31 Αυγούστου 2012

Φίλος παλιός σαν το κρασί, καλός καλός ...







Αγία Φωτεινή
 

Μπαίνω στην αυλή της νιώθωντας παράξενα. Περνάω το κατώφλι της ριγόντας. Απίστευτο! Είμαι ΄γω; Είμαι ΄δω; Ο παπάς, Χιώτης. Πέρασε απέναντι σήμερα μονάχα για το Χριστός Ανέστη. Και χθες στην Αποκαθήλωση εδώ ήταν. Παίρνω κεράκια, προχωρώ, τ΄ανάβω προσκυνώ ... Ο επιτάφιος σε μιαν άκρη μαραίνεται. Το εικόνισμά του, μες τα λουλούδια, πνιγμένο. Αργά, ο κόσμος μαζεύεται, στα μανουάλια συνωστισμός. Η εκκλησιά ολόκληρη αργοσαλεύει. Ξάφνου ζωντανεύει, ανασταίνεται! Ο παπάς Τον ανασταίνει ! Οι καμπάνες ηχούν, χτυπούν, διαλαλούν! Μπα … παρακρούσεις έχω, απ΄τη συγκίνηση; Κι όμως! Γύρω μου... κι άλλοι! Δεν κοιμάμαι, δεν ονειρεύομαι. Ψάλλουν, άγνωστοι, γνωστοί, πολλοί… Το Χριστός Ανέστη, ζωντανεύει εκκλησία, ανθρώπους, μνήμες, δάκρυα. Σκεπάζει όλη την εκκλησιά, τη γεμίζει και χύνεται γάργαρο έξω. Μέσα ευχές, φιλιά…
Και κανείς δεν φεύγει. Απολύτως κανείς. Η λειτουργία συνεχίζεται και τελειώνει σχεδόν μιάμιση ώρα μετά. Αρκετοί, ορθόδοξοι, κοινωνούν. Μαζί κι εγώ. Και παίρνω κι ένα κόκκινο αυγό. Δίπλα από τον παπά η πρόξενος κι ένας πιτσιρίκος -γιος της;- επιφορτισμένος να κρατά το καλάθι με τ΄αυγά. Με το χέρι και τις ευχές της η πρόξενος μάς εύχεται και μας προσφέρει κι ένα κόκκινο αυγό... Ο πιτσιρίκος νυστάζει ...


Πάσχα μαγικό, ονειρεμένο Πάσχα. Είμαι εδώ μπαμπά μου, ήρθα στη θέση σας, είμαι στη θέση σας νενέ μου... Μπορεί να μην είμαι στον ΄Αγιο Κωνσταντίνο στα Αλάτσατα ή στην Παναγιά στα Βουρλά, είμαι όμως εδώ, δηλαδή εκεί απέναντι, στο δικό σας απέναντι. Τ΄ απέναντι που τ΄ αφουγκραζόστε και το ατενίζατε με θλίψη κι αγάπη. Χωρίς να το βλέπετε, χωρίς να τ΄ακούτε...το νιώθατε, το κουβαλούσατε στο αίμα σας ... 
Αυτή η Ανάσταση φταίει. Αυτές οι καμπάνες …
Τότε -2010- έπαθα τη ζημιά, από τότε το κόλλημα…Δεν θέλει πολύ!
Από τότε έρχομαι στο αγαπημένο σας απέναντι, κάθε χρόνο …
΄Ερχομαι, να πω σε έλλειψη; Σαν από θάμα, από τάμα, σε προσκύνημα, δεν ξέρω …
 
"Αγαπούσα και τις εκκλησιές της Σμύρνης κόρη μου. Δεν ξέρω ποια πιότερο, την ΄Αγια Φωτεινή, την ΄Αγια Ακατερίνα μη τον Αϊ Πολύκαρπο. Την Αγιά Φωτεινή νομίζω… 33 μέτρα μπόι είχε, όσα ΄ταν τα χρόνια του Χριστού. Τον Αϊ Πολύκαρπο αργότερα νομίζω πως τον αγάπησα πιότερο. Οι κατολίκ/καθολικοί τον λειτουργούσαν μα δικός μας ήτανε. Δεν ερχόμουνα συχνά στη Σμύρνη στις εκκλησιές… Κι αγαπούσα την Αγιά Φωτεινή θαρρώ γιατί, σε γάμο, στερνή φορά Κυριακή, είχα έρθει, με τον πατέρα μας. Κι ήταν κι η στερνή φορά με τον πατέρα. Ψηλός, λιγνός, χάσικο πουκάμισο, γελέκο, κιμπάρης! ΄Ολοι λιγνοί ήντουσαν τότε απ΄τη δουλειά. Μόνο μπιρ τούρκοι ήταν λιπαροί…΄Αραγες ποιος παντρευότανε…΄Ολοι μας με τα καλά, τα σκολινά μας. ΄Ηταν νοικοκυραίος ο πατέρας μου κι είχαμε αγαθά. ΄Ολοι μας σχεδόν είχαμε αγαθά τότες. Δουλεύαμε όμως. Τ΄αγαθά θέλουν πολλή δουλειά. Κι είχαμε καλά να δεις… Κι άλλη ζωή. ΄Αλλη ήταν η ζωή εκεί, άλλο το γέλιο, άλλη η λύπη … Τα χάσαμε όλα, ζωή, γέλιο… κι η λύπη άλλη. 3 μέρες ξωμείναμε στη Σμύρνη. Τότες είδαμε και τ΄αρχαία ελληνικά. Τα ΄ξερα απ΄το σχολειό πως υπάρχουνε μα τα ΄δα κιόλας με τα μάτια μου. Λίγο σχολειό πήγα. Δημοτικό. Απ΄τα Βουρλά φύγαμε λίγο πριν το μεγάλο κακό. Ο Γιώργης ο μεγαλύτερος για να γλυτώσει τον κακό στρατό ή/και τ΄ amele taburu/τάγματα εργασίας, γλύτωσε και το κακό. Το ΄17 μπάτισε για την Αμερική. Τον ξανάδα 40 χρόνια μετά. Βοηθούσε από κει. Λίγα ρούχα, κάποια λεφτά, καλά να ΄ναι. Με τη μάνα μου λοιπόν και τα μικρότερα αδέρφια μου, χωρίς πατέρα. Φτάσαμε, πρόσφυγες μάς ρίξανε στο Βοτανικό, πλάι στο τρένο. Τη Μαρία την έριξαν στην Καισαριανή, το Μήτσο εδά πιο πάνω, τον Καρατζάς στην Αγία Μαρκέλλα πίσω… Φτώχεια πολλή, κρύο, όλα λειψά. . , το τρένο στο σφύριγμά του να μας θυμίζει τα πέρα, τη μεριά μας κι αποχωρισμούς. Να περνά και να μας μουτζουρίζει. Πρόσφυγες με καρδιά ήμασταν, άνθρωποι. Είχε εκκλησίες ο τόπος. ΄Ομως θέλαμε μια δικιά μας. Πάρε-δώσε, με τα υστερήματά μας χτίσαμε τον ΄Αγιο Πολύκαρπο, προσφυγοπούλα εκκλησιά, μες στα μπροστάνια. Πρόσφυγας κι αυτός τού κάναμε τόπο κοντά μας. Δικός μας άγιος, στα κοντάτα, με το πόδι πήγαινα, τον αγάπησα. Μαζί μας πρόσφυγας κι αυτός...
 
Καλά σας βράδια ...

Ε.- 

΄Ενα ευχαριστώ θέλω να πω ... προσωπικά εγώ ...Τώρα που πρέπει να το πω ...
΄Ισως στους γείτονες να το χρωστάω που μου "επέτρεψαν" Ανάσταση στην Αγία Φωτεινή να κάνω... ΄Ισως στο Θεό … δεν ξέρω.
Πάντως ευχαριστώ πρέπει να πω

Περνώντας φέτος πάλι έξω απ΄τον ΄Αγιο Πολύκαρπο, τα ματαξανάβαλα με τον εαυτό μου. Θύμωσα που δεν οργανώθηκα. Αφού το ξέρω. Για να μπει κανείς μέσα να δει,ν΄ανάψει ένα κερί, να προσκυνήσει, πρέπει, όσο παράξενο κι αν σας φαίνεται, να κλείσει ραντεβού. Μάλιστα. Κι ενώ το ξέρω, δεν το έκανα.
Και για μια φορά ακόμα έξω…
Δεν πειράζει και πολύ όμως …
΄Εχω δικαιολογία για να ξανάρθω. Μια ακόμα δικαιολογία ....

 

   


 


Κόρη μου ξέρεις πως πριν παντρευτώ γραφόμουνα Καριώτου…Κι ο πατέρας μου. Κι ο παππούς μου...Ο προ-προ-προ πάππος μου όμως όχι. Ο πρώτος όμως λέει ήταν που ήρθε από την Ικαρία στα Βουρλά. Και ξέρεις δα πόσους Γιώργηδες, Μανώληδες, Γιάννηδες έχομε.Για να τονε ξεχωρίζουνε λοιπόν Ικαριώτη τον ανεβάζανε, (Ι)καριώτη τον κατεβάζανε, Ικαριώτης, Καριώτης και του ΄μεινε τελικά το πατριδονύμι ως πατρονύμι. Ετσιδανά γραφόμαστε Καριώτηδες- Ικαριώτες ήμασταν … ΄Ελληνες…
Νοικοκυραίος, στα Βουρλά νοείτο ο αμπελοκτηματίας
Υπήρχαν ακόμη οι φατούροι, οι σιναφλήδες και οι ρεσπέρηδες. Οι πρώτοι από πιο παλιές οικογένειες/αριστοκράτες, πλούσιοι μεγαλέμποροι, εξαγωγείς. Οι δεύτεροι μικρο-επαγγελματίες, μικρο-βιοτέχνες. Συνάφι το είπαμε εμείς το τούρκικο esnaf που σημαίνει συντεχνία, εξού και σιναφ-λήδες. Και οι τρίτοι, οι ρεσπέρηδες ολίγο κατώτεροι, δούλευαν στους άλλους κι είχαν λιγότερη γη -αμπέλια ή κτήματα- δική τους.


30 Αυγούστου 2012

Πρωτάρης ο χρόνος π΄ούλα τα χαλνά, μπροστά στο μέγα μαστροχαλαστή, τον άνθρωπο ...

Μωρέ γιαγιά ... και πως σε όλα να, έχεις δίκιο; 
΄Οσο κι αν ο χρόνος χαλάει όψεις, προσόψεις, μούτρα, σχέδια, μνήμες ... μεγαλύτερος μαστροχαλαστής κόρη μου, απ΄τον άνθρωπο ... δεν υπάρχει ...
Κάθε πρωί, σε διακοπές μεν αλλά... ζυγιζόμουνα! Κι όχι γιατί παρακολουθώ στο έπακρο τη μόδα και τη σιλουέτα μου ...
Βγαίνοντας, συνήθως πρωί κι, όταν λέω πρωί εννοώ κάτι με 7 κι 7μιση, ναι ακόμα και στις διακοπές, καρσί κι απέναντι από την πόρτα του ξενοδοχείου υπήρχε ένας μικρός ... με μια ζυγαριά (ατομική) μπροστά του. Το θέαμα δεν με ξένισε γιατί το ΄χω ξανασυναντήσει στην Πόλη. Πρέπει να σας πω πως, πριν αγαπήσω και κολλήσω με τη Σμύρνη, η πρώτη μου επαφή με τη "γείτονα" ήταν η Πόλη. Μια κούκλα κι εκείνη, μια ζωγραφιά... Αλλά, σε περίπτωση που δεν το καταλάβατε, άλλο η ομορφιά της Πόλης κι άλλο οι λόγοι αγάπης της Σμύρνης ...
Ο μικρός λοιπόν, όχι πάνω από 10-12 χρονών, που λέτε, δούλευε. ΄Οχι τον κόσμο, ούτε εμένα μόνο έκανε μεροκάματο κανονικά. Κι είναι μεροκάματο το να στέκεσαι όρθιος όλο το πρωί απ΄το πρωί στον ήλιο ως και τις 3 και 4 μπροστά σε μια ζυγαριά! Όχι σαν κάτι κακομαθημένα σημερνά που κάνουν μεροκάματο μπροστά στο κινητό, στο νιτέντο ή το κομπιούτερ ...και *κουτουρντίζουνε ...
Στεκόταν και περίμενε, σοβαρός, καθαρός, κύριος ... και δίχως ίχνος αναζήτησης ελεημοσύνης, λύπησης ή θύματος στα λαμπερά κατάμαυρά του μάτια!
Περίμενε τον ξένο, τον ελεήμονα ή και περίεργο -ίσως και τον ντόπιο- να του γυρέψει να ζυγιστεί ... Αν κάποιος λοιπόν κατέφευγε -για τους δικούς του λόγους- στις "υπηρεσίες" της ζυγαριάς του, πλήρωνε για το ζύγισμα... ότι είχε ευχαρίστηση ... 2,3, 5 γρόσια, κουρούς (guruş ή kuruş) σήμερα, ίσως μισή λίρα, μπορεί και μία ... Και το παιδάκι έφευγε κατά τ΄απόγευμα άλλες φορές πιο γελαστό, άλλες λιγότερο ...
Δεν τον φωτογράφισα τον μικρό. Ντράπηκα ή που δεν θέλησα να ντραπεί, δεν ξέρω.
΄Ηταν τόσο σοβαρός, τόσο μικρός, τόσο επαγγελματίας ...
΄Ενας μικρούλης διευθυντής, της ζυγαριάς και του εαυτού του!
"Κόρη μου, χάλασε ο άνθρωπος, ένα κάρο δουλειές, επαγγέλματα κατά πως τα λέτε. Τι να την κάνω την πρόοδο ... Πάει ο γαλατάς, ο γλασατζής (παγωτατζής), ο ακονιστής, ο τσαρουχάς, ο τσαγγάρης, ο καρεκλάς,  ο μπουζτζής (παγοπώλης) ...ο γανωτζής, ο φυντικτζής (ψήστης ή πωλητής ξηρών καρπών), ο παπλωματάς, ο σομπατζής, ο κανατάς, ο σαλεπιτζής, ο καλαθάς, ο γραφιάς, ο λούστρος, ο καρβουνιάρης, η κορδελιάστρα, η σιδερώστρα, η παραμάνα, ο σκιτζής (μπαλωματής ή πολυτεχνίτης (επιδιορθωτής), ο καρβουνιάρης, ο ντερμιτζής (σιδεράς), ο τελάλης, ο λατερνατζής, ο αμανατζής (ιδιωτικός ταχυδρόμος, ο παστελάς, ο πανηγυρτζής;, ο κάπελας, ο σαπκατζής (καπελάς)... Καλά ΄ναι που ΄χομε νερό και τρέχει στο κάθε σπίτι μόνο να, χάθηκε κι ο νερουλάς, ο βαστάζος, ο τσαμπάσης, ο πασβάντης (νυχτοφύλακας), ο αλμπάντης (πεταλωτής), ο σαμαρτζής, ο βαρελάς, ο μυλωνάς, η μαμμή, κι αυτός που ήστελνε τα μόρσια (τηλεγραφήματα), ο κουγιουμτζής ... Κι ήταν αυτός που ήνοιγε τα πηγάδια. Σήμερα τονε λέτε χρυσοχόο. Ναι, κουγιουμτζής κι αυτός αλλά... Πλούτος, μάλαμα ήταν το νερό,  και χρυσός. Κουγιουμτζής αυτός που το ήβρισκε και σου΄καμε πηγάδι  ... και  σήμερα μάλαμα είναι! Κι άλλα κόρη μου που δεν τα θυμάμαι ... Αριά και που πέρναγε και κάνας ασβεστάς... Μπρε και η μοδίστρα χάθηκε ακόμα ..."
Μεροκάματο; επάγγελμα;
Ε, πρόσθεσα κι εγώ κάμποσα στα ανωτέρω ...
Τι περιμένατε, να τα λέει όλα αυτά η νενέ μου όταν μιλούσε, γίνεται; 

*κουτουρντίζω = περνάω τον καιρό μου στα κουτουρού/άσκοπα, χαζολογάω,
κουτούρντισες κόρη μου; (συχνά το άκουγα) = χάζεψες;



Αν ποτέ βρεθείτε εκεί απέναντι κι απέναντι καρσί από κάποιο μικρό ή μεγάλο με ζυγαριά, σταθείτε μια στιγμή και ζυγιστείτε ... Δεν θα σας στοιχίσει πολύ ... ούτε σε χρόνο ούτε σε χρήμα. Μπορεί βέβαια να σας "στοιχίσει" σε κιλά ...


Στην πόρτα καρσί - χουζούρ-ευα...
Και κάτι άλλο. Το otel που με φιλοξένησε ήταν το Antikhan, ακριβώς λίγο πλάι και πίσω απ΄την Αρχαία Αγορά της Σμύρνης. Ιδανικό σημείο, κοντά στα περισσότερα που θα θελήσετε να δείτε ποδαράτοι... Παλιό χάνι, τα δωμάτια μεγάλα ψηλοτάβανα, ήσυχο, μεσανή δροσερή παραδοσιακή αυλίτσα, γελαστούς ανθρώπους, ωραίο καφέ! Το βράδυ, της ώρας διάφορα πεντανόστιμα φαγάκια αν τύχει κι είστε κουρασμένοι για έξω. Αλλά προσοχή, μόνο μέχρι τις τις 10 - 10μιση. Σε παζαρογειτονιά-γειτονιά, οικονομικό. Και στα 30 μέτρα πριν -σχεδόν τζάμπα- ντόπιο μαγέρικο μόνο άνευ αλκοόλ ...

 Κι αν τύχει και πλανηθήκατε κι αργήσατε να γυρίσετε και τα ένα γύρω είναι κλειστά αλλά η πείνα αβάσταστη κι η σχάρα στο ξενοδοχείο σβηστή, δοκιμάστε το τούρκικο νταλαβέρι, ουπς ...ντιλίβερι ήθελα να πω ... Παρντόν. Το νταλαβέρι είναι κακό. Αντίθετα από το ντιλίβερι (τους) που είναι πολύ καλό!!!
Κασαρλί πιντέ, σπανακλί πιντέ, τσομπάν σαλάτ, γιουβρέκ εκμέκ και ... σάλτσα
΄Εχετέ μου εμπιστοσύνη. Και καλοφαγού και λιχούδω είμαι. Τι Σμυρνιά θα ήμουν αλλιώς ....



Καλά σας βράδια
E.-
Παραέξω απ΄την πόλη, αντί πιντέ δηλαδή πίτα κλειστή μπορείτε να παραγγείλετε γιοζλεμέ, ανοιχτή πίτα, που έχει κάτι από το δικό μας ...πεϊνιρλί. Είναι εξίσου υπέροχη ...
       Και παρακαλώ, ξεχάστε τα μεγάλα εστιατόρια. ΄Οχι τουριστικά. Μπλεχτείτε στα σοκάκια, περπατήστε τα, σπρωχτείτε και στριμωχθείτε με τον κοσμάκη στα παζάρια και προτιμήστε τα ντόπια μαγέρικα ...
Και κάτι ακόμα. α πεντανόστιμα φαγάκια τους είναι μαγειρεμένα με ελάχιστο ελαιόλαδο και με καθόλου σκόρδο!!!!!!!!!!!!!! Αντίθετα απ΄τα δικά μας πεντανόστιμα!!! Παράδοξο κι όμως πιστοποιημένο.

Βοηθητική Σημείωση:
Πεϊνίρ = τυρί
πεϊνιρλί = με τυρί
κασάρ= (τυρί) κασέρι
κασαρλί = με τυρί κασέρι - όπου Κασέρι, από την Καισάρεια, τουρκιστί Kayseri


29 Αυγούστου 2012

Ο άνθρωπος ό,τι μπορεί, ο Θεός ό,τι θέλει ...

΄Οχι, όχι, φιλάω σταυρό ...
 
Να απομονώσω τη λύπη, να ξεχωρίσω την έχθρα, ν΄αποφύγω το μίσος, ν΄απαλύνω τη μνήμη, να μαλακώσω τον πόνο, να περιορίσω τη θλίψη, να σκεφτώ αλλιώς, αυτό προσπαθώ ... Να κρατήσω μυρωδιές, λέξεις, θρύλους, μύθους, παραδόσεις, θέλω.΄Οχι για τους άλλους, για μένα το κάνω ...  Να ξεγελάσω και να ξεγελαστώ ...
 
Πηγαίνοντας εκεί και προσπαθώντας να βρω άκρες -δικές μου- ξετυλίγω ένα νήμα που όταν ήμουν παιδί δεν έκανα τότε τον κόπο... Τώρα αυτό το νήμα το γεμάτο κόμπους έγινε μαγικό, ο κόπος μνήμη, ο κόμπος θύμηση ...
 
Διαφήμιση για την Τουρκιά μάς κάνεις... μου ΄γραψε κάποιος απ΄τους ελάχιστους που κατά καιρούς ξεπέφτουν στο ντουκιάνι μου κι έτσι σχολίασε τα γραφόμενά μου ...
Απ΄τη μεριά του... ίσως και να ΄χει δίκιο.
 
Ο δικός μου πατερούλης ίσως και να ΄παιξε σε στα στενά της Μανησιάς. Αναθυμόταν το μπουγιούκ σενλίκ/μεγάλο πανηγύρι που είχε κάποτε πάει. "Τρεις μέρες κονέψαμε στη Μανησιά, τόσο δρόμο είχαμε κάνει, δεν πήγαινε να φύγουμε τα πίσω-μπρος. ΄Οταν μιλούσε για εκεί, περίεργο άλλαζε έκφραση, φωνή και λέξεις... Μπορεί και να σκόνταψε όπως εγώ και να ξέπλυνε το γδάρσιμο στη μαρμαρένια κρήνη... ΄Ισως και να ΄πιε απ΄το νερό της ... σίγουρα όμως ο παππούς μου θα τον κέρασε ματζούνι !!!!!!!!
Στη Μανησιάς την κρήνη
 
Το ματζούνι της Μαγνησίας, Μανησιάς ή Μανισάς
 
Δεν τα κατάλαβα όλα όσα μου ΄παν οι ντόπιοι για το ματζούν(ι). Τα λίγα που κατάλαβα ήταν πως κάποτε η μάνα του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, του γνωστού και μη εξαιρεταίου, αρρώστησε βαριά μετά το θάνατο του αντρούς της. Θυμάστε τον Μεγαλοπρεπή; Αυτόν καλέ που ξελογιάστηκε εντελώς από τη μισοαγράμματη κόρη παπά χριστιανή σκλάβα Ροξελάνη (Αλεξάνδρα Αναστασία Λισόφσκα με αρχικό και κατά κόσμον όνομα) ... Ε, του Μεγαλοπρεπή η μάνα, η Ayse Hafta Sultan ή Βαλιδέ Χανούμ δεν πήγαινε καθόλου καλά από υγεία. ΄Ετσι ο γιος της ζήτησε από έναν περισπούδαστο Τούρκο θεολόγο και γιατρό, επικεφαλής του θεολογικού σχολειού του Yavuz Selim Mosque, τον Merkez Muslihhidin Efendi, να γιατρέψει τη μάνα του. O  Muslihhidin Efendi καταπιανότανε ήδη με γιατρικά και  φάρμακα από βότανα κι είχε φτιάξει κι ένα μικρό οσπιτάλι/νοσοκομείο  στην αυλή του σχολείου που ήταν κολλητά στο τζαμί. ΄Ολα αυτά πάντως τα είδα. Και το σχολειό και το οσπιτάλι και φυσικά και το τζαμί. ΄Εσπασε ο θεολόγος-γιατρός το κεφάλι του, το ξανάσπασε, φοβόταν και να μην το χάσει και τελικά έφτιαξε ένα ματζούν(ι) από 41 βότανα, το ΄στειλε στην Πόλη στο χαρέμι, το πήρε η μάνα του Σουλτάνου κι...  έγιανε! Ο Σουλεϊμάν Σουλτάν τον φόρτωσε δώρα και τιμές κι απ΄τη χαρά του, κι αυτός κι η  Ayse Hafta Sultan μεγαλόψυχα του ζήτησαν να μοιράσει το ματζούνι στο λαό... Έτσι κι έγινε ...
 
΄Ετσι λοιπόν που λέτε άρχισε η παρασκευή του ματζούν(ιου) που εγώ μέχρι προχτές το είχα στο μυαλό μου κάτι ως γλυφιτζούρι... ΄Ασχετα που μετά θυμήθηκα ... πως μικρή, η γιαγιά μου, συνήθιζε να μου φτιάνει και να με γιατρικουλεύει με διάφορα ματζούνια... ΄Αλλα για τον βήχα, άλλα για τον πυρετό, άλλα για τον πονόκοιλο ... αλλά όλα γλυκά. Εξ ου μάλλον και η ιδέα πως ματζούνι = γλυφιτζούρι! Αλλά και πως αλλιώς, αφού για όλα, βάση ήταν το μέλι!
 
Για να μοιραστεί το ματζούν(ι) στο λαό και για να συνταιριάζει με τον Μεγαλοπρεπή και τη μάνα του, αποφασίστηκε η μοιρασιά να λάβει χώρα στο Sultan Mosque, αφιερωμένο στην χάρη του Μεγαλοπρεπούς. Κι από την κορφή της στέγης του το πέταξαν στο λαό που στέκονταν και περίμενε από κάτω ...
 
Από τότε, στις 22 Μαρτίου κάθε χρόνο κι ημέρα αρχής της ΄Ανοιξης, ο Ιμάμης ανεβαίνει, βγαίνει και μοιράζει το ματζούν(ι) στο λαό απ΄ την κορφή της στέγης ... Κι επειδή στην αρχική του μορφή -υγρό- ήταν δύσκολη η μοιρασιά, του άλλαξαν μορφή και το ΄καμαν στέρεο, σαν λουκούμι ... πιο σκληρό. Κάτι σαν γλυφιτζούρι;
 
Στη βαλίτσα μου όμως, όλα κι όλα, έβαλα το αυθεντικό, παρόλο τον κίνδυνο που διέτρεχα να μου τα κάνει όλα λίμπα!
Στη Μανισά δοκίμασα το γλυφιτζουρένιο του λαού. Κρίμα μόνο που δεν σκέφτηκα να το φωτογραφήσω... Μακρόστενο, τυλιγμένο σε γυαλιστερά κόκκινα, πράσινα, μπλε χαρτάκια... ΄Ομορφο! Θα  ήθελα πολύ να σας το δείξω ...  
Και περιμένω αν΄αρρωστήσω -χτύπα ξύλο- να το δοκιμάσω...
 
 
Καλά σας βράδια
 
Ε.-
 
Για τους ενδιαφερόμενους ή περίεργους ή Bio ή τις μάγισσες της Σμύρνης ...
τα 41 υλικά του ματζούν(νίου) είναι και έχουν ως κάτωθι

Επιστημονικώς, τουρκιστί και λατινικά τα 41 υλικά:
Ιδού ...



Allspice (Yeni bahar) (Pimenta dioica)
Alpina officinarum root (Havlican koku) (Alpina officinarium)
Anise (Anason) (Anisum vulgare)
Black cumin (Corek otu) (Nigella sativa)
Black Myrobalan (Kara halile) (Terminalia nigra)
Black pepper (Karabiber) (Piper nigrum)
Buckthorn (Topalak or Akdiken) (Nerprun alaterne)
Cardamon (Kakule) (Elettaria cardamomum)
Cassia (Hiyarsenbe) (Cassia)
Chebulic myrobalan (Kara halile) (Terminalia chebula)
China root (Cop-i cini) (Smilax china)
Cinnamon (Tarcin) (Cinnamomum verum)
Cloves (Karanfil) (Syzygium aromaticum)
Coconut (Hindistan cevizi) (Cocos nucifera)
Coriander (Kisnis) (Coriandum sativum)
Cubeb (Kebabe) (Cubebae fructus)
Cumin (Kimyon) (Cuminum cyminum)
Dried orange blossom (Portakal cicegi)
Fennel (Rezene) (Foeniculum vulgare)
Galingale (Havlican) (Alpinia officinarum)
Ginger (Zencefil) (Zingibar officinalis)
Iksir sugar (Iksir sekeri)
India blossom (Hindistan cicegi)
Java Pepper (Kuyruklu biber) (Piper cubeba)
Licorice extract (Meyan bali) (Glycyrrhiza uralensis fisch)
Licorice root (Meyan koku) (Glycyrrhiza glabra)
Mastic (Cam sakizi) (Mastichum)
Millet (Hintdarisi) (Pennisetum glaucum)
Myrrh (Murrusafi) (Commiphora Molmol)
Muskroot (Sumbul) (Adoxa moschatellina)
Mustard seed (Hardal tohumu) (Brassica nigra)
Orange peel (Portakal kabugu)
Rhubarb (Ravend) (Rheum Palmatum)
Saffron (Safran) (Crocus Orientalis)
Citric acid (Limon tuzu)
Senna (Sinameki) (Cassia senna)
Turmeric (Zerdecal) (Curcuma domestica)
Udulkahr (Udulkahir)
Vanilla (Vanilya) (Vanilla planifolia)
Woad (Civit) (Isatis)
Yellow myrobalan (Sari halile) (Fructus myrobalani)


 

28 Αυγούστου 2012

Δόξα το βραδί, καλοσύνη την αυγή ...

(Δόξα, εννοείται του Θεού ... και Δόξα του Θεού, κατά τη γιαγιά μου, νοείται η καταιγίδα!)

Καλοσύνη σήμερα την αυγή έκαμε, αλλά χτες τη βραδινή, νωρίς, έριξε πολύ νερό ...
Και ξεπλύθηκαν οι στέγες, τα δέντρα, οι δρόμοι και λαμπύρισε το σύμπαν ... Και κατά το δειλινό, βγήκε η Αγία Ζώνη. Εκείνη η θεόρατη χρωματιστή καμάρα που ξάφνου πλανιέται στόλισμα στο θαλασσί του ουρανού.  Και νομίζεις ότι κάπου γύρω ακουμπάει η αρχή της και θαρρείς πως το τέλος της χάνεται πιο πέρα ακόμα κι από κει που φτάνει το μάτι ...





Η Αγία Ζώνη της γιαγιάς μου ... ΄Ετσι εκείνη το ΄λεγε, αυτό που λέμε μείς ουράνιο τόξο ...


Γιοφύρι Θεού κι ανθρώπων, το ΄λεγε η γιαγιά μου. Κι έλεγε ακόμα πως αν κάποιος βρει την αρχή του, εκεί στην άκρη της,  θα βρει την τύχη του κι ένα κωνσταντινάτο... Μα δεν πρέπει να πιάσεις κόρη μου την άκρη του, γιατί θα σε κάψει ...
Ψάχνοντας το σταθμό, την κυρίως ελληνική γειτονιά και τα ίχνη της , μ΄ένα ψιθυριστό αντίο στη Νιόβη και μια τελευταία ματιά στην Κυβέλη άρχισε η κατάβαση... ένα μισοπεθαμένο αεράκι ...και μια γουργουριστή πείνα! Μια πείνα που μ΄έφερε μπροστά σ΄ένα παλιό γνωστό μου θαύμα ...
 
Χιλιάδες μικροσκοπικά ολόγεμα πουγκάκια
΄Οχι πείτε μου, έχετε ματαδεί τέτοια βιτρίνα μαγαζιού; Και μάλισταστιατορίου;  Τύφλα να ΄χουν τα μενού και οι κατάλογοι.΄Εχετε ματαδεί τέτοια ομορφιά, λεπτοδουλειά και χάρη; Είναι δυνατόν να μην σου τρέξουνε τα σάλια; ΄Εχετε ματαδεί φρέσκο μαντί; Χιλιάδες μικροσκοπικά ολόγεμα και χρυσαφιά πουγκάκια! Αχ βρε γιαγιά μου και που είσαι ... Και πόσα χρόνια έχω να φάω φρέσκο ολόφρεσκο μαντί δεν λέγεται... Θα μου πείτε γιατί δεν το φτιάνεις κυρά μου άμα σ΄αρέσει τόσο ... Ε, δεν το φτιάνω γιατί απ΄τα χεράκια της γιαγιάς και της μαμάς είναι άλλο ... Δεν είναι το ίδιο νόστιμο ...



Και μια ακόμη κάτοψη του απλωμένου "πλούτου... ΄Ετοιμο προς κατανάλωση, τρυφερά υγρό, εν αναμονή ... Κι η κερά με το τσεμπέρι στο βάθος, καμιά 50αριά χρονών, καμαρώνει που καμαρώνω το θησαυρό της και χαίρεται με τη χαρά μου ... Και φυσικά θα χαρεί και με την όρεξή μου είμαι σίγουρη ...
Ο θησαυρός



Παραγγέλνω ενώ ... ετοιμάζομαι για επίθεση ... ως νεότερη και -τελείως- πεζή Αμαζόνα, χωρίς μεγαλειώδη ... που σκέφτεται μόνο το φαΐ, χωρίς τόξο ... έχω όμως κουτάλι γιατί το μαντί θέλει κουτάλι, κι αυτό μου φτάνει! Ζαλίζομαι και δεν είναι δα από την πείνα. Είναι απ΄το θέαμα και τη μοσκοβολία! Μοσκοβολάει ο τόπος απ΄τη φρέσκια ντομάτα της σάλτσας με το μπόλικο μπούκοβο! Ναι, σέρτ(ικο)=βαρύ το παρήγγειλα και φυσικά με σκόρδο ... στο δροσερό αριάνι ...  

Η όψη μαγεία! Η γεύση θεία ... Οι αναμνήσεις ζωντανεύουν, συγκινούμαι, με γυρίζουν πίσω, το χέρι μου νομίζω πως λιγάκι τρέμει. Θυμάμαι γιαγιά και μάνα, σκυμμένες πάνω στο τραπέζι, αλεύρια τριγύρω, ταψιά ένα γύρω... Στην άκρη η τσίγκινη λεκάνη με το ψιλοκομμένο κρέας, το μαϊντανό και τα κρεμμυδάκια κι εμένα να μετράω πουγκάκια ... 1,2...9... 18,....23..., 41...63...90... 110...143...156...172...207...261...


Γιαβάς-γιαβάς (αργά-αργά, σιγά-σιγά) απολαμβάνω την πρώτη κουταλιά, στη δεύτερη νομίζω πως πεθαίνω, στην τρίτη ανάβω, στην τέταρτη τρελλαίνομαι και ... μετά ντρέπομαι που τρώω τσαμπούκ-τσαμπούκ (γρήγορα-γρήγορα) αλλά δεν κρατιέμαι...  Κι όσο να πεις κίμινο πάει η μιάμιση μερίδα ...
 

Πιο όμορφη λυπητερή απ΄αυτή, εγώ τουλάχιστον, δεν έχω ματαδεί! 
 
Μπας κι έχετε ματαδεί εσείς;
΄Ασπρο παστρικό πιατάκι, ξυλάκια για τα δόντια προσεγμένα και, μια χούφτα μοσχοκάρφια, ξόρκι, στην μυρωδιά του σκόρδου. Και το ποσό χειρόγραφο, σε προσπάθεια παλιάς καλλιγραφίας... Δάκρυα μου φέρνει στα μάτια η λυπητερή. Και δεν έχει να κάνει με την τιμή. 10 λίρες= 4  ευρώ και κάτι ψιλά... ευτελές ποσό και τιμή ευρωπαϊκού σάντουιτς. ΄Οχι, δεν είναι η τιμή. Τιμή δεν έχει το μαντί. Ούτε εκείνο της γιαγιάς μου, ούτε εκείνο της μαμάς μου, ούτε τούτο δα της κυράς με το τσεμπέρι που με κοιτάζει γελαστά και μου ΄ρχεται να της φιλήσω τα χέρια. Αυτό το φαγάκι δεν πληρώνεται... Αυτά τα χρυσαφιά πουγκάκια δεν έχουν τιμή, γιατί τιμή δεν έχει ο κόπος! Γιατί εκτός από την τέχνη, έχει μεγαλό κόπο το μαντί, ακόμα κι ένα πιάτο ...
 
Καλά σας βράδια ...
 
Ε.-
 
 
Μόλις τελειώσει η βόλτα στη Μαγνησία, σας υπόσχομαι τη συνταγή...
Η γέμιση είναι από κρεατάκι ψιλοκομμένο.
Αλλά σας έχω και μια παραλλαγή μούρλια ... με χρυσή κολοκύθα και τυρί ...
Κι αν γιοκ τυρί, κολοκύθα, άχνη κι ένας αέρας κανέλλα ...
 
 
 
 


27 Αυγούστου 2012

Λεκέ που βγάζει το νερό, να μη τον συλλογάσαι ...

 

Καφές τέλος, μέχρι ρανίδος. Σερουχάν Πάρκο τέλος. Βίρα για μια βόλτα στα παραδίπλα σοκάκια. Ξεκινώ, νοσταλγώντας ήδη τον καφέ.Το πρόγραμμα ελεύθερο, αλλά πολλά ακόμα να δω ... παλιά και διάφορα όμορφα κρύβει η λιοπράσινη Μανησιά. Κάπου κοντά βρίσκεται  η Νιόβη, κάπου δίπλα η Κυβέλη και κάπου πέρα τα απομεινάρια μιας ζωής κατοπινής ...
 
Κυβέλη... ή Ρέα ή Κυβήδη ή ΄Αγδιστις... Η κύρια λατρεία της κοντά στο Σαγγάριο ποταμό, πάνω στο όρος Δίδυμο, πάνω στο βράχο ΄Αγδο και το άντρο της εκεί. Και μέσα στο άντρο το αρχαιότερο άντρο της Κυβέλης, αντί αγάλματός της, ένας ακατέργαστος λατρευτικός βράχος, ένας λίθος! Θεά της άγριας φύσης, των δημιουργικών δυνάμεων, της γονιμότητας ... Μεγαλειώδης η φύση που την τριγυρίζει, μεγαλειώδες το βουνό, κάτι από παραπάνω γόνιμος ο κάμπος της Μανησιάς. Πώς να μην μείνει για πάντα στο Σίπυλο;

Για πάντα στο Σίπυλο...

Κι οι δημιουργικές δυνάμεις; Να ήταν μήπως οι Θεσσαλοί που την πρωτοκατοίκησαν, την πρωτοκαλλιέργησαν, της έδωσαν ζωή; ΄Η μήπως οι δουλευτάδες ΄Ελληνες που έζησαν εκεί, που την έκαναν πόλη πλούσια και ζωντανή, παραγωγική, εμπορικό σταθμό και κέντρο, που την περπάτησαν και την ζωγράφισαν μ΄εκκλησιές, με σκολειά  και που την αγάπησαν μ΄όλη τη δύναμη των ψυχών τους; ΄Η να ΄ταν μήπως οι Αμαζόνες... εκείνα τα ατίθασα θηλυκά με τα φανατηφόρα τόξα που έβαζαν τους άντρες να κάνουν τα παρακατιανά και να προσέχουν τα παιδιά;
 
Κυβέλη και Νιόβη ... Κι οι δυο εκεί ...
Ο ΄Ομηρος στην Ιλιάδα, αναφέρει πως η Νιόβη στέκεται στα πόδια του Σίπυλου, εκεί που κοιμούνται οι νύμφες, μετά το χορό τους στις όχθες του Αχελώου. Η Νιόβη θρηνεί για την καταστροφή που της έστειλαν οι θεοί... 

Κι ήταν η Νιόβη πριγκίπισσα, του Βασιλιά Τάνταλου κόρη κι ήρθε από το Σίπυλο στις Θήβες μιας και παντρεύτηκε τον βασιλιά Αμφίωνα. Ο Αμφίωνας έπαιζε τόσο όμορφα λύρα, που μάγευε τα δένδρα και μετακινούσε βράχους πελώριους. Έτσι μάλιστα λέγεται πως ξανάχτισε τα τείχη των Θηβών, μετακινώντας, με τη λύρα του, τους βράχους. Το ζευγάρι απέκτησε έξι γιους και έξι κόρες. Και περηφανεύτηκε η Νιόβη πως είναι πιο καλή απ΄τη Λητώ που είχε μόνο δυο δίδυμα, τον Απόλλωνα και την ΄Αρτεμη... μμμμ... κι ας ήταν παιδιά του Δία. Κι αυτή η αλαζονεία της την έφαγε. Η Λητώ θύμωσε, το είπε στα παιδιά της κι αυτά με μια βροχή από βέλη, σκότωσαν όλους τους γιους της Νιόβης. Απελπισμένος ο Αμφίωνας αυτοκτόνησε. Μα η Νιόβη παρ΄όλα αυτά εκεί αμετανόητη. Κι έτσι, ο Απόλλωνας κι η Άρτεμις σκότωσαν και τις κόρες της. Κι η θλίψη συνεπήρε τη Νιόβη κι ήταν τόσο μεγάλη που ο Δίας τελικά τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε πέτρα.
 
Πώς όμως το πέτρινο ομοίωμα της Νιόβης βρίσκεται στο Σίπυλο και όχι στις Θήβες εκεί που συνέβη το όλο αυτό το κακό; Ε, λοιπόν, ο Λατίνος ποιητής Οβίδιος το εξηγεί να πως ...΄Ενας ισχυρός ανεμοστρόβιλος σήκωσε τη Νιόβη και τη μετέφερε πίσω στα χώματά της, στην πατρίδα της. Την απόθεσε στα πόδια του Σιπύλου να θρηνεί  ... όπου θρηνεί ακόμα ...
 


 

 
 
 
Κι οι ντόπιοι, θα σας το ορκιστούν, πως την έχουν δει να κλαίει ...
 
Καλά σας βράδια...
Ε.-
 
Κι αν ποτέ σας βγάλει ο δρόμος στη Μανισά θυμηθείτε ... για να δείτε τη Νιόβη σταθείτε δεξιά ή αριστερά, στο πλάι της... και θα τη δείτε (πιο) καθαρά.
  
Το δάκρυ της Νιόβης

Ένας παράξενος σχηματισμός βράχων στο Σίπυλο της Μικράς Ασίας φέρεται να απεικονίζει τη μητέρα της φυλής των Ελλήνων που ένα φυσικό φαινόμενο την κάνει να... συγκινείται και να ... δακρύζει.
Η Νιόβη, ζει...
μεταμορφωμένη σε Βράχο στο βουνό Σίπυλο της Μικρός Ασίας. Κάτι ανάμεσα σε Παναγιά που θρηνεί κι αρχαίο είδωλο, επέζησε 3.000 χρόνια, σεισμούς, καταποντισμούς και βαρειές κι αντίξοες καιρικές συνθήκες. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, η Νιόβη ήταν η μητέρα της φυλής των Ελλήνων. Η μυκηναϊκή δυναστεία του Αγαμέμνονα καταγόταν από τον πατέρα της Νιόβης, τον Τάνταλο, που κάποτε βασίλευε σε μια μυθική χώρα, μια τοποθεσία γύρω από το όρος Σίπυλο στη Μ. Ασία. Ο παράξενος σχηματισμός των βράχων, που απεικονίζει τη Νιόβη, έχει διαμορφωθεί εντελώς από τα στοιχεία της φύσης. Μοιάζει με μια γυναίκα που θρηνεί...με μαλλιά λυτά, μπερδεμένα, σκυμμένη προς τα μπρος και έμε κφραση αβάστακτης αγωνίας και λύπης. Κοιτώντας τη από διαφορετικά σημεία μπορείτε να δείτε το θλιμμένο της βλέμμα και διάφορες λυπημένες εκφράσεις του προσώπου της. Μα τα δάκρυα της Νιόβης; Πώς εξηγούνται; Και μάλιστα το καλοκαίρι καιρό, όπως λένε οι ντόπιοι κι όπως αναφέρει ο θρύλος; Η πιο λογική εξήγηση είναι ότι το χιόνι που μαζεύεται στην κορυφή του βράχου τον χειμώνα, έλιωνε την άνοιξη και κυλούσε σαν δάκρυα...

΄Αραγε, θρηνεί για τα παιδιά της ή μήπως η Νιόβη θρηνούσε για τη Μικρά Ασία; Για το κακό που έμελλε να γίνει... Σαν τους ΄Ελληνες που ακόμα (τη) θρηνούν ...
Και το κακό έγινε ... Κι ήταν απέραντα μεγάλο...