... Είχαμε όμορφες συνήθειες στον τόπο μας... όλα ακολουθούσανε το έθιμο, τ΄αντέτι... Και τ΄αντέτι  τότες πρόβλεπε υπακοή στους γονέους... κι αν το λογοστέσιμο μεταξύ γονέων είχενε γίνει χρόνια πριν, πολλά εμένανε ακόμα να γίνουν μέχρι να βγεις την πόρτα του πατρικού σου νύφη... τα  ήθελε τ΄αντέτι και τα ήθελε και με τη σειρά... δεν έκαμε κανείς του κεφαλιού του... Μετά το λογοστέσιμο και την προξενήτρα που ερχότανε για το επίσημο, ερχότανε η μέρα του λόγου... κι ήτο ο λόγος σαν αρραβώνας χωρίς πανηγύρι... στο λόγο ερχόσαντε ο γαμπρός με τους γονέους του και τον παερή του (νονός) μαζί με κάνα δυο ακόμα πολύ στενούς κι αγαπημένους τους συγγενείς κι εζητούσαν το χέρι της κοπέλλας... Συμφωνούσε ο πατέρας της, εδίνανε τα χέρια... το λογοστέσιμο γύριζε σε λογοδόσιμο... κι επαίρναγαν στα ξεχωρίσματα που ήτονε της προίκας τα διάφορα... τόσα δίνω, τόσα παίρνεις... βλέπεις, ηθέλανε να μην έχει διαφορές αργότερα το αντρόγυνο κι εφροντίζανε να τα ξεκαθαρίσουν όσο πιο καλά εγινότανε... Σαν ετέλειωνε το διάφορο, ορίζονταν η μέρα του αρραβώνα κι ύστερα ο γαμπρός κι η νύφη μπορούσαν να μιλήσουν, μόνο που πρώτα πλησίαζαν στα πεθερικά τους και τους εφιλούσαν το χέρι... απόμενε να εορταστεί ο αρραβώνας και μετά έμενε να μπούνε σε σειρά οι προετοιμασίες του γάμου... "


"Κι είχε κι ο αρραβώνας το αντέτι του και σαν ήφτανε η ώρα του...
Μπρε, μπρε, μπρε... τι έχω πάθει με σένα... λιγώνομαι ΄γω να σου μιλώ, λιγώνεσαι ΄συ ν΄ μ΄ακούεις... ΄Aιντε κόρη μου... ώρα ν΄αφήσουμε τους αρραβώνες και να θέσουμε... κι αύριο μέρα του Θεού είναι ... αύριο θα πούμε για τους αρραβώνες... βασιλέψαν για τα καλά τα ματάκια σου... ήρθε κι ο δεύτερος, ήρθε κι ο κουκουλωμένος..."

"΄Εχεις δίκιο νενέ μου, ήρθε κι ο κουκουλωμένος!
Καληνύχτα νενέ..."

"Καληνύχτα κόρη μου... Τατλί ρουγιαλάρ..."

 Καλά σας βράδια

Ε.-

 Αχ νενέ μου, και που ΄σαι! Αχ και να γινόταν και να σε είχα μαζί μου στην Πόλη να ΄βλεπες όλα τα καλά της, να ΄βλεπες και τα τουρσού της! ΄Ασε, τα είδα και δάκρυσαν τα μάτια μου! Θυμήθηκα τον πατερούλη μου και τα δικά του! Δάκρυσαν τα μάτια μου μα μου ΄τρεξαν και τα σάλια! 



9 Οκτωβρίου 2013

Ο άνθρωπος αγαπιέται με τις τις χάρες του...


Πάει, πέρασε ο Σεπτέμβρης, ο κακός, ο ένατος όπως τον αποκαλούσε η γιαγιά μου. ΄Ηταν για κείνη ο μήνας της μνήμης, της φωτιάς και της καταστροφής, ο αλησμόνητος, του θανάτου, του μοιρολογιού και των θρήνων! Ο μήνας της  χαμένης αγάπης και του "συνωστισμού"! Πέρασε και φέτος δεν ασχολήθηκα μαζί του κι είμαι πολύ ευχαριστημένη γι΄αυτό. 

Οκτώβρης πια...
Καλώς το! ΄Ηρθε!΄Οχι πως θα γινόταν κι αλλιώς! Και ιδού, κάθε κατεργάρης στον πάγκο του! Εγώ επί του παρόντος, η βροχή στο δρόμο, οι μαθητές στα σχολειά, οι μεγάλοι στη δουλειά! Τα κίτρινα -πράσινα πριν- φύλλα, πάνω ή κάτω, στα κλαδιά ή να σκεπάζουν το χώμα! Μια άλλη ομορφιά! Λίγο μελαγχολική, λίγο ρομαντική, διακριτική.

Μμμμ... σήμερα έξω ο Θεός παίζει με τον καιρό! Π.χ.  το πρωί έπαιζε με τον ήλιο ενώ αργότερα έως και τώρα κοσκινίζει το νερό στο ψιλό-ψιλό σινί, σα για να βρει  χρυσάφι! Και σαν το βρει, ξέρετε, θα το κρατήσει εκεί στα ψηλά, μέχρι να ξανακαλοκαιριάσει!
Καλό μας φθινόπωρο!


Συχνά σκέφτομαι πως τούτο ΄δω το "μαγαζί" έχει κάτιτις από τεστ Αλτσχάιμερ!  Τεστ για το τι θυμάμαι, για το πως, το πότε, το γιατί. ΄Ισως όμως να ΄ναι τεστ και για κάποιους άλλους! Αυτούς που περιμένω να φανούν! Γράφω, γράφω, γράφω κι όλο περιμένω πως όλο και κάποιος θα φανεί από καμιά γωνιά, κάποιος ξεχασμένος ξάδερφος, καμιά απομακρυσμένη θεία ή κάποια παλιά γειτόνισσα και θα μου πουν: "Μα τι γράφεις! ΄Οχι, δεν έγινε έτσι... ΄Οχι, δεν είναι αυτός... όχι, κάνεις λάθος!" 
Το πόση χαρά θα μου έδινε αυτό το "λάθος κάνεις",  δεν περιγράφεται! ΄Εχει συμβεί σε τόσους πολλούς άλλους, να βρεθούν ή να ξαναβρεθούν, να σμίξουν ανέλπιστα! Και μένα μου ΄τυχε! Κι ήταν απερίγραπτα τρυφερό όσο και όμορφο! Μ΄αυτό θα σας το διηγηθώ μια άλλη φορά!
Κι όλο περιμένω να (μου) ξανασυμβεί! Και θα περιμένω...

"Μπρε κόρη μου, βλέπεις αυτές στην τηλεόραση και στα "ρομάντζα" και νομίζεις κι ότι αυτές είναι κι άλλες δεν είναι... και φαντάζεσαι πως όλοι τρέχουνε ξοπίσω τους... Αμ, δε σου λέω... τα πασαλείμματα και τα φκιασίδια, δεν χρειάζονται σε καμιά... δε κάμουν αυτά τον άθρωπο... Καθαρή να ΄σαι, μοσχομυριστή, χτενισμένη... να ξέρεις να φέρεσαι, να μιλάς, να στέκεσαι και φτάνει σου...  Φτιασιδωμένη και βρώμικη! Μμμ... ωραίο πράμα! Μωρ΄θα σε κοιτάξουν, θα σε πλησιάσουν αλλά μετά από δω πάνε κι άλλοι... Πασαλειμένη κι αχτένιστη! Θα σε κοιτάξουν και θα γελάσουν... Κι αν  ανοίξεις το στόμα και δεν ξέρεις τι λες για δεν ξέρεις να πιάσεις το πηρούνι  ή κάθεσαι σα την αρκούδα,  θα λακίσουν... Χάρη και τρόπους χρειάζεται η γυναίκα...  Κι η χάρη κόρη μου, βγαίνει από μέσα σου...  ή την έχεις -από γεννησιμιού σου- ή δεν την έχεις... κι όσο για τους καλούς τρόπους, τα ήθη και την ευγένεια, χάρισμα είναι... δοσμένα απ΄το σπιτικό σου... χάρη κι εξυπνάδα, τα ΄λεγε ο πάππος μου όλα αυτά μαζί...  Τα φκιασίδια και τα πασαλείμματα είναι ξεγέλασμα, ψευτιά... γινήκανε όλα τ΄απόξω μια ψευτιά και πείστηκε ο άθρωπος... κερδισμένη βγαίνεις με το χαμόγελο, την ευγένεια... και τη συμπόνια... μικρή είσαι κόρη μου μα αυτά που λέγω τα καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; "

"Ναι γιαγιά, τα καταλαβαίνω..."

"Ξετέλεψες, δεν ξετέλεψες με τα σχολικά;  ΄Αιντε που θες τηλεόραση... άστη μπρε κι έλα κάτσε κοντά να σου πω μια ιστορία που εθυμήθηκα...  μια ιστορία που μας ήλεγε ο δάσκαλος εκείνος κει στο πρώτο σχολειό... είχε να κάμει με το ξεγέλασμα των αθρώπων... είχενε να κάμει με τις αρχές, τις κεφαλές, τα γκουβέρνα και την αρχηγία ... ΄Ακουε δα ... ΄Ητο κάποτε ένα τσούρμο  παιδιά... όλα ηθέλανε να είναι η κεφαλή του τσούρμου μ΄ αντίς να παίζουνε όλο τσακωνόσαντε για το δεσποτικό... τρωγώσαντε αντί να χαίρουνται και να φχαριστιούνται... έτσι ήρθε η ιδέα σ΄ένα Γιαννακό ενώ ήκλαιγε... μικρός ήτο και τον είχανε όλο έξω απ΄το παιγνίδι...  τον ήπνιξε το άδικο το μικρό, αγανάχτησε και μια στιγμή ήκραξε  στους άλλους... "να ψηφίσουμε, αντί να τσακωνόμαστε...  όπως κάνουνε στη δημογεροντία... θα βγάλουμε τον αρχηγό, θα πάψουμε τους καβγάδες και θα παίζομε όμορφα".  Ρωτήσανε τότες οι μικροί τους πιο μεγάλους, μάθανε τους κανόνες... και στρωθήκανε να ψηφίσουνε... τέσσερεις-πέντε θέλανε το δεσποτικό και συμφωνήσανε οι υπόλοιποι πως απ΄αυτούς θα εψηφίσαζανε έναν... κι έτσι κι έγινε... ανάμεσα στις κεφαλές ήτονε κι ένας νταντάλας (ψηλός), λιανοκαμωμένος, νόστιμος... καμιά 12αριά χρονώ... κι είχενε και μια άκρα μουστακάκι... στην αρχή τα παιδιά, είχανε άλλο στο μυαλό τους για αρχηγό, έναν πιο μεγάλο, αλλάξανε όμως γνώμη κι εψηφίσανε το νταντάλα... το σκεφτήκανε, το κουβεντιάσανε και συμφωνήσανε πως αυτός θα ήτονε καλός για αρχηγός... ήτονε μεγάλος αφού είχενε μουστάκι... άρα θα ήτονε σωστός και μυαλωμένος... Τους εξεγέλασε, κόρη μου, το μουστακάκι... αυτός που εψηφίσανε για αρχηγό αποδείχτηκε ο πιο άμυαλος, ο πιο ανάποδος, που δεν ήκουγε κανένα... ότι ήθελε αυτός και το τι θέλανε οι άλλοι λίγο τον ήνοιαζε και καθόλου δεν τον ήκοφτε... της κακιάς γενιάς... σκληρός, γελασάρης αποδείχτηκε... είδαν κι αποείδαν τα παιδιά... κι έτσι λίγες μέρες μετά κάμανε άλλη ψήφο και τον εκαταργήσανε... Θυμούμαι πως μας ερώτησε ο δάσκαλος μας μετά, τι έκρυβε η ιστορία... το εσυνήθιζε αυτό... μας ήλεγε μια ιστορία και μετά να μας ερώταε τι εκαταλάβαμε... Ελέγαμε τότες ο καθένας το δικό του ... άλλος το ΄λεγε καλύτερα, άλλος λιγότερο καλά... μα το ζουμί ήτονε πάντα ένα... και σ΄αυτή την ιστορία κόρη μου, το ζουμί ένα είναι... Ξεγελάει η μόστρα κόρη μου,  μόνο ξεγελάει για λίγο... δεν είναι χαζοί οι άλλοι...  "

"Μας είπενε ακόμα ο δάσκαλος πως το παιδί που εψηφίσανε δεύτερο ήμεινε πολύ καιρό στην κεφαλή της συντροφιάς τους γιατί τους ήκουε όλους σα λέγανε κάτι ή σα ζητούσανε κάτι... τους εσυμβουλευόντανε και τους εσυμβούλευε... είχενε ένα καλό λόγο για τον καθένα... όχι άιντες-άιντες κι όπου βγάλει... δεν ήκαμε του κεφαλιού του κι ότι εκατέβαζε η γκλάβα του... τον αγαπήσανε τα παιδιά... κι ας μην ήτονε ψηλός, κι ας μην είχενε μουστάκι... κι ας μην ήτο όμορφος..."

"Γι΄αυτό σου λέω... ο άθρωπος αγαπιέται με τις χάρες του..."
 "τα φτιασίδια, τα απ΄έξω δεν κάμουν τον άθρωπο..."

"και μην την εκοιτάς σα χαϊβάν και σα ζωντόβολο όλες αυτές... κοροϊδεύουν τη μούρη τους πρώτα και μετά τον κόσμο..."



Κρέμεται ακόμα εκεί, χωρίς φως, να φωτίζει
Κάγκελα παντού
Κάγκελα παντού ένα γύρω...
Το σχολειό στα Βουρλά του 2010
"΄Ητονε όμορφο το σχολειό μας... άσπρο απ΄όξω, γερό, πετρόχτιστο, μέσα γαλανό βαμμένο... με κιρμιζί κεραμίδια, παραθύρια μεγάλα... την τάξη μας την εστόλιζε ο Χριστός πάνω από την κεφαλή του δάσκαλου, ένας μεγάλος χάρτης της Ελλάδας κι ήδειχνε τις θάλασσες, τα νησιά, τα χωριά και τις πολιτείες... κι εμαθαίναμε που ήτανε αι  Αθήναι, η Σαλαμίνα, οι Θερμοπύλες... εβλέπαμε τις λίμνες και τους ποταμούς... εξέραμε από πούθε είχανε φύγει η νενέ κι ο παππούλης μας... εξέραμε τους παλιούς τόπους τους... δεν εφανταζόμαστε τότες πως θα έφτανε η μέρα που θ ΄αφήναμε τον τόπο μας... τον εδικό μας τόπο και θα βρισκόμαστε πάλι πίσω στην αρχή... ποιος το πίστευε ότι θ΄αρχίζαμε τη ζωή μας πάλι απ΄την αρχή... εκεί στον τόπο που βλέπαμε πάνω στο χαρτί... κι ο ΄Υψιστος να μας το ήλεγε τότες κόρη μου, δεν θα Τον επιστεύαμε... Μια θάλασσα μας χώριζε...  η ίδια  θάλασσα μας χώρισε... κι ήτοντε για πάντα... Στα λέω κι ακόμα δεν το πιστεύω... παρ΄όσα  εζήσαμε, παρ΄όσα κι αν επεράσαμε... ακόμα δεν πιστεύω... πως δεν θα ξαναπάω πίσω στον τόπο μας... "


Καλά σας βράδια

Ε.-


Εκτός όμως απ΄αυτό το κάτιτις το ξεχασιάρικο, το τεστ της μνήμης και της θύμησης, που βρίσκω πως διαθέτει το παρόν "κατάστημα" προχθές μου ΄βγαλε και πολύ γέλιο! Κι αυτό χάρη στις στατιστικές του! Το γέλιο βγήκε κυρίως γιατί  είμαι μπούφος στα του ιστού! Εξ ου και η λιτότης του παρόντος! Το έχω συγκρίνει πολλές φορές με τα άλλα "μικρομάγαζα" που επισκέπτομαι κι η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν πολλά που τα ζηλεύω! Υπάρχουν τόσα πολλά άλλα όμορφα "μικρομάγαζα" που το δικό μου μπροστά τους μοιάζει άσχημο παπί! Γεγονός είναι ότι προσπάθησα να το συμμορφώσω,  να το σουλουπώσω και να το περιποιηθώ αλλά εις μάτην. Οι γνώσεις μου περί ιστού και ιστολογικών "επινοημάτων" είναι πενιχρές όπερ και τελικά εγκατέλειψα τις προσπάθειες. Το ασχημόπαπο όμως στο τέλος, γίνεται κύκνος, θυμάστε; Κύκνος μού φαίνεται το "μαγαζάκι" μου όμως σαν αναθυμηθώ τα όσα έχω γράψει. Και τ΄αγαπάω πολύ...

Ας μην όμως σας ζαλίζω άλλο.
Πού το γέλιο;
Μωρέ να ΄ναι καλά οι κυβερνοναύτες, πολύ γέλασα! Και γελάω ακόμη! Και  φως-φανάρι το τι ψάχνουν και το τι τους απασχολεί! Χμμμ... λέτε; Μήπως αν θέλω/τε ν΄ανέβει η "θεαματικότητά" μου, ν΄αρχίσω να χρησιμοποιώ άλλο λεξιλόγιο; Ακούς φίλε μου, "κωλ_ς" και "πισινός"! Μάλιστα! Αφού την περισσότερη πελατεία την είχαν οι αναρτήσεις μου που περιέχουν τις λέξεις "κωλ_ς" και "πισινός" τι να πω; Γελάω!!!
 
Δεν χρησιμοποιώ συχνά αυτές τις λέξεις, απλώς περιλαμβάνονταν σε δυο παροιμίες-κεφαλίδες!
Το δε συμπέρασμα προέκυψε γιατί μόλις προχθές ανακάλυψα το σύστημα "στατιστικά"! Θαυμάζοντας ακόμα μια φορά τα διάφορα "εργαλεία" που προσφέρει το σύστημα μπλογκ κλπ., έπαιζα, πατώντας κουμπιά και κάνοντας διάφορα κι απανωτά κλικ ελπίζοντας σε μια πίθανη-απίθανη βελτίωση του καταστήματος. Σ΄ ένα απ΄αυτά τα περιβόητα "κλικ" πατήματα, αντέδρασε λοιπόν εκείνο το "στατιστικά"! ΄Εχω κι εκείνο το "φιτζ-ιτ" στο τέλος της σελίδας μου αλλά απά το έχω αντιγράψει από κάπου και το ΄χω μοστράρει εκεί στα χαμηλά. Κάπου-κάπου του ρίχνω καμιά ματιά αλλά αυτό είναι όλο.  ΄Οταν όμως αντέδρασε εκείνο το κλικ το στατιστικά, αντέδρασε και το μυαλό μου και γέμισα περηφάνεια βλέποντας ότι έχουν επισκεφτεί το μαγαζί μου κοντά 15.000 φορές! Ψίχουλα δηλαδή σε σχέση με άλλα παρεμφερή καταστήματα, αλλά αυτό δεν με απασχολεί και πολύ. Παρ΄όλα αυτά βρίσκω εντυπωσιακό το αποτέλεσμα των στατιστικών. Πίστευα ότι με τον καιρό θα είχε μειωθεί στον κυβερνοχώρο αυτό "ενδιαφέρον"! Αμ δε!  Επιβεβαίωση ακόμα μια φορά για το ποιόν των κυβερνοναυτών; 

Τι να κάνουμε... σε σας έχει ήδη αρχίσει,
σε μας όμως σήμερα άρχισε το φθινόπωρο!
 

30 Σεπτεμβρίου 2013

Κωνσταντινούπολη - RESIST GREECE






΄Ανθρωποι σαν κι εμάς ...


Δικοί μας άνθρωποι...

24 Σεπτεμβρίου 2013

΄Οσο πιο ψηλά ανεβαίνει η μαϊμού τόσο πιο πολύ φαίνεται ο πισινός της...


Ουφ! Επιτέλους τα ζαχαρώματα τέλος! Μη φανταστείτε, μαρμελάδα δαμάσκηνα έκανα, προϊόν εγχώριο και στην εποχή του. Μια φίλη μού έδωσε κιλά μπόλικα, απ΄τον κήπο της. Ε, τί, να τα πετάξω? Ε, όχι! Αφού λοιπόν κάμποσα καταναλώθηκαν πάραυτα, κάποια στόλισαν χθες μια τάρτα που καταναλώθηκε κι αυτή πάραυτα. Τα υπόλοιπα όμως στολίζουν στα βάζα τα ράφια μου μέχρι να καταναλωθούν -εν είδει μαρμελάδας- κι  αυτά. Στη συνέχεια θ΄αντικατασταθούν μ΄ότι μου προκύψει. Και ή που θα είναι ελιές ή τουρσί ή πάλι μαρμελάδα. Ιδού, ο κόπος μου σε χρώμα βαθύ, σχεδόν ρουμπινί...
Τίποτα το πιο εύκολο - και όλα σχεδόν τα φρούτα μπορούν να γίνουν μαρμελάδα -
Συνταγή για άσχετους/τες

Μαρμελάδα δαμάσκηνα 
 (μόνο κάποια λίγα φρούτα δεν γίνονται μαρμελάδα αλλά "πηχτή" όπως έλεγε το ζελέ η γιαγιά μου)

Χρειαζούμενα

Κατσαρόλα
Κουτάλα ξύλινη
Φρούτα
Ζάχαρη
Βαζάκια

Σ΄ ένα κιλό γινωμένων, καλοπλυμένων άνευ κουκουτσιών (που συνήθως υπάρχουν) και ψιλοκομμένων φρούτων αντιστοιχεί μισό κιλό ζάχαρη - ειδική για μαρμελάδα που τη βρίσκετε στο σούπερ μάρκετ. Αυτάάάά!
Σας φαίνεται περίεργο; Και όμως, τίποτα ευκολότερο από τη μαρμελάδα σήμερα.
Κάποτε ήταν δύσκολη υπόθεση η πετυχημένη μαρμελάδα. ΄Ηθελε πολύ περισσότερο χρόνο και κυρίως ήθελε πολύ περισσότερη μαγκιά το σωστό "δέσιμο".  ΄Οπου "δέσιμο" βλ. όχι μάγια αλλά κάτι το απόλυτα μαγικό. Εκείνο το τέλειο σημείο πήξης. Αυτό το τσακ που δίνει στη μαρμελάδα την ξεχωριστή όψη και υφή και φυσικά την επιτυχία. Σήμερα λοιπόν χάρη στην "ειδική" ζάχαρη που περιέχει πηκτίνη-ζελατίνη ή όπως αλλιώς αυτό το λένε, η μαρμελάδα μας γίνεται στα γρήγορα και κυρίως στα σίγουρα!
 
Εντάξει, εντάξει, κατάλαβα. Θέλετε κι άλλες λεπτομέρειες. Ε, άλλες λεπτομέρειες δεν υπάρχουν, εκτός από μια σημαντικότατη σημείωση κι ένα σημαντικότατο κόλπο-μυστικό.
Σημείωση: Δεν χαζεύουμε, δεν μιλάμε στο τηλέφωνο, δεν κάνουμε καμιά άλλη δουλειά όταν κάνουμε μαρμελάδα παρά μόνο ανακατεύουμε συνέχεια με ξύλινη κουτάλα. Υπολογίστε λοιπόν πως  περίπου 15 με 20 λεπτά, προσοχή και μάτια θα είναι στραμμένα αποκλειστικά στην κατσαρόλα. Σε δευτερόλεπτα αρπάζει η μαρμελάδα λόγω της ζάχαρης κι αν αρπάξει, κλάφτα Χαράλαμπε. Δυστυχώς δε χάνει μόνο το λαμπερό της χρώμα αλλά χάνει και το λόγο ύπαρξής της γιατί πικρίζει! ΄Οπερ χαμένος ο κόπος. Γι΄αυτό λοιπόν, κατσαρόλα και μόνο κατσαρόλα και μαρμελάδα και μόνο μαρμελάδα!  
Μυστικό: που θα σας εξασφαλίσει τη σίγουρη επιτυχία, έχει λοιπόν να κάνει με το χρόνο βρασίματος κι εκείνο το απόλυτο σημείο "δεσίματος"-πήξης.  Γι΄αυτό υπάρχει ένα και μοναδικό κόλπο γνωστό από τους αρχαιοτάτους χρόνους. Μετά το 15λεπτο, ρίξτε μια κουταλίτσα μαρμελάδα σ΄ένα πιάτο. Και ιδού. Γέρνετε το πιατάκι κι αν σε 1 περίπου λεπτό η μαρμελάδα δεν "τρέχει" ε, τότε αποσύρουμε την κατσαρόλα από τη φωτιά κι αφήνουμε να μισοκρυώσει. 


Αν όμως "τρέχει" τότε συνεχίζουμε το βράσιμο και σε λιγάκι επαναλαμβάνουμε το τεστ "πιατάκι".  Δε μένει τώρα παρά να τη βάλουμε σε ολοκάθαρο και μετά στο ράφι. Ε, και μετά ξέρετε. Την αλείφετε στο ψωμάκι αφού προηγουμένως το έχετε αλείψει με καλό βουτυράκι ή και χωρίς. Γνωστό επίσης πως ταιριάζει τέλεια με το γιαούρτι, το ότι χρησιμοποιείται ως βάση σε γλυκά διάφορα, τούρτες και τάρτες, την αλείβουμε και σε διάφορα κουλουράκια. Στολίδι γίνεται σε διάφορα γλυκάκια και την αγαπάνε και τα παιδάκια ε, και προκειμένου να τρώνε μερέντα καλύτερη δεν είναι η σπιτική μαρμελάδα;
Σας βεβαιώ, πιο κουραστικό ήταν και πιο πολύ μου πήρε το να βγάλω τα κουκούτσια!

΄Αντε, μαρμελάδα τέλος.΄Οσο περήφανη κι αν είμαι για το αποτέλεσμα, η αλήθεια είναι ότι, καλή και κάλλιστη η κουζινική και την αγαπώ αλλά λατρεύω τα ταξίδια.
Γι αυτό

βίρα για νότια...
 
Λισαβόνα
΄Εχει  ένα κάτι το ατημέλητο αυτή η πόλη. Σαν μια Αθήνα είναι. ΄Ισως λίγο πιο παρατημένη, λίγο πιο ήρεμη και ίσως λίγο πιο αργή. Ναι, αργή. ΄Οχι νωχελική. Το νωχελική ταιριάζει πιότερο στ΄ανατολικά, όπως το ΄λεγε πάντα η γιαγιά μου. Μεταξύ μας, δεν έλεγε νωχελικό ή αργό, κοιμήσικο έλεγε σαν μίλαγε για τους άλλους ντόπιους στον τόπο της, μόνο που αυτό το κοιμήσικο δεν έκρυβε κακία γιατί στο βάθος κακία δεν τους κρατούσε όσο κι αν αυτό κρύβει κάτι το πολύ-πολύ παράδοξο.

 Η ζωή της αρχίζει νωρίς το πρωί με μυρωδιές κρέμας βανίλιας και ψωμιού μόνο που της λείπει ένα κάποιο κομμάτι ζωντάνιας. Σαν περάσει η ώρα, η μυρωδιά της σαρδέλας και του μπακαλιάρου θ΄αντικαταστήσει τη βανίλια και η μυρωδιά των θαλασσινών θα μπλεχτεί με τη μυρωδιά του καλαμποκόψωμου. Η ζωή της μοιάζει ζωή καθισμένη, σχεδόν πατημένη. Μια κακουχία πλανιέται στον αέρα της, η κίνησή της περιορισμένη. Το κέντρο της βαριεστημένο. Οι άνθρωποί της μοιάζουν σαστισμένοι, κεραυνοβολημένοι. Τους χαρακτηρίζει κι αυτούς μια εγκατάλειψη, κουβαλούν ίσως μια ταλαιπωρία. ΄Εχουν ύφος κατοίκων βασανισμένης πρωτεύουσας. Τα χέρια τους όμως, τα χέρια των ανθρώπων της είναι χέρια κουρασμένα, δουλεμένα χέρια  όπως τα πρόσωπά τους και η γη τους. Τίποτα όμως, δεν  εμποδίζει την ευγένειά τους ή το να σου χαμογελάσουν.  Ούτε κι αυτή η ίδια η ρημάδα η κρίση που χτυπάει και την Αθήνα. Μου μοιάζουν όλοι γνωστοί. ΄Ισως γιατί εδώ που κατοικοεδρεύω έχει πολλούς "ίδιους"! Πολλοί άνθρωποί της την έχουν εγκαταλείψει εδώ και χρόνια και έχουν πάει στα ξένα για μια καλύτερη τύχη.  ΄Η ίσως ακόμη να μου μοιάζουν γνωστοί γιατί σ΄όλα μού θυμίζουν εμάς...Τι να πιάσω και τι ν΄αφήσω! Και σε τι δεν μας μοιάζουν οι Πορτογάλοι! Να πιάσω το σήμερα ή το χθές; Ν΄αφήσω το ότι το 1950 ξενιτεύτηκαν κύμα ή να πιάσω το ότι το 1974 γλύτωσαν κι αυτοί απ΄ τη δικτατορία;
Κάποιος θαμώνας, στο διπλανό τραπέζι, λέει ότι "έπαψαν να χτυπάνε οι συναγερμοί των αυτοκινήτων ασταμάτητα" και συμπληρώνει "ή γιατί οι κάτοχοί τους παρακαλούνε να τους τα κλέψουν είτε για να μην πληρώνουν πια τέλη, ασφάλειες και βενζίνη ή για να πάρουν κάνα φράγκο απ΄τις ασφάλειες γιατί απ΄αλλού δεν βλέπουν φως για φράγκα". Η παρέα του κουνάει το κεφάλι, συμφωνεί και μένει σιωπηλή και συλλογισμένη. 

Λισαβόνα. Ο ποταμός της μοιάζει με θάλασσα και τη σώζει. Η θάλασσά της είναι μακριά. Κι είναι η Μεσόγειος θάλασσα στο νότο της, ο Ατλαντικός στ΄ανατολικά της. Κάποια στιγμή βέβαια ο ποταμός της ρίχνεται κι ενώνεται με τον ωκεανό της αλλά αυτό συμβαίνει κάμποσα χιλιόμετρα μακριά της. ΄Ετσι βολεύεται κι αυτή με τον ποταμό της και περηφανεύεται για τις υπέροχες παραλίες του ενώ διαθέτει δυο υπέροχες κρεμαστές γέφυρες. Μια απίστευτα μακριά ονόματι Ponte Vasco da Gama κι ακόμα μία ονόματι Ponte 25 de Abril. Απίστευτες και οι δύο! Λοιπόν, οι γέφυρές τους έχουν ένα κάτι από Ρίο-Αντίριο! Μμμμ, να που έχουμε κάτι ακόμα κοινό! Λέτε πως τα τόσα κοινά να μ΄έκαναν να νιώθω τόσο άνετα στη Λισαβόνα;



Λισαβόνα. ΄Εχει και κάτι από Σμύρνη, ίσως και κάτι από Πόλη. Μήπως λέω βλακείες; Μπορεί γιατί φέτος μου έλειψε και η Αθήνα και η Σμύρνη και η Πόλη αφού καμιά τους δεν "είδα" το καλοκαίρι. 
 Δεν ξέρω αν φταίει για την εγκατάλειψη που αποπνέει η γνωστή κρίση ή τα κτίριά της, κτίρια που φανερώνουν περασμένα μεγαλεία, περασμένα πλούτη και περασμένα χρόνια. 
Κτίρια πολυκαιρισμένα, παρακαιρισμένα, φθαρμένα, σαν εγκαταλελειμμένα μόνο και μόνο στη χρήση του χρόνου...

΄Εχει κάτι από Αθήνα, από Σμύρνη κι από Πόλη αυτή η πόλη...
και για του λόγου το αληθές, δεν έχετε παρά να ρίξετε μια ματιά στις παρακάτω φωτογραφίες και να μαντέψετε ποια σε ποια πόλη αντιστοιχεί... εύκολο; Δε νόμιζω αλλά ίσως και να γελιέμαι...

Καλό σας φθινόπωρο και














Καλά σας βράδια
Ε.-

Αν κάποτε θελήσετε να ταξιδέψετε, η Λισαβόνα, θα σας ανταμείψει με όλους τους απίθανους και πιθανούς τρόπους! Με ιστορία, φύση, ομορφιά μεγαλόπρεπη ή λιτή, χαμόγελο, ευγένεια, ταπεινοφροσύνη, κουζίνα, γλυκά! Οι κάτοικοί της είναι άνθρωποι, απλοί κι όχι βουτηγμένοι στην τρέλλα του μεγαλείου περασμένων καιρών όπως οι γείτονές τους. Και όλα, σε λογικότατες τιμές!
Κι ακόμα κάτι που θα σας εκπλήξει, όσο κι εμένα. ΄Ενα κάτι ακόμα, που την κάνει να ξεχωρίζει! Αυτό το κάτι, είναι ο φελλός!!! ΄Ενα απίστευτο υλικό-προϊόν με το οποίο φτιάχνουν σχεδόν τα πάντα!