9 Σεπτεμβρίου 2012

Να λείπαν τα πιπέρια μου να δω τις μαγειριές σου ...

Ο καφές με περιμένει καυτός, μοσχομυριστός, βαρύς ...
Πώς διάολο καταλαβαίνουν ότι ξύπνησα κι είμαι έτοιμη και θα σκάσω μύτη;
Με παρακολουθούν! Πώς αλλιώς;
Γελάω με τον εαυτό μου.
Μ΄έμαθαν μάλλον... Η πρώτη που βγαίνει στην αυλή κι, η μόνη στην πρώτη ανατολή...
Σήμερα όμως και κάτι άλλο με περιμένει!  Ζεστό σιμίτι; Μμμμμ, ναι! Μα όχι σαν τα άλλα, αλλιώτικο αυτό! Πνιγμένο στο σησάμι, σαλιγκαράκι, στριφογυριστό, γυαλίζει και μυρίζει! Και ένα! Και μεγαλούτσικο! Τι κρίμα να μην έχω τη φωτογραφική μηχανή μαζι μου  ... Να πάω να την πάρω, δεν θέλω. Να ξυπνήσω τις φιλενάδες μου, όχι  ντροπή αλλά και να τις περιμένω κοντά 3 ώρες δεν ημπορώ δεν δύναμαι! Με το σιμίτι να μου σπάει τη μύτη; Και να κρυώνει; Δεν γίνεται! Γι΄αυτό, φωτογραφία γιοκ ... Και τού την πέφτω ...
Cevizli socuk - καρυδάτο
Αρκεστείτε -τώρα- στην περιγραφή μου ...
Πρώτη δαγκωνιά μικρή, του "καινούργιου" γνωριμιά ...
Δεύτερη. Βιαστική ... και λαίμαργη, στης γεύσης της απόκτηση, φιλί 
Τρίτη. Αργόσυρτη αυτή, κατάκτηση της γεύσης
Τέταρτη... Τι λέω ... πολλές μικρές απανωτές στο πρώτο δαχτυλίδι, άλωση και  ... ηδονή ...
Η γυαλάδα του, τελικά ένα χνούδι μέλι ... ευωδιά κανέλλας ... η ζύμη  καμία σχέση με σιμίτι! Μάλλον με ταχίνι! Μαγεία!

"Τα γλυκά μας κόρη μου απλά, με μπόλικο σησάμι και κανέλλα...
Είχαμε πολλά γλυκά μα τα μεζεκλίκια μας δεν τα ΄φτανε κανείς. Κι είχαμε αυτά τού χρόνου όλου... κι είχαμε και της στιγμής. Κάναμε και κάναμε... Πολλές μαζί στην εποχή του χρόνου, μαζεύαμε τα χρειαζούμενα και παρέα τα φκιάναμε τα χεράκια μας. ΄Αλλο καιρό μάζευες τα λάχανα, άλλοτε τις ντομάτες, άλλοτε τα βύσσινα, άλλοτε τα σέλινα... Τα Χριστούγεννα το χοίρο, το ρίφι και τ΄αρνί το Πάσχα...  
Και το Σεπτέμβρη είχαμε δουλειές με φούντες! Αρχή φθινόπωρο, κόντιαζε ο χειμώνας, δύσκολο πράμα να κάμεις δουλειές με τις βροχές. Ξαραχνιάζαμε κι ασβεστώναμε αποθήκες, βγάναμε και ξεπλέναμε τουλπάνια, γυάλινα και κούπια, ρίχναμε ένα μάτι σ΄αλεύρια αλάτια, ξύδια και μπαχάρια, αερίζαμε ερμάρια και συρτάρια ...
Στάρια αλωνισμένα και μαζεμένα είχαμε, τα καθαρίζαμε, τα σπάζαμε κι ετοιμάζαμε το (μ)πλιγούρι. Αγοράζαμε το αλεύρι και με γάλα ξυνό και με αυγά, μπορεί και χωρίς αυγά κάναμε τραχανά κι έπρεπε να στεγνώσει στο ταψί, να τριφτεί. Και μακαρούνες κάναμε, χυλοπίτες και φιδέ. Σουρώναμε και στεγνώναμε τη ντομάτα, κάναμε πελτέ για τις σάλτσες, είχαμε και τις λιόκαφτες στο λάδι ή και που τις βράζαμε ώρα πολύ χωρίς το φλούδι και φυλούσαμε το χυμό στα γυάλινα (βάζα). Φουρνίζαμε τις σταφίδες και τα σύκα, τις πατηκώναμε... τα σύκα τα κάμαμε πιταρίδες και τα φυλούσσαμε με τη δάφνη.


Τα πασπαλίζαμε με σησάμι, τα δέναμε με χόρτο, τα φυλούσαμε. Τα κάναμε βραστάρι το χειμώνα για τα κακά λαιμά. Αχ ο μούστος  ...  μουστοκούλουρα, μουσταλευριά και για να "φύγουν" τα παλιά καρύδια, κάναμε το γλυκοσούτζουκο, ναι, ναι, αυτό που σ΄αρέσει ... 
Και μ΄αμύγδαλα για φουντούκια για φυστίκια εγινόνανε, μα πιο πολύ καρύδι. Στο πετιμέζι βράζαμε κυδώνια και γλυκοκολοκύθα και τα φυλούσαμε κι αυτά. Ανταλάσσαμε φακές, φασόλια, ρεβύθια, κουκιά, μαυρομάτικα... ΄Οτι ΄χες έδινες, ότι δεν είχες σου ΄διναν ... Καιρός και βάναμε και το κρασί μας και το ρακί μας, ούζο το λέτε σεις και τσίπουρο ... Δαμάσκηνα και βύσσινα βάναμε στο κονιάκ, μπόλικη ζάχαρη, μοσχοκάρφια, κανέλλα και στον ήλιο ψήναμε το λικεράκι μας. Για μας τις γυναίκες ήτο το λικέρ και για τις γιορτές του ονόματος.  Και βυσσινάδα και σουμάδα, όλα με τα χέρια μας. Στον αρραβώνα σου, σουμάδα μπόλικη, εγώ θα σου την κάμω ... Λιωμένο πικραμύγδαλο είναι κόρη μου, με νερό και ζάχαρη, χιονάτο... μυρωδάτο. Δεν του βάνεις άλλο πράγμα. Μερικοί στάζανε 5 στάλες ρακί μα δεν ήπρεπε. 

Τα ρετσέλια μας (γλυκά του κουταλιού) όμως ολοχρονίς τα κάμαμε . Κάθε μήνα κι άλλο ... Τι να σου λέω τώρα ... όλα τα κάμαμε, πορτοκάλι, εγώ το έκαμα με την ψύχα, νεράτζι, λεμόνι καρουλιαστά, κυδώνι ξυστό και πάστα (παστοκύδωνο), σταφύλι ραζακί, καρπούζι, γλυκοκολοκύθα, συκαλάκι. Τα παραγινωμένα φρούτα τα κάμαμε μαρμελάδες.  καρυδάκι, δαμάσκηνο, φυστίκι, μελιτζανάκι, καϊσί, απίδι, φυρικάκι (μηλαράκι), κεράσι, βύσσινο, (ν)τοματάκι, σεφταλί (ροδάκινο)... καρότο... το μούσμουλο δεν εγινότανε μόνο, έλιωνε... και τα μούρα, τα τζίτζιφα, το πεπόνι και το ρόγδι...

Ναι και το ρόδο(τριαντάφυλλο) που σ΄αρέσει ... Κι είχα δικό μου ασβεστόνερο, καθαρό, να βάνεις τα φρούτα να σου είναι τραγανά μετά. Το μόνο μυστικό στο ρετσέλι είναι το δέσιμο. Θέλει τέχνη το βράσιμο να δέσει το σιρόπι. Η ζάχαρη σαν εκαεί πικρίζει. Κι έχει ζάχαρη πολλή. Στο τσακ πρέπει να τραβήξεις τον τέντζερη απ΄τη φωτιά, στο τσάκ. Στο μάρμαρο μετά να φύγει η φωτιά, να καταλαγιάσει η βράση... Εγώ έκαμα και λοκούμια, ήξερα. Και βανίλια (υποβρύχιο) με μαστίχα και μπομπόνια (καραμέλλες) με μέλι, σουσάμι και κανέλλα μπόλικη και με φιντίκ (φουντούκια) ... Ειδάλλως τις αγοράζαμε από το μαγαζί ...

Το φετινό μου, δαμάσκηνο ρετσέλι ...









Αχ, εκείνα  όμως τ΄αλμυρά μας .........."


Μετά την απόλαυση, τα δύσκολα ... Σε ποια γλώσσα θα τεθεί η ερώτηση, μού λέτε;

Τί, να μην μάθουμε τι τρώμε; Δηλαδή τι έφαγα ...
΄Οντως, η ζύμη με ταχίνι! Πασπαλισμένο με μέλι, έναν αέρα κανέλλα και σουσάμι μπόλικο ... σε χρώμα μπακιρί ... Αϊβαλιώτικο αυθεντικό!

Συμπέρασμα; ΄Οταν θέλεις να καταλάβεις καταλαβαίνεις ... κι όταν θέλουν να σε καταλάβουν σε καταλαβαίνουν!


 Καλά σας βράδια

Ε.-


Οι φιληνάδες μου ... θέλει ακόμη ώρα για να φανούν ...
10 ακόμη αϊβαλιώτικα γλυκοσίμιτα θα μπορούσα να είχα φάει! Χωρίς υπερβολή!


΄Ισως και να μην γράψω άλλα απ΄τα δύσκολα του Σεπτέμβρη ...
Προτιμώ, χωρίς ποτέ να ξεχνώ, να γράφω τα δικά μου ... αυτά που εγώ έζησα, όπως τα έζησα κι όπως τα ένιωσα. ΄Αλλα μέσα απ΄τα μάτια, την καρδιά και το στόμα της νενές μου ... κι άλλα, απ΄την καρδιά και τα μάτια τα δικά μου ... 
 

7 Σεπτεμβρίου 2012

Τότε ...

Δεν τα έζησα ούτε τα όμορφά τους, ούτε τα άσχημα ...
Δεν συμπέσαμε ...
Τα έζησα όμως με τη γιαγιά μου! Μόνο, άσχημα κι όμορφα απ΄το στόμα της, το ίδιο όμορφα ήταν ...΄Ηταν μια γλυκειά βασανισμένη γυναίκα, με μεγάλα καθάρια μάτια, ροδομάγουλη, ψηλή για την εποχή της ... Κι ο παππούς μου το ίδιο αν και δεν τον γνώρισα... ΄Εφυγε πριν γεννηθώ, νέος, πολύ νέος! Μελαχροινός, μουστακαλής, λεβέντης, Βουρλιώτης καθαρόαιμος! Με άκρες απ΄τη Νάξο! Και λέει ο Σεφέρης για τους Βουρλιώτες ... Κιμπάρηδες, μπεσαλήδες, ατρόμητοι! Και με βουρλιώτικη καταγωγή, καυχιόταν, πως είναι Βουρλιώτης... "
Βρήκα ...
κι αντι-γράφω
Ιωνία -  Το Βιλαέτι της Σμύρνης
 
ΒΟΥΡΛΑ

Τα Βουρλά ή Βρύουλλα είναι πόλη της Ιωνίας, στο “λαιμό” της Ερυθραίας Χερσονήσου, στη Μικρά Ασία. Η περιοχή προς της θάλασσα, το επίνειο των Βουρλών, λέγεται Σκάλα. Τα νησιά του Ερμαίου Κόλπου ήταν αρχικά οι Κλαζομενές. Σύντομα οι Κλαζομένιοι πέρασαν στην απέναντι στεριά, στη θέση των Βουρλών και της Σκάλας. Εκεί κοντά και το αρχαίο Χύτριον.

Ίωνες οι πρώτοι κάτοικοι και Λακεδαιμόνιοι άποικοι κατά τον 7ο π.χ. αιώνα. Ο σοφός Αναξαγόρας ήταν Κλαζομένιος (500-428 π.Χ) δάσκαλος των Περικλή, Ευρυπίδη, Σωκράτη και άλλων επιφανών.

Από εδώ πέρασε και ο Μέγας Αλέξανδρος και άφησε αθάνατο έργο: ένωσε με δρόμο το νησάκι των Κλαζομενών (Αγίου Ιωάννου) με τη στεριά των Κλαζομενών, τη Σκάλα.

Η ιστορία των Βουρλών, αρχίζει σχεδόν από τους Βυζαντινούς χρόνους. Ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄, ο Παλαιολόγος, περνούσε τα καλοκαίρια με την ακολουθία του και το στρατό του σ’αυτήν την τοποθεσία, κοντά στις αρχαίες Κλαζομενές. Αυτό αναφέρεται από τον βυζαντινό χρονογράφο Ακροπολίτη. Αποδεικνύεται καθαρά από το πλήθος των βυζαντινών ερειπίων και θησαυρών (αντικειμένων, τάφων, ψηφιδωτά δαπέδων, χρυσών νομισμάτων, κωνσταντινάτων), που συχνά βρίσκανε οι Βουρλιώτες, σκάβοντας τα χωράφια τους, στο κύλισμα.

Από τα Βουρλά πέρασαν και Γενοβέζοι κατακτητές. Έμειναν λέξεις όπως: Λότζα, φουντάνα, κόνσολας, Γκενοβέζικα και άλλες. Η τούρκικη κατοχή πρέπει να έγινε το 1400.

Ο Σιναϊτης μοναχός Χατζη-Κυριάκης δηλώνει την καταγωγή του “Βουρλιότις εκ χόρας Βουρλά”. Αν και αγράμματος ήταν πανέξυπνος και δραστήριος, ταξιδεύο-ντας Ασία – Ευρώπη, είχε γνωριμίες με βασιλιάδες και άρχοντες της εποχής του, τελευταίες δεκαετίες του 17ου αιώνα, αρχές του 18ου αιώνα. ΄Ηταν ακόμα προικισμένος με προσωπικότητα που προκαλούσε εμπιστοσύνη και συμπάθεια, φιλότεχνος, προστάτης του μοναστηριού της Αγίας Αικατερίνης, στο όρος Σινά, στο οποίο είχε χαρίσει πολλές εικόνες μεγάλης αξίας.

“Εκινήσαμε από τα Βουρλά και ήλθομεν εις τον Τσεσμέ…” διαβάζουμε σε πατριαρχικό κείμενο, στα 1725 του χρονογράφου Χρυσάνθου Πατριάρχου Ιεροσολύμων.

Το 1760 ιδρύθηκε το πρώτο σχολείο του χωριού, με τους 3000 κατοίκους, “Το Σχολείον της Παναγίας των Βουρλών”.

Ο Αδαμάντιος Κοραής (φιλόλογος και γιατρός από τη Σμύρνη 1748-1833) σε αλληλογραφία του με τον Πρωτοψάλτη το 1785 ρωτά: “αν ωφελήθηκε περί των θερμών από την αποδημία του στα Βουρλά”.

Ως τώρα όλοι μιλάνε για “Βουρλά”. Όμως ο Βουρλιώτης αρχιερέας Γαβριλάκης παρασύρεται από την αρχαιολατρεία του και καθιερώνει τη λέξης: “Βρύουλλα” επί το ελληνικότερον. Αυτός είναι: “Ο Ιερολογιώτατος διδάσκαλος Γαβριήλ εκ Βρυούλλων, της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης, παραδούς Ρητορίαν, Ποιητικήν και Θεολογίαν”.

Σε έγγραφα του 1857 διαβάζουμε: “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΣ ΒΡΥΟΥΛΩΝ” “ΑΔΕΛΦΟ-ΤΗΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΒΡΙΟΥΛΩΝ” και “ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΥΠΟΠΡΟΞΕΝΕΙΟΝ ΒΡΥΟΥΛΛΩΝ”. Αργότερα έχουμε: “ΑΝΑΞΑΓΟΡΕΙΟ ΣΧΟΛΗ ΒΟΥΡΛΩΝ”. Αυτά στα έγγραφα. Όμως ο απλός κόσμος έλεγε: Ο Βουρλάς μας. Τα Βουρλά μας.

Οι κάτοικοι μιλούσαν μόνο ελληνικά, εκτός από μερικούς που είχαν εμπορικά αλισφερίσια με τους Τούρκους. Υπήρχαν περίοδοι βιοπραγιών από μέρους των Τούρκων, ιδίως μετά τον ατυχή πόλεμο της Θεσσαλίας - 1897 - που αναγκάστηκαν πολλοί Βουρλιώτες να εκπατρισθούν και άλλοι, με απειλές, να γραφτούν Οθωμανοί για λόγους οικογενειακούς, περιουσιακούς και συναισθηματικούς για την Πατρίδα τους, τον τόπο τους. Ενώ πολλοί στάλθηκαν εξορία στα “Αμελέ Ταμπουρού”.

Τα Βουρλά χωρίζονταν σε περιοχές με ανάλογες ονομασίες. Είχαν πολλές εκκλησίες – Μητρόπολη την Παναγία – και πολλά εξωκκλήσια, σχεδόν το κάθε τσιφλίκι και την εκκλησίτσα του. Κεντρικό σχολείο ήταν η Αναξαγόρειος με πλήθος άλλων στην περιφέρεια των Βουρλών που συντηρούνταν από τις εκκλησίες και τους συλλόγους, καθώς και από τους γονείς των μαθητών.

Χαρακτηριστικό της ζωτικότητας και πνευματικής δραστηριότητας ήταν η έκδοση εφημερίδων μέσα στα Βουρλά, με τυπογραφείο από τον Κωστή Φουρούλη. Κατά καιρούς εκδίδονταν οι εφημερίδες: “ΑΙ ΚΛΑΖΟΜΕΝΑΙ” το “ΣΥΝΤΑΓΜΑ” η “ΣΦΗΚΑ” και η “ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΠΡΟΟΔΟΣ” με ευρεία κυκλοφορία.

Ακόμα από το 1853 λειτουργούσε στα Βουρλά “ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟΝ” και οι πνευματικοί σύλλογοι “ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ” “ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ” και “ΟΜΟΝΟΙΑ”. Είχαν μάλιστα τον “ΜΟΥΣΙΚΟΝ ΟΜΙΛΟΝ ΒΟΥΡΛΩΝ” από το 1895 με φιλαρμονική κι επίσης τον “ΣΥΝΔΕΣΜΟΝ ΦΙΛΟΜΟΥΣΩΝ” 1906, καθώς και το “ΓΕΩΡΓΙΚΟΝ ΑΔΕΛΦΑΤΟΝ ΒΟΥΡΛΩΝ”. Την φιλόπτωχον Αδελφότητα “ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ” το 1900, την Θρησκευτική Αδελφότητα “ΑΛΗΘΕΙΑ” το 1908, την “ΑΓΑΘΟΕΡΓΟΝ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΚΥΡΙΩΝ” 1908 με συνεχή δράση ως το 1922 και άλλους συλλόγους Κυριών.

Είχαν παιδικούς συλλόγους όπως: “ΤΟΝ ΟΜΙΛΟΝ ΦΙΛΟΤΕΧΝΩΝ” τον “ΑΝΑΞΑΓΟΡΑ” οι “ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΩΝ ΖΩΩΝ” 1911 με εφημεριδούλα σε πολύγραφο.

Τους Βουρλιώτες μπορούμε να τους κατατάξουμε σε τέσσερις τάξεις: α) τους φατόρους (μεγαλέμπορους) β) τους συναφλήδες (επαγγελματίες και βιοτέχνες), γ) τους νοικοκυραίους (γεωκτήμονες) και δ) τους ρεσπέριδες (γεωργούς). Τελείως πτωχοί ή άποροι ήταν σπάνια περίπτωση. Αν ορφάνευε από πατέρα μια πολυμελής οικογένεια, έπρεπε να πουλήσει τα κτήματά της για να ζήσει. Μα πάλι σύντρεχαν οι συγγενείς. Οι ζητιάνοι ήταν Γύφτοι (κατσίβελοι) από άλλες περιοχές, ξένοι.

Τα “Σινάφια” ήταν τα Σωματεία και οι Συντεχνίες που στα Βουρλά είχαν όλα τα επαγγέλματα και που γιόρταζαν με τον κάθε Άγιο προστάτη τους. Η ενότητα των επαγγελματικών σκοπών, τόνωνε τη σύμπνοια και την εθνική συνείδηση.

Είχαν τη “ΛΕΣΧΗ” του Χατζηχριστοφή για συγκεντρώσεις των παλικαριών και για παραστάσεις θεάτρων. Έρχονταν αξιόλογοι θίασοι από Σμύρνη και Αθήνα. Μερικά χρόνια πριν από την Καταστροφή του 1922, μετέτρεψαν το μεγάλον καφενέ του Φλώρου, στην Απάνω Λότζα, σε κινηματογράφο. Ακόμα Νοσοκομείο φτωχών και λοιμωδών νόσων. Και Νεκροταφείο με τρίκλιτη εκκλησία, με χτιστούς μαρμαρένιους τάφους, δεντροφυτεμένο με τσικουδιές.

Το Σεπτέμβρη του 1922 σήμανε το τέλος των Βουρλών, με μια απέραντη πυρκαγιά, βαλτή από τους Τούρκους, που σάρωσε εκκλησίες, σχολεία, μαγαζιά και σπίτια. Οι νεαροί Βουρλιώτες έλειπαν, για να αμυνθούν τον τόπο τους, εθελοντές ή στρατευμένοι, στον Ελληνικό Στρατό. Άλλοι Μακεδονία – Θράκη, άλλοι στο Μικρασιατικό Μέτωπο. Εκτός από το φριχτό θέαμα της φωτιάς, οι Τσέτες αιχμαλώτιζαν τους υπόλοιπους άντρες, σφάζανε, ατίμαζαν κοπέλες και γυναίκες. Οι γέροι, οι άρρωστοι και τα παιδιά να περάσουν απερίγραπτα μαρτύρια και να πεθαίνουν από τις κακουχίες. Όσων το ριζικό τους έμελλε να ζήσουν, ήρθαν στην Ελλάδα κακείν –κακώς, με την “ψυχή στο στόμα”. Ξερριζώθηκαν από τ’αγιασμένα χώματα της Μικρασίας, αιώνες πριν ήταν Ελληνικά, αρχίζοντας από το μηδέν, μια άλλη δύσκολη ζωή.

Πολλές δεκάδες βιβλίων έχουν γραφτεί για τα ηρωϊκά Βουρλά και θα συνεχιστούν ακόμα και άλλα. Πώς να χωρέσει η ιστορία των Βουρλών στις γραμμές ενός άρθρου; Είναι σαν να θέλουμε να βάλουμε τον καρπό μιας καρυδιάς σ’ένα μικρό καλάθι.

ΑΝΑΞΑΓΟΡΕΙΟΣ ΣΧΟΛΗ ΒΟΥΡΛΩΝ

Το 1760 ιδρύθηκε το πρώτο σχολείο των Βουρλών με την επωνυμία: “ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ”, κοντά στην εκκλησία της Μητρόπολης των Βουρλών, στο κέντρο του χωριού με τους 3000 κατοίκους. Ενισχύθηκε εκτός από την εκκλησία της Παναγίας, από μία μεγάλη δωρεά ενός εμπόρου της Σμύρνης, τον Χ΄΄ Νικολή Χρυσογιάννη από τη Μονεμβασιά της Πελοποννήσου (70 χρονών τότε) με 1000 γρόσια και από συνεισφορές Βουρλιωτών με άλλα 1000 γρόσια. Πρώτος διδάσκαλος και διευθυντής αναφέρεται ο ιερομόναχος Καλλίνικος.

Λειτούργησε με δύο τμήματα κατά το σύστημα της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης: α) “Ελληνομουσείον και Ευαγγελικών Εντολών”, τμήμα ανωτέρων σπουδών ελληνικών και θρησκευτικών. β) “Πεζών και κοινών γραμμάτων παιδαγωγικόν”, αναγνώσεως, γραφής, αριθμητικής, γενικώς των πρώτων στοιχειωδών γνώσεων.

Για είκοσι χρόνια δεν έχει ιδιόκτητο κτίριο διδασκαλίας και στέγη διδασκάλων. Το 1780 αποφασίστηκε να αγοραστεί ένας παλιός βερχανές (στοά με μαγαζιά) με οικόπεδο, απέναντι στην εκκλησία της Παναγίας ιδιοκτησία του Μαϊστρου Καριώτη. Αγοράσθηκε από την Παναγία, από τόκους καταθέσεων και φυσικά από τους Βουρλιώτες, πλούσιους και φτωχούς. Στη συνέχεια έγινε η ανακαίνιση κατάλληλη για σχολείο, που μεγάλο μέρος των εξόδων “σήκωσε” ο μοναχός δάσκαλος Καλλίνικος.

Από το 1800 τη διαχείριση του σχολείου παίρνουν οι Επίτροποι. Αναλαμβάνουν όλα τα έξοδα: πληρωμές “παιδαγωγών” επισκευές κτιρίου, επιτήρηση αλλά και το δικαίωμα η Επιτροπή να εισπράττει τα έσοδα του σχολείου: δωρεές, αφιερώματα, τόκους του κεφαλαίου, καθώς και το προϊόν των δίσκων, των εκκλησιών τρείς φορές το χρόνο, σε μεγάλες γιορτές.

Αυτή είναι η αρχή της “ΑΝΑΞΑΓΟΡΕΙΟΥ ΣΧΟΛΗΣ ΒΟΥΡΛΩΝ”. Στην είσοδο του κτιρίου υπήρχε μια παλιά κρήνη στο μάρμαρο της οποίας έγραφε:



“ 1803 Ioυνίου 5
Ήδη πρώτον δομηθείσα ετελέσθη αναλώμασι μεν της Αγίας Εκκλησίας της Παναγίας, συνδρομή δε και Επιστασία των επιτρόπων και τιμιωτάτων προεστώτων κυρ. Μανωλάκη και κυρ. Ανδρέου Μπάρμπογλου
ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ
Κοινωνών του ύδατος μέμνησο και των άνω”

Σ’αυτή τη μαρμάρινη πλάκα της βρύσης, πάνω από την παλιά χρονολογία έγραφε: “Ανεκαινίσθη τη 1 Αυγούστου 1896”. Όπως βλέπουμε έχει την ίδια καρκινική επιγραφή, σαν της κρήνης της Αγιάς Σοφιάς της Πόλης.

Οι σκοποί της Σχολής των Βουρλών, από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της, ήταν να μάθει γράμματα και όχι μεγάλη σοφία στα σκλαβωμένα Βουρλιωτάκια. Φρόντιζε επίσης να διαπλάσσει την ψυχή και το ήθος τους. Λέει το πρακτικό της συνεδρίασης (1808) “… και επιμελείσθαι αυτών (των παιδιών) ου μόνον επί παραδόσει και επιδόσει μαθημάτων, αλλά και επί ευρυθμία και κοσμιότητι ηθών, ων άνευ ουδέν έστι ή μάθησις…..”.

Κατά τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης – αν και υπάρχει η αγριότητα των Τούρκων, τα “Φόβια”, η Αναξαγόρειος αδιάκοπα λειτουργεί, όμως δεν υπάρχουν Κώδικες ή πρακτικά, ή άλλες γραφτές πληροφορίες στα βιβλία των Βουρλών.

Στα 1870 ιδρύθηκε κι άλλο σχολείο, στον Κάτω Μαχαλά, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, ενώ στην Αναξαγόρειο προστέθηκαν κι άλλες αίθουσες διδασκαλίας. Πληθαίνουν οι μαθητές, όπως και οι αξιόλογοι σοφοί, επιλεγμένοι δάσκαλοι. Υπάρχει και γαλλοδιδάσκαλος (μουσιού Σαμπού και αργότερα ο μουσιού Πετί).

Με την έγκριση και την αναγνώριση της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης συγκροτήθηκε στα Βουρλά Σχολαρχείο με Α΄, Β΄, Γ΄ τάξεις Ελληνικού. Θα διοικείται από οκταμελή επιτροπή και θα συντηρείται οικονομικά από τις δύο εκκλησίες, την Παναγία και τον ΄Αγιο Γεώργιο. Στη συνέλευση (Κυριακή 15.9.1873) συζητήθηκαν όλες οι λεπτομέρειες της λειτουργίας του Σχολαρχείου και αναφέρθηκε ακόμα: “Άμα ως τα υλικά μέσα επιτρέψωσιν, θα λάβωμεν μέριμνα και δια την κατωτέραν εκπαίδευσιν και την πνευματικήν διάπλασιν των θηλέων..”

Η ωραία τοποθεσία και το καλό όνομα των Βουρλών αυξάνουν τον πληθυσμό. Έχουνε εισβολή αποίκων από όλη την Ελλάδα, ιδίως Ναξιωτών, μετά τα ορλωφικά. Με ελληνικό πληθυσμό 15.700 κατοίκων. Με νέα σχολεία εκκλησιών και παραρτήματα της Αναξαγορείου στη περιφέρεια.

Έχομε πληροφορίες από το βιβλίο, σε γαλλική έκδοση του Σμυρναίου Δ. Γεωργιάδη, για την εκπαιδευτική ζωή των Βουρλών, ότι υπήρχαν: 3 Ανώτερες τάξεις Ελληνικού με 65 μαθητές / 3 Στοιχειώδη σχολεία με 380 μαθητές / 2 Παρθεναγωγεία με 225 μαθήτριες / 2 Ανώτερες τάξεις, προχωρημένων μαθημάτων με 89 μαθητές. Όμως η προφορική “Παράδοση” για τη μόρφωση των κοριτσιών στα Βουρλά λέει πως λειτουργούσε ιδιωτικό Παρθεναγωγείο από το 1873.

Κατά τον Φεβρουάριο του 1892 εκδόθηκε αυτοκρατορικό φιρμάνι, ότι επιτρέπεται η ανέγερση κτιρίου για σχολείο στα Βουρλά. Ο πληθυσμός, της κωμόπολης πλέον, είχε αυξηθεί σημαντικά. Πανηγυρίζει στην ιδέα. Υπήρχε σύμπνοια για την πραγματοποίηση ενός ονείρου, την τελική επέκταση του κτιρίου της Αναξαγορείου. Προσφορές από κάθε πηγή, εκκλησίες, κοινότητα, συντεχνίες (συνάφια), από τα ταμεία των παραρτημάτων της Αναξαγορείου… Τα χρήματα δεν επαρκούν.

Καταρτίσθηκαν επιτροπές για τη συλλογή χρημάτων με εράνους σε μετρητά και σε είδος (σταφίδες, λάδι, ελιές). Οι γυναίκες των Βουρλών πρόσφεραν τα βαρειά μαλαματένια κοσμήματά τους ως ενέχυρο για δάνειο από την Τράπεζα της Παναγίας. Τα κοσμήματα αυτά θα επιστρέφονταν “εν καιρώ τω δέοντι” αλλά όλες οι Βουρλιωτίνες τα χάρισαν στην Παναγία.

Ο Χ΄΄ Νικήτας Μπάρμπογλου (Βάρβογλης) χάρισε ένα μεγάλο οικόπεδό του δίπλα στο σχολείο και ο συγγενής του επίσης Βουρλιώτης Μητροπολίτης της Βιδύνης Κύριλλος Μπαξελής – θαρραλέος και μορφωμένος κληρικός – σεβαστό ποσό, μέρος της ατομικής του περιουσίας.

Έτσι χτίστηκε η δυτική πτέρυγα της Αναξαγορείου Σχολής, με αρχιτέκτονα τον Σμυρναίο Δ. Αποστολίδη. Στεγάστηκε το Αρρεναγογείο, με πλήθος μαθητών. Το κτίριο δεν είναι ακόμα ολοκληρωμένο. Λείπει μια πτέρυγα.

Καινούργιες αποφάσεις και κινητοποιήσεις ανεύρεσης χρημάτων, για την ολοκλήρωση του κτιρίου. Όπως την προηγούμενη φορά, έτσι και αυτή, πάλι οι Βουρλιώτισσες πρόσφεραν τα πανάκριβα κοσμήματά της. Οι φιλότιμοι νοικοκυραίοι, όχι μόνο παράδες – χρυσές λίρες Τουρκίας (με το ζύγι) χρυσά φράγκα – αλλά και προσωπική εργασία, μεταφορά φορτίων άμμου και υλικών. Αξίζει να αναφερθεί πως ο γέροντας παπλωματάς Χ΄΄ Κωνσταντής Τελατινίδης άνοιξε την παλιά του κασέλα και πρόσφερε όλες του τις οικονομίες, τις χρυσές λίρες, που μια ζωή μάζευε “για να αποκτήσουν παλάτι – σχολείο τα παιδιά του τόπου του”. Με τη συγκινητική συρροή των προσφορών κατόρθωσε το 1908 να χτιστεί και η ανατολική πτέρυγα, με αρχιτέκτονα από τη Σμύρνη τον Δ. Ραμπαώνη.

Η Αναξαγόρειος Σχολή Βουρλών είναι πλέον ένα ολοκληρωμένο, ογκώδες και επιβλητικό κτίριο, με πλατειά στέγη από κόκκινα κεραμίδια. Το καύχημα των Βουρλών. Λογαριαζόταν τότε ως το μεγαλύτερο της Ανατολής, ίσως και των Βαλκανίων.

Ελληνικού ρυθμού κτίριο με κολώνες δωρικού ρυθμού και αετώματα. Στην όψη θύμιζε τα παλαιά ανάκτορα των Αθηνών. Είχε μήκος 64 μέτρων, πλάτος 24 μέτρων και ύψος 16 μέχρι 18 μέτρων. Εσωτερικά οι αίθουσες είχαν 5,5μ. ύψος. Είχε δύο προσόψεις, η μια στη νότια μεγάλη πλευρά με δύο εισόδους των Αρρεναγογείου και Παρθεναγωγείου. Στην ανατολική πλευρά η κυρία είσοδο του Αρρεναγωγείου. Κάθε είσοδος αποτελούσε ένα είδος μικρών προπυλαίων με μαρμάρινη σκάλα. Δωρικού ρυθμού οι κολώνες που στήριζαν την οροφή του επάνω πατώματος. Στον δεύτερο όροφο και πάνω από τα προπύλαια υπήρχε ένα τριγωνικό αέτωμα που συμπλήρωνε την κλασικότητα του κτιρίου.

Δεξιά και αριστερά κάθε εισόδου, δύο σειρές από οκτώ παράθυρα και στα δύο πατώματα, με ανάλογη αντιστοιχία και στις άλλες πλευρές. Από κάθε είσοδο της επίμηκης πλευράς, εσωτερικά, ξεκινούσε ένας διάδρομος μήκους 20 μέτρων και πλάτος 7 μέτρων. Κατέληγε σε δύο ευρύτατες καλλιτεχνικές σκάλες για το επάνω πάτωμα. Άλλος εγκάρσιος διάδρομος, ίδιου φάρδους, έδινε το σχήμα του σταυρού, στο εσωτερικό των δύο ορόφων. Χρησίμευε και ως αίθουσα εκδηλώσεων. Ένα κυκλικό κυγκλιδωτό μπαλκόνι διευκόλυνε την παρακολούθηση κάθε τελετής, όσων βρίσκονταν στο επάνω πάτωμα.

Συνολικά είχε 16 αίθουσες παραδόσεων. Τα γραφεία και το διευθυντήριο είχαν εξοικονομηθεί στο βάθος των διαδρόμων, κάτω από τη φαρδιά μαρμάρινη σκάλα και τον πρόδρομο των προπυλαίων. Στο κτίριο της παλαιότερης πτέρυγας υπήρχαν και δύο ημιυπόγεια ευρύτατα δωμάτια, τα οποία πριν χρησίμευαν για αίθουσες παράδοσης μαθημάτων των τμημάτων της Προκαταρκτικής Τάξεως. Ο μεγάλος χώρος κάτω από το πρώτο πάτωμα του Αρρεναγωγείου ήταν το χειμερινό Γυμναστήριο της Σχολής. Η αυλή περιτριγυρισμένη με μανδρότοιχο, είχε δύο εισόδους.

Στη στρογγυλή σφραγίδα της Αναξαγορείου Σχολής υπήρχε στο κέντρο ένα λυχνάρι και εναγύρω το ρητό του Αναξαγόρα του Κλαζομένιου: “ΟΙ ΤΟΥ ΛΥΧΝΟΥ ΧΡΕΙΑΝ ΕΧΟΝΤΕΣ ΕΛΑΙΟΝ ΕΠΙΧΕΟΥΣΙ”

Έμβλημα της Σχολής το λυχνάρι που οι Βουρλιώτες – πλούσιοι και φτωχοί – φρόντιζαν να διατηρείται πάντοτε αναμμένο. Κατά τα τελευταία χρόνια πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή, λειτούργησε και Νυκτερινή Σχολή 6 με 9 το βράδυ που φοιτούσαν ακόμα και ενήλικες μαθητές, με ζήλο για μόρφωση. Των αρρένων γιόρταζε των Ταξιαρχών, 8 Νοεμβρίου και των θηλέων στα Εισόδια της Θεοτόκου.

Η “ΑΝΑΞΑΓΟΡΕΙΟΣ ΣΧΟΛΗ ΒΟΥΡΛΩΝ” ήταν από τα φημισμένα σχολεία της Ανατολής. Όχι μόνο για το κτίριο της και για το πλήθος των μαθητών, αλλά και για το μεγάλο αριθμό και την αξία του εκπαιδευτικού προσωπικού, για την υποδειγματική διδασκαλία και εργασία που γινόταν, για την πλούσια σε αποτέλεσμα διάπλαση της ψυχής των παιδιών, καλλιεργώντας τα εθνικά, θρησκευτικά και κοινωνικά ιδανικά.

Σύμφωνα με τον κανονισμό, ο διευθυντής και οι καθηγητές έπρεπε να είναι απόφοιτοι του Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών ή της Θεολογικής Σχολής Χάλκης. Οι δάσκαλοι απόφοιτοι της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης, ενώ η διευθύντρια του Παρθεναγωγείου απαραιτήτως απόφοιτος του Αρσακείου Αθηνών.

Οι δάσκαλοι της Αναξαγορείου, εμπνευσμένοι και σοφοί επιστήμονες είχαν την εργασία των όχι για επάγγελμα, αλλά από διάθεση και πίστη για τα ανώτερα ιδανικά, καθώς και από πατριωτική παρότρυνση. Κατόρθωσαν να ανεβάσουν το κύρος της Σχολής σε πρότυπο ανάμεσα σε όλα τα σχολεία της Ανατολής. Αυτό παραδέχονται όσοι δάσκαλοι πέρασαν από την Αναξαγόρειο και μάλιστα όχι Βουρλιώτες.

Σαν αναγνωστικά ήταν σε χρήση “Ο γερο- Στάθης” και “Ο Χριστόφορος” του Λέοντος Μελά, “Αι πλάναι του Ροβινσώνος” “Το Ψαλτήρι”, “Η Χρηστομάθεια” και “Οι μύθοι του Αισώπου”. Αργότερα - 1910 - δύο εμπνευσμένοι δάσκαλοι της Αναξαγορείου, ο Ανδρέας Παπαγρηγοριάδης και ο Φώτιος Τσακίρης συνεργάστηκαν και εξέδωσαν νέο Αναγνωστικό με αποσπάσματα νεοελλήνων συγγραφέων και ποιητών, ακόμα και με ξένα μεταφρασμένα λογοτεχνήματα. Τυπώθηκε στη Σμύρνη, με τίτλο: “ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΡΙΤΟΒΟΥΛΟΥ: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ”. Το μοναδικό αυτό αναγνωστικό για εκείνα τα χρόνια, μπήκε αμέσως σ’όλα τα σχολεία της Σμύρνης και της Ανατολίας.

Η ψυχή του παιδιού και η διάπλασή της υπήρξε το όνειρο της ζωής τους. Ζούσανε με τα παιδιά σε μια στοργική, ολόθερμη αλληλοεξάρτηση, στην παράδοση των μαθημάτων, στις συχνές εορτές: εθνικές, θρησκευτικές, σχολικές και στις τακτικές εκδρομές. Οργάνωναν μαθητικές – σχολικές βιβλιοθήκες (δανειστικές), παιδικούς συλλόγους, εορτές με επιδείξεις απαγγελιών, ελευθέρων ομιλιών που γίνονταν από τα ίδια τα παιδιά, μουσική, χορωδία, γυμναστικές ασκήσεις, διαγωνισμός ζωγραφικής και ακόμα καλλιέργεια φυτών σε παρτέρια της αυλής, με έπαθλα. Όλα αυτά εκτός των ωραρίων μαθημάτων.

Αξίζει να αναφερθεί έστω ένα μικρό μέρος από το πλήθος των ονομάτων των αειμνήστων διευθυντών καθηγητών και διδασκάλων: Πέτρος Βαρβάκης, Δημ. Γληνός, Δημ. Φέδας, Κωνστ. Οκταποδάς, Αργ. Μοσχίδης, Δημ. Χαμουδόπουλος, Δημ. Παυλίδης, Ανδρ. Παπαγρη-γοριάδης, Φώτιος Τσακίρης, Δημ. Αφαλιωνιάτης, Δ. Πεντεκίδης, Κωνστ. Τσίγκος, Γιωργής Αντωνιάδης (δίδαξε για πενήντα χρόνια τρεις γενιές παιδιών), Ι. Μαλαθούρας, Λ. Λαμπρικίδης, Εμμ. Χρύσης και τόσοι άλλοι.

Και μερικές δασκάλισσες: Μαρία Πασπάτη, Ελένη Χατζηαδάμ, Σίτσα Καραϊσκάκη, Ευαγ. Χατζηκοκκού, Χρυσ. Βουρβούλια, Μαρία Μουγκογιάννη, Αργυρώ Κούρτη, Φιλή Τενεκίδου, Μαρία Κιλισμανή, Δέσποινα Λορέντζου, Σαπφώ Παρίση, Αμφίκλεια Χαρλέπα, Βασιλεία και Δέσποινα Χριστοφορίδου και άλλες. Διευθύντριες: Αλεξάνδρα Βατίδου, Μαρία Τζοάννου και άλλες.

Κατά το διάστημα του πολέμου 1914-1918 η Αναξαγόρειος Σχολή επιτάχθηκε από τον τουρκικό στρατό. Με αυτή την πληροφορία το 1917 βομβαρδίστηκε από τον αγγλικό στόλο, από το λιμάνι της Σκάλας των Βουρλών. Το κτίριο έπαθε αρκετές ζημιές, μα ακόμα πολλές από την ανάρμοστη συμπεριφορά των άξεστων Τούρκων στρατιωτών. Τότε στην ίδια περιοχή βομβαρδίστηκαν και σπίτια και ο Άγιος Γεώργιος, που έπεσε το καμπαναριό του.

Τα Βουρλιωτάκια με λίγους δασκάλους – οι περισσότεροι επιστρατευμένοι – έκαναν μάθημα στους νάρθηκες των εκκλησιών, της Παναγίας, του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Ευστρατίου και σε δωμάτια σπιτιών. Η Εφορία της Σχολής επέμενε να διατηρεί άσβηστο το λυχνάρι της γνώσης. Ο πληθυσμός των Βουρλών έφτασε τις 35.000 ψυχές.

Μετά το 1918 τα παιδιά γύρισαν στο σχολείο τους, αφού επισκευάστηκαν όλες οι βλάβες και επανήλθε σιγά –σιγά ο παλιός ρυθμός της λειτουργίας της Αναξαγορείου Σχολής. Με ζέση και ενθουσιασμό, αλλά για λίγα χρόνια ζωής ακόμα…

Η Καταστροφή του 1922 ήταν ό,τι πιο ολέθριο για τον Ελληνισμό της Μικρασίας. Όπως διηγούνται αυτοί που τα έζησαν και σώθηκαν, με τι μίσος οι Τούρκοι ιδιώτες, οι αντάρτες Τσέτες, ακόμα και ο τουρκικός στρατός, συμπεριφέρθηκαν σε ανθρώπους και άψυχα, ζηλεύοντας την ανωτερότητα και την πρόοδο των Ελλήνων. Με την ίδια λύσσα ατίμασαν, έσφαξαν, τουφέκισαν, λεηλάτησαν, φωτιές έβαλαν, καταστρέφοντας τα πάντα. Και την Αναξαγόρειο Σχολή Βουρλών, αφού τη λεηλάτησαν, με γκαζοτενεκέδες έρριχναν το πετρέλαιο τριγύρω κι έβαζαν τη φωτιά, όπως και την Παναγία.

Μετρημένοι πια στα δάκτυλα οι Βουρλιώτες, οι Βουρλιώτισσες που ζούνε και θυμούνται και μεταφέρουν την προφορική παράδοση για την ΠΑΤΡΙΔΑ, ολοζώντανη στις κατοπινές γενιές.
Ν. ΠΑΡΑΡΑ - ΕΥΤΥΧΙΔΟΥ
ΑΘΗΝΑ 2001


Καλά σας βράδια

Ε.-


Δεν έγραψα σήμερα, αντέγραψα!  Δεν έγραψα γιατί ξεμυαλίστηκα!
΄Εχω χαρά στο σπίτι, ήρθε ο γιος μου! ΄Εκπληξη μου ΄κανε κι ήλιος στο σπιτικό μου!
Μα κι ήλιος έξω! Θαλασσής ουρανός, γλυκός καιρός, ο γιος εδώ ...  
Ελπίζω να σας αποζημίωσα, με τα παραπάνω ...



5 Σεπτεμβρίου 2012

Μην παίρνεις δίκιο από παιδί και τόπο από ποτάμι ...

΄Ενα μπακιρί σύννεφο βλέπω απ΄το παράθυρό μου ...
΄Αλλη φορά θα ΄λεγα πως... να, ο ήλιος νύσταξε και πάει να πλαγιάσει ...
Σήμερα όμως, μου ΄φερε στο νου ... φωτιά! Εκεί στα χαμηλά του σύννεφου ... καίγεται ο τόπος ...
Κι ο τόπος κάηκε ... σχεδόν συθέμελα...
Κι ότι έμεινε, τα αποκαϊδια, ηθελημένα τα εξαφάνισαν κι αυτά ... Ελάχιστα γλύτωσαν, κι αυτό  γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς ...
Ο Χρόνος σοφός, τα όμορφα τα κρατάει ... ΄Ολα τα όμορφα, νεράιδες, βιβλία, μουσικές, μάρμαρα... Κι η Σμύρνη ήταν όμορφη, μια ζωγραφιά, μια κούκλα ... ΄Ετσι όμορφη, που ήταν την κράτησε κι αυτή ... πάντα όμορφη σειέται και λυγιέται τις μνήμες, στις θύμησες, στις καρδιές όσων την γνώρισαν κι όσων δεν την γνώρισαν! Παράδοξο όσο κι αληθινό...  Κι έτσι όμορφη την ψάχνουν ... ΄Οσο κι αν ξέρουν, όσα κι αν έχουν διαβάσει και δει, όμορφη την ψάχνουν ... Κατεβαίνουν στο λιμάνι τη. Δεν είναι όπως περίμεναν, δεν τη φαντάζονταν έτσι. Την τριγυρίζουν, την ψηλαφίζουν με τα μάτια, την αναπνέουν ... Δεν είναι η δική τους Σμύρνη η αριστοκράτισσα, η κιμπάρισσσα και κοσμοπολίτισσα ... Είναι όμως πάντα το ίδιο πλανεύτρα ... Τους πλανεύει, τα ξεχνούν όλα και την αγαπούν όπως κι αν είναι ... λίγο ξένη, λίγο δική και λίγο σκονισμένη... 
Η αρχαία αγορά της πλούσια, το αρχαιολογικό μουσείο της γεμάτο ελληνικά μεγαλεία  μαζεμένα από ένα γύρω ...
Κομμάτια από Πέργαμο, Πιτάνη, Κύμη, Κυδωνίες, Λέβεδο, Κλάρο,  Τέω, ΄Εφεσο, Κλαζομενές, Μίλητο, Αλικαρνασσό, Κολοφώνα, Πριήνη, Φώκαια, Ερυθρές  ... κι άλλες πολλές που αν ήθελα να τις ονοματίσω όλες θα ΄θελα ένα μερόνυχτο ... ΄Αλλες είναι κοντά της, άλλες πιο μακριά της ... ΄Αλλες ψάχνοντας, στα φανερά, τις βρίσκεις, μεγαλεπήβολες, λαμπρές, με θαμαστά σημάδια. ΄Αλλες, στην παλιά τους θέση ακουμπισμένες, κείνται ξεχασμένες στους ίσκιους της μνήμης και της ιστορίας ... Και τη νύχτα τις χαϊδεύουν τ΄άστρα ...
Κι αξίζει το ταξίδι ...
Μνήμες παλιές-παλιές, δεμένες με καινούργιες θα βρίσκετε σε κάθε σας βήμα...
Ακόμα κι αν δεν το θέλετε, το μάτι μόνο του θα ξεφεύγει και θα αναγνωρίζει παλιές ή καινούργιες το ίδιο αλάνθαστα. Οι παλιές μαρμάρινες, λευκές ... Οι καινούργιες γκρίζες στοιχειωμένες ...
Πρέπει να πας και να ξαναπάς ... θα κουραστείς να βλέπεις ... μα κι όσες φορές κι αν πας όλα δεν θα τα δεις! Μάλλον -δύσκολο- θα πρέπει να διαλέξεις ...
 
Αρχαία Αγορά / Σμύρνη
Κύμη


Αϊβαλί
Πολλές φορές θα αναστενάξεις... άλλες θα θυμώσεις...
κι άλλες τόσες θ΄αναρωτηθείς γιατί ...


Ερυθρές



Αλάτσατα

Καλά σας βράδια

Ε.-



Σαν πάρεις δίκιο από παιδί, φοβού, είσαι άνθρωπος θα σε πνίξει το άδικο που ΄καμες...
Σαν πάρεις τόπο από ποτάμι, φοβού , είσαι άνθρωπος, θα σε πνίξει το ποτάμι ...

4 Σεπτεμβρίου 2012

Δεν έχει ο φτωχός μα έχει ο Θεός ...

Ελένη Καριώτου - Κρασσά
"Ήμουν στα 17 όταν άρχισε το γιαγκίνι/φωτιά κι η σφαγή. Στα Βουρλά είχε αρχίσει νωρίτερα, του ΄Αη Γιαννιού το ΄22, στις 29 του Αυγούστου.  Οι Τούρκοι έρχονταν από παντού αλαλάζοντας. Κλειστήκαμε στα σπίτια μες τον τρόμο. ΄Αρχισαν να βάνουν φωτιές. Κάποιοι είχανε προλάβει κι είχαν φύγει. Βγαίναμε απ΄τα σπίτια και τρέχαμε να σωθούμε. 17 μέρες μετρημένες κράτησε αυτό. Βγαίναμε, άλλοι Τούρκοι στο δρόμο, μας χτυπούσαν, γιαγυρίζαμε ή χωνόμαστε σ΄άλλα σπίτια. Βγήκαμε κι έξω απ΄την πόλη, στους κήπους, στους μπαξέδες. Προσευχόμαστε κι ελπίζαμε. Μετά ήρθε κι ο κακός στρατός, ο ταχτικός. Δολοφόνοι, τσέτες. Ο στρατός μάς χτυπούσε και πριν αλλά ο ταχτικός ήταν άλλο. Για να κάμει στρατό ο Κεμάλ μάζεψε όλο τον υπόκοσμο, κακοποιούς και κλέφτες. Πάμε να πάρουμε τη Σμύρνα και τη Μικρά Ασία κι έχετε το ελεύθερο να κάμετε ότι θέλετε και πλιάτσικα και λεηλασίες. Μόλις πατάγανε σε σπίτι, παράδες και χρυσαφικά ψάχνανε. Αρχίζανε μ΄ότι είχες πάνω σου... και κόβανε λαιμούς με σταυρούς, ώτα με σκουλαρίκια, χέρια με δαχτυλίδια ...
Μετά μας κλείσανε πολλούς-πολλούς μαζί σε σπίτια που είχανε διαλέξει αυτοί. Κάμποσες μέρες κράτησε αυτό. Κανείς δεν ήξερε τι συμβαίνει πιο έξω, άνθρωπος δεν είχε ιδέα. Μονάχα ένα βράδυ ένας καλός άνθρωπος τούρκος από ένα παραθύρι μάς είπε ... Υπομονή, τελειώνουν τα βάσανά σας. Η Ελλάδα θα σας πάρει." Αυτό όλο κι όλο ... Και πράγματι μια μέρα πας είπαν ... "Βουρ γκιαούρ στα πλοία". Και μας βάλανε στη σειρά για την κόστα/παραλία. ΄Αντε να τους πιστέψεις πως σε πάνε στη σωτηρία κι όχι για σφάξιμο, αλλά και τι να κάνεις ...Και για να πας ήτανε δρόμος κάμποσος. Η μάνα μου, μ΄ένα κανάτι δεμένο στη ζωστήρα, το μωρό κρεμασμένο, δυο μικρά απ΄το κάθε χέρι, κι εγώ πίσω με το γιούκο και τα μεγάλα. Είμαστε τυχεροί γιατί είχαμε συμπέσει στο ίδιο σπίτι. Τους μεγάλους άντρηδες τούς έβαλαν χώρια και μια στιγμή τούς κατάσφαξαν. Τους νεαρότερους στη σειρά για την εξορία.... Μια στιγμή σταματάει και μ΄αρπάει. Πιάνει λάσπη και με πασαλείβει. Από πάνω ως κάτω. ΄Ολοι το ίδιο κάνανε. Πασαλείβανε τις κοπελλιές, αγνώριστες γινήκαμε, να μη μας λιμπιστούνε οι άσπλαχνοι. Και στα μαλλιά και στα μούτρα λάσπη. Λύνει το μωρό και μού βάνει το μαντήλι στα μαλλιά. Κι άλλη λάσπη. Δυο μέρες κάτσαμε στην παραλία. Από κοντά με είχε συνέχεια. Κάποιοι μας δώσανε ένα βρεμμένο ψωμί. Κι ένας σύκα... μα ήβρε άσκημα τον μπελά του. Σηκώθηκα να πάω για νερό, τής ζήτησα το κανάτι και γυαλίσανε τα μάτια της ... Το ΄χωσε κάτω απ΄τα φουστάνια της, με κάθησε δίπλα της τραβώντας με άγρια κι έστειλε το πιο μεγάλο μας αγόρι για νερό, μ΄ένα τζαμικό. Ξέχνα το το κανάτι! Γιάντα μάνα... ψιθύρισα. Δεν μίλησε, μαχαιριά η ματιά της, σώπασα. Ο καλός Αλήμπεη, ο γείτονάς μας, από μακριά μας έγνεφε κουράγιο. Είχε κι αυτός μαχαίρι, δεν μας πλησίασε μόνο καθόλου. Και σα φεύγαμε μας κοιτάζανε, δυο και πέντε φορές ... Κι όταν ένας ταχτικός ρώτησε τη μάνα μου, πριν ανεβούμε στο πλοίο  "Τί θες γκιαούρ το κανάτι;" "Νερό, για το μωρό" ψιθύρισε. Και μόνο τότε σίμωσε πιότερο ο Αλήμπεης ... "΄Αστους εφέντη μ΄..." Και σε μας ... "Τσαμπούκ, φευγάτε ... φύγετε" ...
Φύγαμε με το ελληνικό πλοίο για την Ελλάδα. Μέρες γυρίζαμε. Σάμο, μάς είπαν όχι εδώ. Μυτιλήνη, όχι εδώ, Θεσσαλονίκη ούτε ... Καταλήξαμε στον Πειραιά. Κρυφά βγήκαμε γιατί αλλού λεγότανε ότι θα μας πηγαίνανε. Ψάξαμε κάτι ναξιώτες συγγενείς, δεν ηβρίσκοντο πουθενά. Μείναμε σε μια παράγκα. Μετά σε μια αποθήκη 50 νοματαίοι και, μαζί. Ανεβήκαμε στην Αθήνα. Βρήκαμε κάτι Ναξιώτες. Πήγαμε Καισαριανή. Βρήκαμε εκεί την εξαδέρφη μου. Την είχε διώξει ο άντρας της νωρίτερα. Μείναμε μαζί της κάμποσο. Μετά η Ελληνική Κυβέρνηση μερίμνησε. Πολλά ήκαμε για τους πρόσφυγες. Δηλαδή ότι μπορούσε. Μας είπανε να πάμε στον Ταύρο, να βολευτούμε. Δεν ξέρω πως καταλήξαμε στο Βοτανικό. Κάναμε παράγκα. Την ασπρίζαμε κάθε βδομάδα. Για πάστρα και απολύμα(ν)ση. Μετά κάναμε 2 τοίχους πέτρα. Μετά τέσσερεις... Εδώ με ήβρικε ο παππούς σου και ήρθε και με ζήτηξε από τη μάνα μου ... Εδώ κόρη μου, Στρυμώνος 14 ... Από δω έφυγε η μάνα μου ... Από δω κι ο κύρης μου ... Εδώ ξανάδα μετά 40 το Γιώργη, το μεγάλο μου αδερφό ... Εδώ, μού ζήτησε ο πατέρας σου το χέρι της μάνας σου, από δω έφυγε νύφη και η μάνα και η νονά σου ... Χαρές και λύπες, καλά κακά ... Εδώ

Στο Βοτανικό μάθαμε για το γιαγκίνι, σ΄αυτό το τσαρδάκι που έγινε παράγκα, και μετά κονάκι, σπίτι ... Εδώ μαθαίναμε τα μαντάτα για τη Σμύρνη. Εδώ μάθαμε για την καταστροφή, τη σφαγή και τη συντέλεια. Εδώ πονούσαμε, εδώ κλαίγαμε ... Μάθαμε ότι δεν ήμεινε τίποτα ορθό, τίποτα άκαφτο. Μάθαμε για το μαχαίρι και το αίμα... ΄Εδωκε ο Θεός και τη βγάλαμε μα πόσοι χαθήκανε δεν ξέρω. ΄Ολοι ένα γύρω είχαν χάσει όχι έναν... μα πολλούς. Για χρόνια οι προσφυγογειτονιές σκεπάζονταν με δάκρυ τη νύχτα. Χρόνια ψάχναμε αδέρφια, οικογένεια, φίλους, γνωστούς, γειτόνους... Λίγα τα καλά μαντάτα. 

Καλά σας βράδια ...

Ε.-


Νενέ μου, γιατί θύμωσε η ανέ σου  ... για το κανάτι;

"Αχ, κόρη μου, το κανάτι ήταν μισό νερό, μισό κάμποσες λιρίτσες και δυο βραχιόλια...
Μ΄αυτά ζήσαμε ... Θεός σχωρέστην, καπάτσα ήταν, της ήκοβε. Μ΄αυτά, σταλαματιά-σταλαματιά, όσο βαστήξανε. Μετά ...
Δεν έχει ο φτωχός κόρη μου, μα έχει ο Θεός ....  "


"΄Εως το Μπαλτσόβα της Σμύρνης οι Τούρκοι με τους Έλληνες ήταν χωριστά, δεν συμβίωναν. Ήταν μαζί στο εμπόριο, στις συναλλαγές, αλλά οι μαχαλάδες ήταν χωριστά. Ζούσαμε πολύ καλά και ευτυχισμένα. Απόδειξη, όταν πήγαμε μετά την καταστροφή, να βλέπατε τους Τούρκους πώς έκλαιγαν όταν μας έβλεπαν.... Παντού αυτό, μα πιο πολύ κλαίγαν οι γείτονές μας ..."

Νανούρισμα

Η σκλάβα πόλις κάθεται στο Βόσπορο και κλαίει
Ο Βόσπορος τη διαπονεί, παρήγορα τής λέει
Πες μου, κυρά μου ζηλευτή, πεντάμορφη κυρά μου
Γιατί ποτίζεις δάκρυα τα γαλανά νερά μου;
Μήπως σου ΄φταιξα ο φτωχός με δίχως να το ξέρω;
Στα κάτασπρα τα πόδια σου δεν πέρασε ημέρα

Ποτέ που να μην σου ‘φερα δώρα από τον κόσμο πέρα
Τα μύρια της Ανατολής και τα μεταξωτά της,
Και τα χαλιά τα ατίμητα τα μυριοπλουμιστά της

Πες μου λοιπόν γιατί μου κλαις πεντάμορφη κυρά μου
και μου ποτίζεις δάκρυα τα γαλανά νερά μου;
Ω Βόσπορε πώς το ξεχνάς πως είμαι σκλαβωμένη
στις αλυσίδες των Τουρκών σφιχτοαλυσοδεμένη;



3 Σεπτεμβρίου 2012

Ζεις δίχως να σ΄αγαπούν, δίχως να αγαπάς δεν ζεις


Πιο νότια ...

Λιβίσι ... ή Κayakoy ... Λιβίσι ή Βραχοχώρι ...

ή μήπως

τα Σπίτια που κλαίνε   ... 
  
Παράθυρα μάτια κενά, εμπατές στόματα πεθαμένων, τοίχοι φιγούρες νεκρών ... χίλια δείγματα ζωής χωρίς ζωή καμία...
  
Και τα σπίτια μες στη μοναξιά, κλαίνε τη μοναξιά τους...




Ζωή καμιά παρά ... ένα δέντρο

Είχε απ΄όλα το Λιβίσι, νερά, εκκλησιές, σχολειά ...
Στον περίβολο της εκκλησιάς
τα βότσαλα διαλεχτά
στολίδι ή τέχνη ...


Η Παναγιά ...



Η καρδιά της Παναγιάς ... αγάπη γεμάτη
Και στο πλάι του, εδώ στα παραπίσω, πιο μέσα από τα βλέμματα  ...
 Απ΄τη διπλανή δάφνη, ένα κλαράκι έκοψα... και μαζί μου το πήρα ... και το ΄φερα στην εκκλησιά του Αϊ Νικόλα των Μύρων ...

Κερί δεν υπήρχε ν΄ανάψω...



Ξωκκλήσι
Βρύση στο έμπα του χωριού, καλοσώρισμα των ξένων στο Λιβίσι

Το Σχολειό

Τα σπίτια στο Λιβίσι δεν κατοικήθηκαν ποτέ ξανά ...

Πρώτα μελαγχόλησαν, μετά περίμεναν ...
Περίμεναν πολύ και τελικά στοίχιωσαν ...
΄Εμειναν άδεια, έρμα, μοναχά, ...
΄Αλλοι λένε πως δεν κατοικήθηκαν γιατί οι Γιουνάν - ΄Ιωνες, πριν φύγουν εφαρμακώσαν τα νερά ...
΄Αλλοι λένε πως από σέβας ...
΄Αλλοι λένε πως φοβηθήκαν την Παναγιά, τους Αγίους ...

Δεν φοβήθηκαν όμως να ξηλώσουν μηδέ τα παράθυρά του μηδέ τις πόρτες του. Κι ότι μπορούσαν άλλο να πάρουν το πήραν ... Τί άλλο είχε μείνει; 
Τού είχαν πάρει τη ζωή ...

Τα σπίτια στο Λιβίσι ... κλαίνε ...
κλαίω κι εγώ ...


Καλά σας βράδια

Ε.-

Το Λιβίσι ... είναι η αρχαία Καρμυλησσός. Η παρουσία των Ελλήνων εκεί χρονολογείται από το 14ο αιώνα, εποχή Βυζαντίου. Πολλοί απ΄αυτούς που το κατοίκησαν, ήταν από τη Ρόδο και το Καστελόριζο. Κάποτε το χωριό είχε δικό του νοσοκομείο με πέντε γιατρούς, τρία φαρμακεία, δημοτικό σχολείο και βιβλιοθήκη. Πριν αρχίσουν οι διωγμοί, οι Έλληνες ήταν 6.500 και μόνο 500 οι Τούρκοι.

Σήμερα στην Κάτω Ενορία βρίσκεται η Κάτω Παναγιά, αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου. Στο κέντρο του χωριού υπάρχουν δεκάδες ιδιωτικά εκκλησάκια, δείγμα του πλούτου μα και της θρησκευτικότητας των Λιβισιωτών. Στην Πάνω Ενορία είναι ο βυζαντινός ναός των Ταξιαρχών. Εκκλησάκια κι εκκλησάκια υψώνονται στις κορφές των μικρών γύρω λόφων. Η βόλτα στο Καγιάκιοι και στις εκκλησιές του, σε κάνουν να νομίζεις πως έφτασες την επομένη ενός καταστρεπτικού σεισμού! Γδαρμένες αγιογραφίες,  ιερά λεηλατημένα, μισοκατεστραμμένα τα βοτσαλωτά δάπεδα. Εικόνα συγκλονιστική ... σου κόβει την ανάσα, σου πονά η καρδιά. Τα με τέχνη πετρόχτιστα  εγκαταλελειμμένα σπίτια, εκκλησιές και ότι άλλα κτίσματα, τέλεια αμφιθεατρικά χτισμένα, στις πλαγιές των γύρω λόφων, σε κάνουν να σκεφτείς το πόσο σεβόντουσαν ο ένας γείτονας τον άλλο... Κανένα σπίτι δεν μπαίνει εμπόδιο στο άλλο κι η θέα μένει ελεύθερη στα μάτια όλων ... Σκαρφαλωμένα τρυφερά το ένα πλάι στ΄άλλο, φιλοξενούσαν προκομένους δουλευτάδες ... Σήμερα ο κάθε επισκέπτης που θα περάσει δεν θα τα ξεχάσει ποτέ. ΄Οπως αυτοί που τ΄άφησαν πίσω τους ... Εκεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια του κάθε ταξιδευτή, ξετυλίγεται ένα κομμάτι νήμα απ΄την ιστορία της Ελλάδας, η Μικρασιατική Καταστροφή κι η ανταλλαγή. Δυο δυνατές στιγμές που ακολουθούν η μια την άλλη ... ΄Οταν οι Έλληνες – ίσως και κάποιοι λίγοι ξένοι – αντικρίζουν τα σπίτια που κλαίνε, τις ερειπωμένες εκκλησίες, τις στερεμένες κρήνες που όμως στέκουν όμως ακόμα όρθια, στητά όμως χωρίς ανάσα  ... η καρδιά τους χτυπά τόσο δυνατά που σχεδόν πονά ... 


΄Ετσι ένοιωσα τη δική μου ... να πονά ... 
Σε χρώμα κίτρινο ...
της ζήλειας λένε το χρώμα, άλλοι το λεν΄ του μίσους...

Μοναξιάς ... οστεοφυλάκιο ...  

΄Οσο για το οστεοφυλάκιο της Κάτω Παναγιάς...