4 Οκτωβρίου 2011

Ανθρώπινο το να παραπονιέσαι, απάνθρωπο το να γκρινιάζεις...

΄Ενα σήμερα ... σχεδόν σαν χτες
΄Ενα χθες ... σχεδόν σαν σήμερα
Τρίτη βράδυ...
Ο καιρός άλλαξε κι ήρθε λέει στα συγκαλά του.
Μέχρι χθες ο ήλιος έλαμπε ανενόχλητος, ξεπερνώντας κατά κατιτίς πολύ τις ντόπιες κανονικές μέσες και συνήθεις θερμοκρασίες για Οκτώβριο μήνα, σύμφωνα βέβαια με τα λεγόμενα της εδώ ΕΜΥ. Λύσσαξε για ΕΜΥ ...

Πες-πες λοιπόν αυτοί, να ΄σου κι αυτός κι είπε
" άει να πάει ..."
και για να μην τους παιδεύει, μπερδεύει και διαψεύδει άλλο,
συνεκάλεσε -ως πρόεδρος την επιτροπή του- κάτι από σύννεφα, κάτι από ψύχρα, κάτι από βροχής ψιχάλες και να μας εμάς να εμπίπτουμε στις κρύες ντόπιες θερμοκρασίες της εποχής, ομαλές κατά την ΕΜΥ, ανώμαλες κατ΄εμάς ...

Σαν τον καιρό, ξανά και ξανά, πάλι και πάλι, όλα αλλάζουν,  ακόμα κι εμείς.
Κι ενώ ο καιρός ξαναπαίρνει τις ίδιες μορφές, σύννεφα, βροχή, ήλιος, ζέστη ...
Εμείς ...
οι μεν, σαν το καλό κρασί παλιώνουμε και γινόμαστε καλύτεροι ...
οι δε, σαν το κακό κρασί, παλιώνουν κι αυτοί, αλλά αυτοί γίνονται ξύδι ...
΄Οχι ότι το ξύδι είναι κακό, ίσα-ίσα και χρειαζούμενο είναι κι απαραίτητο ... μόνο να, η γεύση του ενοχλεί, δεν πίνεται, δεν κατεβαίνω παρ΄εξόν κι αν σας διατρέχουν κοιλιακά προβλήματα.
Δεν το ξέρετε; Απαράδεκτοι! Λοιπόν, εκτός από τη γνωστή χρήση του για θυμωμένους, τις καθαριστικές του ιδιότητες, την αντιψειριακή του και λαμπυριστική του χρήση επί της κόμης κατέχει και τη θέση φαρμάκου στα κιτάπια της γιαγιάς μου ... Μια κουταλιά της σούπας ξύδι σε περίπτωση κοιλιακής καταρροής, μπαμ και κάτω φυσικά, σταματάει την καταρροή κι επαναφέρει σε τάξη το αποχετευτικό σας σύστημα ...
Μα τι γράφω! Ξεκινώντας άλλα είχα στο μυαλό μου να γράψω. Αλλά ξύνισα ...
Ο καιρός και οι φωτογραφίες φταίνε, κυρίως αυτές. Αυτές του σήμερα και του χτες ... 

΄Εχω μείνει βλέπεις πίσω στις φετινές διακοπές, έχω μείνει εκεί, απέναντι, κόλλησα ... και τρελλαίνομαι ...
Θα έπρεπε να συνεχίσω να σας γράφω για τα Αλάτσατα. Να σταματήσω να πετάγομαι μια εδώ και μια εκεί και να βάλω σειρά σκέψεις και γραφόμενα, μόνο που όσο κι αν το θέλω δεν τα καταφέρνω. Είχαν ήδη αρχίσει τα μάτια μου να θολώνουν, κι αν συνέχιζα τη βόλτα στα Αλάτσατα και στα σοκάκια τους θα κατέληγα να ρίχνω πάλι το κλάμα της ζωής μου. Θα ΄ρχιζα να σας γράφω για μια αγάπη ατέλειωτη, μια αγάπη δίκοπη, αγάπη μοιρασμένη. Θα σας έγραφα για τον Καζίμ... Πρέπει όμως πρώτα να βρω τα λόγια ...

Αποφάσισα λοιπόν ν΄αφήσω τα Αλάτσατα κι είπα να πεταχτώ μέχρι τα Βουρλά.
΄Αδικος κόπος! Ο ίδιος κόμπος, η ίδια συγκίνηση κι εδώ ...

Μια ματιά στις φωτογραφίες του χτες και του σήμερα φτάνει ...
Στην πρώτη, το χτες παλιωμένο, ξεθωριασμένο ...
Να στέκει και να μην στέκει, να προσπαθεί να σταθεί, να γέρνει και σαν να κλαίει ...
Στη δεύτερη, το σήμερα, αναπαλαιωμένο, ξαναχρωματισμένο, με την ίδια απαράλλαχτη μορφή,  και πάνω στο χτες να στέκει ... Στα ίδια, πάνω, δοκάρια, στις ίδιες κολόνες...
Παράθυρα, πόρτες, καμάρες, στο ίδιο σημείο, στραμμένα στον ήλιο ... και ν΄αγναντεύουν εκείνο το απέναντι. Το πεθυμυσμένο απέναντι που όχι γιατί ήθελε αλλά που λόγω της φτώχειας του τους είχε διώξει ... Το απέναντι που -στα δύσκολά τους- θα τους απογοήτευε κι άλλο ακόμα ...

Λέω να σταματήσω εδώ...

Ε.-

Συγκινούμαι εύκολα τελευταία ...
Λέτε να φταίει η ηλικία;




2 Οκτωβρίου 2011

Θολό πρωί, καθάρια μέρα ...

Ψίθυροι στα Αλάτσατα, κόντρα στον άνεμο,
κόντρα στο χρόνο
Είχες δίκιο γιαγιά,
Θολό πρωί, καθάρια μέρα ...
Θολά ξεκίνησε η μέρα, καθάρια σβήνει ...
΄Ωρα 8 και 19' και το φως που φεύγει, φέγγει παράξενα μακρινό...   

Κυριακή σήμερα
και Σάββατο χτες
και πέρασα τη μέρα ανασκαλεύοντας παλιές φωτογραφίες προσπαθώντας να φέρω στη μνήμη μου χαμένες λέξεις, χαμένες κουβέντες και χαμένες στιγμές. Και παραδόθηκα κι έμεινα σ΄ένα τρυφερό χάζι. Και χίλιες φωτογραφίες θα είδα και χίλιες λέξεις θα θυμήθηκα κι άλλες τόσες στιγμές ξανάζησα, μόνο τις κουβέντες που έψαχνα να βρω,  δεν βρήκα...
΄Εψαχνα εκείνες τις λέξεις σου μπαμπά που θα μ΄έκαναν να βρω δρόμους, σοκάκια, να πάρω κατεύθυνση, να προχωρήσω μα πιότερο να σιγουρευτώ ...
Βρήκα την κατεύθυνση, πήρα το δρόμο, τράβηξα το σοκάκι, έφτασα στο μύλο ...
Βρήκα τους μύλους, τέσσερις ήταν... οι τρεις ρημαγμένοι, ο τέταρτος αναστυλωμένος, καρσί στητός τον άνεμο, περήφανος! Στάθηκα διστακτικά στο πόρτεγο, μετά το έσπρωξα, τελικά μπήκα. Κράτησα κλειστά τα μάτια και περίμενα... Περίμενα ν΄αφουγκραστώ φωνές, ψίθυρους, λέξεις που θα με οδηγούσαν πιο πέρα, πιο κοντά, στον τόπο, στο χρόνο, στα χνάρια του πριν ... του δικού σου πριν ...
΄Ηταν άραγε ο ποιος μύλος στη σειρά; ΄Εχει σημασία το ποιος ήταν;  ΄Οποιος κι αν ήταν εγώ τους βλέπω και τους τέσσερις... Σε έναν απέξω, στον τοίχο αγγίζοντας, αντιφεγγίζει η φιγούρα του παπού,  καθιστός, κορδωτός, με το παχύ μαύρο μουστάκι, τα λίγα γκριζαρισμένα μαλλιά, φαλακρός ήταν, του ΄μοιασες μπαμπά! Μόνο το σκεμπεδάκι σας διαφέρει. Εσύ δεν έχεις ... Κι είν΄ ο παπούς ακριβώς όπως σ΄εκείνη τη μοναδική μνήμη που έχω από ΄κείνον! Μια μνήμη πραγματικά μοναδική από ΄κείνη τη μοναδική φωτογραφία που σώθηκε από κείνη τη μοναδική μέρα που τ΄ανέτρεψε όλα ο πόνος ...

Ανοίγω τα μάτια, το μισοσκόταδο στην κάμαρα του μύλου βοηθάει να μην στραβωθώ, αλλά τα μάτια μου τσούζουν. Τί έγινε η φωτογραφία του παπού μπαμπά; Την ψάχνω απεγνωσμένα. Δεν υπάρχει πουθενά, πουθενά, πουθενά! Νομίζω ότι θα κλάψω ...
Βγαίνω στον αέρα... Μουρμουρίζω διάφορα, βλαστημάω ...
Βλαστημάω που δεν είχα μυαλό, που τότε, δεν σ΄άκουγα πιο προσεκτικά. Τώρα είναι αργά ...
Καλά εκείνος θα χανόταν ... Κι εσύ θα χανόσουν ...
Αλλά ακόμα και η φωτογραφία χάθηκε ... 

Ο μύλος στέκει. Κι εγώ δίπλα του ...
Κάθομαι στο πιο ακριανό τραπέζι του μικρού καφενέ, στα πόδια του μύλου ...
Παραγγέλνω καφέ ... σακιτζί καφέ, σκέτο, έτσι όπως σου άρεσε και που ποτέ έτσι δεν τον ήπιες...

Σακιτζί έλεγες, τον έπινε ο πατέρας μου στο μύλο και μόνο εκεί. Σακίζ-αντα είναι η Χίος κι ο μύλος ήταν απέναντι απ΄τη Χίο ... Στο μπακάλικο στη Σμύρνη τον έπινε σααντέ...

Σκύβω πάνω απ΄το φλυτζάνι ... ο καφές στραφταλίζει, είναι σαν να γελάει !!!
Μπας μωρέ τρελλάθηκα; Γελάει ο καφές;
Εμένα πάντως μου γελάει.-
Και τ΄άρωμά του,  με λιγώνει ...
Θα τον πιω μπαμπά ...
Αναπαυμένοι να ΄στε ...
Σακιτζί τον έπινε ο παπούς,
Σακίζ είναι η μαστίχα ...
Σακίζ-αντά είναι η Χίος ...
Σακιτζί καφές είναι ο καφές, με κοπανισμένη μέσα του, μαστίχα Χίου...
Στη Χίο που δεν έφτασε ποτέ του ο παπούς... παρά μόνο σε μια μοναδική φωτογραφία ...που κι αυτή χάθηκε ...
Τη μνήμη μου δεν την κατάπιε ακόμα ο χρόνος ...
Λυπάμαι μόνο γιατί όταν την καταπιεί, θα καταπιεί μαζί της και τον μύλο και τον παπού μου και δεν θα ΄χω ν΄αφήσω κληρονομιά στους γιους μου ... ούτε μια φωτογραφία ...
Ε.-

΄Ενας κυρ-καφετζής ευγενέστατος με κοιτάει ώρα, από μακριά...
Με την άκρη του ματιού μου τον βλέπω να κουνάει το κεφάλι του...
Η κίνηση του κεφαλιού του έχει κάτι από κατανόηση. Τελικά τον βλέπω, το αποφασίζει και ξεκινάει ... Με πλησιάζει. Ξέρει καλά πως δεν έχω τελειώσει τον καφέ, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει. Νιώθω πως μεταφράζει τις κινήσεις των χεριών, τις κινήσεις των ματιών μου, τις κινήσεις μου όλες και με βήματα διστακτικά έρχεται προς το μέρος μου.
Με ρωτάει πως μου φαίνεται ο καφές ...
Σχεδόν κλαίω.
Καταριέμαι που δεν ξέρω τη γλώσσα του.
Με τις λίγες λέξεις που ξέρω προσπαθώ να του πω ...
Τί;
Μπαμπάς μου Ισμίρ, παπούς μου Αλάτσατι. Αλάτσατι μύλος-αλεύρι, Ισμίρ, μπακάλικο ...
Σπίτι μπαμπά μου αρχή Αλάτσατι, μετά Σμύρνη, μετά σχολείο λίγο Σμύρνη ...
Σπίτι Αλάτσατι, δεν ξέρω που ...
Ψάχνω στις φωτογραφίες, στις μνήμες, στις κουβέντες, στις ιστορίες ...
Ψάχνω στο ρημάδι το μυαλό μου ...
Παύω ...

Με τις λίγες λέξεις που λέει και με τις λίγες που καταλαβαίνω ...
Καταλαβαίνω πως πολλοί γιουνάν έχουν περάσει από κει ...
πολλοί γιουνάν χουν πιει τον καφέ του...
Συνήθως λέει, δεν πίνουν σακιτζί καφέ, δεν τον ξέρουν ...
Συνήθως λέει δεν δακρύζουν τόσο έντονα
αλλά πιο συνήθως κι από συνήθως, λέει, κάτι σαν και μένα, ψάχνουν κι αυτοί ...


1 Οκτωβρίου 2011

΄Αβρακος βρακί δεν είχε, το ΄βαλε και χέστηκε ...


΄Ενας ακόμα μήνας ...

Εδώ ή εκεί;

Οχτώβρης ή Οκτώβρης, απ΄ το ρωμαϊκό octo, ελληνιστί οκτώ,  κατά τα ρωμαϊκά, μην τα ξαναλέμε, όγδοος στη σειρά, νυν δέκατος ... φθινοπωρινός, κοκκινοπορτοκαλής, χρυσός και με τα όλα του ... και με ήλιο, και με βροχή και με θερμοκρασίες που ανεβοκατεβαίνουν ... Και μ΄ένα κάρο ονόματα κι αυτός, βαφτισμένος απ΄το λαό μια Αη Δημήτρης, μια Σπαρτός, μια Χρυσανθεμίτης (Σμύρνη), μια Αρχιβροχάρης ... ΄Οπου τα χρυσάνθεμα στη Σμύρνη,  Αγιοδημητράκια τα λέγαμε, απ΄τη χάρη του. Και μονάχα με χρυσάνθεμα στόλιζαν την εικόνα του την αποσπέρα της γιορτής του. ΄Ολοι μα όλοι κόρη μου, είχαν σε μιαν άκρη του κήπου τους δυο ρίζες αγιοδημητράκια. Τα σκάλιζαν, τα πότιζαν, τα ξεκλάριζαν και στις 25 τ΄απόγεμα μα δυο, μα τρία κλαριά τα ΄φερναν και τ΄απίθωναν στην εικόνα του ...

Σπαρτός γιατί στάρια, κριθάρια, βρώμη, σίκαλη... σπέρνονται στα απ΄το Σεπτέμβρη προετοιμασμένα χωράφια. Η σπορά δεν θα σταθεί εδώ βέβαια, μέχρι κοντά Χριστούγεννα θα τραβήξει αλλά μιας και η αρχή, το ήμισυ του παντός, τού ΄μεινε Σπαρτός ...

Η κατάξερη απ΄το καλοκαιρινό λιοπύρι γη θα μαλακώσει από τις σιγανές βροχές του κι ο σπόρος θα πέσει στα μαλακά, θα κρυφτεί, θα χουχουλιάσει και κάποια στιγμή θα πάρει δύναμη, θα σπρώξει το χώμα και θα φανεί ...

Με το μικρό του καλοκαιράκι, εκεί κοντά στη γιορτή του ΄Αη Δημήτρη, είναι ένας μήνας χαρά Θεού και λαχτάρα γεωργού. Πρέπει η σπορά ν΄αρχίσει γιατί αλλιώς ... αν Οχτώβρης και δεν έσπειρες, οχτώ σωρούς δεν έκανες ... Που πα να πει, αν ο γεωργός δεν είναι έτοιμος και δεν αρχίσει τη σπορά, πολύ δύσκολο να ΄χει γερή σοδειά.

Απαραίτητη η βροχή τον Οκτώβρη κόρη μου μα κι αν δεν έβρεχε, είχαμεν εμείς τον τρόπο μας και τ΄ανελάμβαναν τα κορίτσια του χωριού. Στα Βουρλά ένα νιο κορίτσι 10-12 χρονών ξεδιάλεγαν ανάμεσά τους, φτωχό ή ίσως κι ορφανό προτιμούσαν -δεν ξέρω γιατί- γιατί έτσι το βρήκαμε το αντέμι (έθιμο) και το στόλιζαν με λουλούδια και το ΄βαναν ανάμεσά τους και ξεκινούσαν και γύριζαν απ΄το ένα σπίτι του χωριού στο άλλο και τραγουδούσαν, τραγούδι που γύρευε απ΄το Θεό, βροχή. Και στέκονταν σε κάθε σπίτι κι η κάθε νοικοκυρά έριχνε, από ένα σταμνάκι, νερό στο χώμα. Φίλευε μετά η νοικοκυρά το κορίτσι -μερικές έδιναν παρά- λέγοντας "Καλή βροχή να μας δώσει ο Θεός". Τα φιλέματα τα μοιράζονταν μετά τα κορίτσια μεταξύ τους. Ξέρεις στον Πόντο -άλλοι δύστυχοι ξεπατρισμένοι κι αυτοί- αντί κορίτσι, στόλιζαν με πρασινάδες μια σκούπα και τη γύριζαν ανάμεσα στα σπιτικά τους ... Μου ΄το πενε η Πόπη του Ξούθου που ήταν από την Τραπεζούς... Και στη Τζαντώ (;) ένας άντρας ντυνότανε τρελοκαντίνα (καντίν = γυναίκα) κι άλλοι δυο άντρες βάζανε τομάρια και κουδούνια και συντροφεύανε την καντίνα. Κι ένας τη χόρευε κι ο άλλος ζήλευε. Και πάλευαν κι έκαναν πως εσκοτώνονταν μεταξύ τους για την αγάπη της. Κι εσκότωνε ο ένας τον άλλο κι ο σκοτωμένος σηκωνόταν έξαφνα και έβαζε χέρι στην καντίνα και διάφορα και γέλαγε ο κόσμος ...

Και στις δυο του μήνα, γιορτάζει ο άγιος των ερωτευμένων κόρη μου και των πονεμένων ...
Κυπριανό τον λένε κι ήταν μάγος. Εγώ τον Βαλεντίνο -πως τον ελέτε- δεν τον ξέρω.
Ο Κυπριανός ήταν μάγος, φθόνους, ζήλειες και μάγια κατέλυε, και γιάτρευε όλους τους πόνους, ακόμα και κείνον των ερωτευμένων. Και στα Βουρλά τού είχαμε ξωκλήσι. Κι άγιασε γιατί στην εποχή του ζούσε και μια κοπελιά που τη λέγανε Ιουστίνη κι ήταν χριστιανή. Και την αγάπησε λέει ένας Αγαρηνός πολύ πλούσιος. Αλλά αυτή ούτε που ν΄ακούσει. Και πήγε ο Αιθίοπας στον Κυπριανό και του ζήτησε να κάνει την Ιουστίνη να τονε θέλει και να τον παντρευτεί. Κι έκανε ο Κυπριανός ότι ήξερε και δεν ήξερε αλλά αυτή τίποτα. Και δεν άντεξε τότε και πήγε και την βρήκε έτσι για να δει ποια είναι αυτή που δεν καταφέρνουν τα μάγια του. Κι αντί τελικά να την καταφέρει, τον κατάφερε αυτή και τον έκανε χριστιανό. Και γύριζαν οι δυο τους και δίδασκαν το λόγο του Θεού. Και τους καταδίωξαν και τους έπιασαν και τους θανάτωσαν μαζί και μαζί αγίασαν και την ίδια μέρα μαζί γιορτάζουν. Κι έγινε ο μάγος ΄Αγιος, θεραπευτής του πόνου, πιο πολύ δηλαδής του πονοκέφαλου. Αλλά οι κοπελιές στα Βουρλά, τον είχαν πιο πολύ για τον πόνο της καρδιάς ... Κι όλη τη νύχτα της παραμονής της γιορτής του τού παράστεκαν και του τραγουδούσαν. Μετά τη λειτουργιά της χάρης τους, έπαιρναν τον αγιασμό της πρωτομηνιάς που είχε απομείνει και άλλοι τον πήγαιναν στα σπίτια τους και κρεμούσαν το μπουκαλάκι πάνω από την πόρτα για τη βασκανία, άλλοι ράντιζαν τα πορτοπαράθυρά τους να μην μπορεί να περάσει μέσα το κακό μάτι, ε, κι οι κοπελιές άλλες τον έπιναν να μην πονάει η καρδιά τους κι άλλες προσπαθούσαν να τον ποτίσουν στον άπιστο ... για να γυρίσει κοντά τους ...

Εγώ στο ξωκλήσι του πήγαινα συχνά. Το αυλιδάκι του ήταν σύνορο με το μεγάλο αμπέλι του πατέρα μου και κοίταγε στο σπίτι του παπού σου ... Από κει τον ήβλεπα χωρίς εκείνος να με βλέπει ... ήμουν, δεν ήμουν 16 χρονώ ...

Τον Οκτώβρη, γιορτάζει κι η Αθήνα τον άγιο της ... τον ΄Αγιο Διονύση, τον Αρεοπαγίτη ...
Και χύνονταν κύμα, οι μπλε ποδιές, στις 3, στης εκκλησιάς του τα γύρω δρομάκια.
Και γέμιζε φωνές και γέλια ο αέρας στο Κολονάκι ... ΄Ολα τα σχολειά, αρρένων και θηλέων, υποχρεωτικά παρακολουθούσαν τη δοξολογία. Μαθητές και καθηγητές, ο Δήμαρχος, κάποιοι Αξιωματικοί, κάποιοι επίσημοι, όλοι εκεί. Κι ένας μικρούλης μυρωδάτος άρτος ήταν το σημάδι θαρείς, του Αγίου, που αντάμοιβε όσους τον είχαν τιμήσει ...

Κι εκτός αυτού, τότε, εκεί γύρω στα 16 κι εγώ, μ΄ένα μικρούλη άρτο στο χέρι ... χάζευα και χασκογελούσα με τις συμμαθητριές μου, ανέμελες όλες τότε, τ΄αγόρια των αρρένων... 16 και κάτιτις τότε αυτοί ...

Καλό καλό μας μήνα

Ε.-

24 Σεπτεμβρίου 2011

΄Αγιος που δε θαματουργεί, μηδέ δοξολογιέται ...


Απέναντι, μια πόρτα

Ξέρω, ξέρω ...
΄Εχω να φανώ 3 ολάκερους μήνες! Εξ ού και ... η παροιμία του τίτλου! Η οποία βέβαια απ΄τη μια έχει να κάνει με μένα και τη διαδικτυακή ασυνέπειά μου απ΄την άλλη πάλι έχει να κάνει και με την "εναέρια κυκλοφορία" βρε παιδί μου! Εκατομμύρια τα μπλογκς του εναέριου κόσμου!
Μπετούλα μου ... ΥΠΕΡΟΧΟ !!!!!!!!!!!! Αν μη τι άλλο και παρότι ασυνεπέστατη,  το πέτυχα, το καταχάρηκα και το καταευχαριστήθηκα το ιστοτοπάκι σου !!!!! Πήρα μια γερή δόση και φτάσανε τα σάλια μου μέχρι τις πατούσες μου! ΝΟΣΤΙΜΟΤΑΤΟ !!!!!!!!!!!!!! Καλομελετημένο, καλοφτιαγμένο, πιπεράτο και συνάμα γλυκύτατο!
24 του έβδομου με το ρωμαϊκό, νυν ένατου μήνα Σεπτεμβρίου,  πάντα εν έτει 2011
Γρήγορα που περνάει ...

Οι Ρωμαίοι το Σεπτέμ-βρη (septem=επτά) τον ονόμαζαν και Ιndictio, όπου σε ελληνική παράφραση, Mην της Ινδικτίου, και όπου για τους Ρωμαίους indictio σήμαινε  "επινέμηση". ΄Οπου ακούστε, επινέμηση, κάθεστε; = κατανομή φόρων!
΄Οπερ της Ινδικτίου, εβδόμου ή Σεπτέμβρη  κι αφού τα εισοδήματα είχαν συγκεντρωθεί, το ρωμαϊκό κράτος όριζε στον κάθε νοικοκύρη και κουμανταδόρο τι φόρο έπρεπε να πληρώσει ανάλογα με την παραγωγή του! Τα ίδια ακολούθησαν και οι Βυζαντινοί και την 1η του Σεπτέμβρη άρχιζε, σα να λέμε, το οικονομικό έτος! Ε, μετά λέει ακολουθούσε  ο προϋπολογισμός  ... τόσα για τον αυτοκράτορα, τόσα για τους αξιωματιικούς, τόσα για το στρατό, τόσα για τις επαρχίες και τις απομακρυσμένες περιοχές, τόσα για τους πολιτιστικούς συλλόγους. ΄Οτι έμενε το ανακατανέμανε κι αυτό συν τα παρελκόμενα. Δηλαδή ... τόσα για μας, τόσα για μας, τόσα για μας, τόσα για μπάζες, μάσες, αλισβερίσια, κομπίνες, τόσα για το... λαό! Δηλαδή ο λαός τελευταίος κι ... ό,τι απ-έμενε, τα ψίχουλα! 

Σύμπτωση; Σεπτέβριος και τώρα ... και της ουτάνας γίνεται στην Ελλάδα με τους φόρους, τις εισφορές, τους φόρους επί φόρων, τις καταβολές! ΄Ασχετο που το πήδημα του κοσμάκη έχει αρχίσει εδώ και μήνες ... και δεν ξέρω και πόσο θα τραβήξει!

Βέβαια ξέρω άλλα. Όλους τους έτρωγε ο απαυτός τους... Και τους φαναρτζήδες και τους ηλεκτρολόγους, και τους υδραυλικούς και τους πάσης φύσης μαγαζάτορες μα και τους συνταξιούχους! 50 χρονών άεργος και με 5 σπίτια, 3 στο όνομα της συζύγου και 2 στων παιδιών, συν πατρικό, πισίνα, διακοπές ευρωπαϊκές/ασιατικές, γάμους τέκνων στο κτήμα Μπέρμπερυς! Και τους δημοσιοϋπαλλήλους! 15-15  με το ίδιο επίθετο σε κάθε υπουργείο! Κράτει μωρέ, κράτει ... Και κάμποσους  ιδιωτικούς με πριμ και συνεχή σύνδεση στο ΑΧΑ! Παρομοίως με σύνδεση και φακελάκια ιατροί συν δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, φαρμακοποιοί, καρεκλοποιοί, καλαθοποιοί, τζαμάδες, πλακάδες, ναυτικοί, σαλαμέμποροι, φασολάκια Βοιωτίας 4,5 ευρώ το κιλό τώρα!   Και φαγούρα στη φαγούρα και "ξύσε-ξύσε", εμ, ήρθε και το πήδημα! Και ξέρω κι άλλα ... ΄Ημασταν; Δεν ήμασταν οίκος ανοχής! Γίναμε όμως, κι άντε μην σας κακοκαρδίσω, ας το δεχτώ, μας έκαναν! Κι από οίκος ανοχής, οίκος αντοχής καταλήξαμε! Οίκος ανοχής και αντοχής συνάμα! Και τούμπαλιν ... Και μυαλό κουκούτσι ...
Και θαυμάζω τα όριά σας!

Οι ΄Ελληνες κάποτε ήταν λαός περήφανος, τολμηρός, επαναστάτης, λαός φωτός ...
Μετά έγιναν λαός κουτός, βολεψάκιας, ζηλιάρης, οκνός ...
Κάποιες στιγμές έγινε δόξα, παράδειγμα, θάρρος ...
Τώρα; 
Κι ανάμεσα σ΄αυτούς - μαζί με τα ξερά καίγονται βλέπεις και τα χλωρά- και κάποιοι που ούτε φαγούρα είχαν κι ούτε έχουν, και που δεν ξύστηκαν μα κι ούτε έξυσαν ... που δεν είχαν και δεν έχουν και που δεν διορίστηκαν, δεν έκλεψαν, δεν βρήκαν, δεν ... Αλλά αυτοί οι τελευταίοι λίγοι. Α, και κάποιοι αγρότες. Εξαιρούνται οι "αγρότες μόνοι ψάχνουν ... "
Στα δικά μας τώρα ...
Ο Σεπτέμβρης λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι για τους Ρωμαίους είχε κάτι από πρωτοχρονιά! Το κρατήσαμε κι εμείς αυτό το κάτι πρωτοχρονιάτικο μέχρι το 313 μ.Χ.. Από τότε όμως  η 1η του Σεπτέμβρη καθορίστηκε ως η αρχή του εκκλησιαστικού έτους. Μα και του γεωργικού έτους αρχή θεωρείται η 1η του Σεπτέβρη... όργωμα, σπορά, μαντριά ασπρίσματα ... Και του σχολικού, τώρα πια έτους, σύμβολο ο Σεπτέμβρης! Βέβαια με τις απεργίες και τις καταλήψεις, τι Σεπτέμβρης, τι Οκτώβρης, τι Νοέμβρης ... απλά παρακαλάμε να πηγαίνουν κάπου-κάπου τα παιδιά σχολείο ...
Λοιπόν και για να τελειώνουμε ...
Το Σεπτέμβρη τον λέμε και Τρυγομηνά και Τρυγητή και Στέμπρη (Μάνη) Πετμεζά και Σταφιδιάρη και Πατητή (στη Σμύρνη) ένεκα τα σταφύλια και τα παρελκόμενά τους ...
Μα και Σταυρίτη ... λόγω της γιορτής της ΄Υψωσης του Τιμίου Σταυρού ...
Αν κι ο τρύγος έχει αρχίσει -εξαρτάται τη μεριά- από τον Αύγουστο, το Σεπτέμβρη είναι στο τέλος του και στο φόρτε του ... ΄Ολα πρέπει να τελειώσουν κι άλλα πρέπει ν΄αρχίσουν ... Θέρος, τρύγος, πόλεμος λέει ο λαός αναφερόμενος στις αγροτικές δουλειές ...
΄Ολα, μέσα στην κάψα, το ΄να μετά το άλλο, γρήγορα, πρέπει να γίνουν ... και να πάρουν σειρά τα καινούργια ...Πρωί θερίζουν, απόγευμα αλωνίζουν ... Χαράματα τρυγάνε, μεσημέρι σταματάνε ... Πόλεμος κάτω απ΄το ήλιο ... πόλεμος μέσα στο λιοπύρι  ...
Και πιο όμορφο κόρη μου, το σιραπι (σιρόπι;) χανέ ... το πατητήρι, ο λήνος ...
Κι οι πατητάδες, γελαστοί, τραγουδιστοί
Κι ο μούστος, το μουστού, το γλεύκος να τρέχει στο λιμπί (η μικρή δεξαμενή που δέχεται το μούστο ...

Ε.-




  




Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν επιδέξιους κώλους !

Ούτε που θυμάμαι πότε τα είπαμε για τελευταία φορά ...
Θα μπορούσα να το ψάξω αλλά τί θα βγεί?
Θυμάμαι μόνο πως σας είπα καλό μήνα ... πράγμα που σημαίνει πως -αρχές του Ιουνίου είμαστε- στην αρχή αυτούνου του μηνού ήταν ...
Δευτέρα 13 κι αργία ...
Προσπαθώ να βρω κάτι να γράψω αλλά δεν τα καταφέρνω. Το μυαλό μου έχει κολλήσει ... εκεί! Αυτό το εκεί θα με φάει! Τελευταία μ΄αυτό το "εκεί" ξυπνάω και μ΄αυτό κοιμάμαι! Και μ΄ αυτό το πελώριο ΓΙΑΤΙ ... κι ένα μικρούλι αν ... 
Δεν είμαι χαζή. Ξέρω καλά πως με τα "αν" και με τα "θα " τίποτα δεν προχωράει ...
Ξέρω και πως με τα "άμα" και "ίσως" τίποτα δεν γίνεται ...
Κι όμως τελευταία όλο σ΄αυτα τα αν, άμα και γιατί ... καταλήγω.

Ποιος ξέρει ποιανού αγίου και ποιανού μάρτυρος να είναι σήμερα η χάρη.
Η μέρα σαν μέρα δεν μου λέει απολύτως τίποτα! Ούτε μια θύμηση κρατά ούτε καμιά ιστορία! ΄Ισως αν ανατρέξω στο διαδικτύο κάτι να βρω αλλά δεν το τραβάει η όρεξή μου ...

Ο Ιούνιος πάντως είναι ο τελευταίος ανοιξιάτικος μήνας κι όπου να ΄ναι θα εισβάλλει καλοκαίρι. Και πως το περιμένουν όλοι το άτιμο ... Εκτός απ΄τους καφέδες στις ταράτσες, τα σινεμαδάκια με σκέπη τα άστρα, τα τσαλακωτά όμορφα λινά, το λαμπερό λυκόφως και το ζεστό λυκαυγές, τις σαγιονάρες και τα μπράτσα έξω, βαστά μέσα του το άτιμο και τις διακοπές! Τις μεγάλες διακοπές! Τις διακοπές που όλοι πριν τις φύγουμε και τις πάμε, τις παινεύουμε, τις λιμπιζόμαστε, τις εξιδανικεύουμε.! Κι αφού τις γυρίσουμε και τις αναποδογυρίσουμε, βλέπουμε πως ήταν όπως όλες οι άλλες, οι περασμένες, οι προηγούμενες! Και ... μένουμε κι αναμένουμε τις θαμαστές...επόμενες!

Ουφ, μελαγχόλησα. ΄Ισως να φταίνε οι διακοπές, αυτές που μέρες τώρα ζωγραφίζει και χρωματίζει το μυαλό μου, οι φετινές!

Πάμε νότια (μμμ, τι όμορφο ρεφρέν ... ) και ανατολικά, κυρίως ανατολικά! 
Εκεί θα πάω και φέτος! Στο γιατί πάλι εκεί, δεν έχω άλλη απάντηση να σας δώσω,  εκτός απ΄το ότι αυτό το "εκεί" με μαγνητίζει, με τραβάει! Λυπημένο σεφέρι σε παλιά χαμένα σοκάκια, λυπημένο σεχίρι χωρίς δρόμους, πλατείες ... γεμάτο κόσμο άλλο και νεκρές ιστορίες...

Αγαπημένη μου γιαγιά καλή
Το αποφάσισα και πάλι να περάσω απέναντι ...
Δεν ξέρω αν γίνεται αλλά, σκέψου το, δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί;
Θα οδηγώ πολύ προσεκτικά, στο υπόσχομαι ...
Θα -σε- περάσω απ΄όλες τις γειτονιές που αγαπούσες κι απ΄όλες τις ιστορίες που μου ΄λεγες! Δεν ξέρω τι και ποιον θα βρω, γιατί πέρσι βρήκα μόνο τη γειτονιά του παπού, εκεί μωρέ που μωρέ σε κοίταξε λιγωμένα κι εσύ ... τον ερωτεύτηκες! Βρήκα βέβαια και τη Σκάλα και την Αγία Φωτεινή και τον ΄Αγιο Πολύκαρπο! Βρήκα μεριές που στέκαν αχνές μέσα στο μυαλό μου και φάντασαν. Τα χνάρια τους ξάφνου ξεθόλωσαν. Ξεκαθάρισαν, απόκτησαν χρώματα, μυρίσματα, θάλασσα, μελτέμι κι αγιάζι ...

Η αλήθεια είναι ότι μια λίγη θαμπάδα την έχουν ακόμη. Μια περίεργη υγρή θαμπάδα. Νομίζω πάντως ότι φταίνε ... τα μάτια μου! ΄ Η η ηλικία μου ...

Κερνάω και υποβρύχιο, ή καφέ ... στου Κανέλλου ή στους Μύλους, όπου θες ... διάλεξε...
Σκέψου το ...
΄Εχεις καιρό.
Η αναχώρηση είναι για τις 20 Ιουλίου ...

Μου λείπεις
Ε.-

υγ. αν ήταν εδώ και μας άκουγε η κόρη σου ...
ξέρεις τι θα ΄λεγε ...
"καιρός για τ΄....