22 Σεπτεμβρίου 2012

Οι βλάχοι γίναν δήμαρχοι κι οι γύφτοι καπετάνιοι ...





Πίσω μας πια από χθες το καλοκαίρι και μπροστά μας το φθινόπωρο ...
Μικρότερες μέρες, λιγότερο φως ...μεγαλύτερες νύχτες ... ακόμα λιγότερο φως...
Αν και το φως πιστεύω πως είναι στο μυαλό ... Παρόλα αυτά θα μου λείψει ...
Αγαπώ πάντως τη βροχή και τα μπακιρένια χρώματα που έχουν αρχίσει να βάφουν τα γύρω ...
Το Βιλαέτι της Σμύρνης
Και μιας κι επίσημα άρχιζε χτες, τουλάχιστον εδώ λούτσα τα πάντα απ' το πρώτο πρωτοβρόχι! Στέκει άραγε να λέμε πρώτο πρωτοβρόχι ή πλεονασμός; Εγώ θα το πω έτσι κι ότι βρέξει ας κατεβάσει!
 
Τη φορά όμως που η βροχή θα ήταν δώρο θεού ... δεν έβρεξε! Θα μπορούσε όμως ... 
΄Ετσι κάηκαν τα περίπου 4.000.000 τμ., ξεκινώντας από τη Μπελλαβίστα και φτάνοντας μέχρι του Χατζηφράγκου. Κι αν χαράξουμε μια ευθεία με αφετηρία το γαλλικό νοσοκομείο μέχρι τον ΄Αη Γιάννη κι αν τραβήξουμε μια ακόμη ευθεία γραμμή που ν΄αγγίζει τις δυο μεριές αυτές με κατεύθυνση το Τεπεντζήκι και το Σταυρό, περνώντας απ΄τις συνοικίες Κιουπετζόγλου και Μορτάκια, η γραμμή μας πάνω από 2 χλμ. θα είναι επίσης. Απ΄το Τεπεντζήκι μέχρι το Τελωνείο ακόμα 3 χλμ. κι απ΄ το Τελωνείο μέχρι τη Μπελλαβίστα 1.000 περίπου μέτρα.! Και μέσα εκεί ζωγραφίστε 55.000 σπίτια που κάηκαν ... και που οι 43.000 ήταν ελληνικά! Κι ήταν ακόμα 10.000 κονάκια αρμενικά και 2.000 περίπου άλλων εθνικοτήτων. Στάχτη έγιναν 5.000 μαγαζιά κι ήταν κι απ΄αυτά τα περισσότερα ελληνικά. Εκεί στις στάχτες που σκέπασαν τη ζωή ζούσαν πάνω από 180.000 ψυχές! Να πούμε ή αυτονόητο πως το μέγιστο ποσοστό ήταν Έλληνες;

Πιο συγκεκριμένα κάηκαν: Η αρμένικη συνοικία και η ελληνική συνοικία! Τυχαίο ή αυτονόητο γιατί κάηκαν ολοσχερώς μόνο αυτές οι δυο;
 
Η αρμενική συνοικία με την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου.
Η ελληνική αγορά, η γνωστή με το όνομα «Μεγάλες Ταβέρνες», τα Γυαλιάδικα, το Γερανιό,
ο Φραγκομαχαλάς. η οδός Νοσοκομείων με τα τρία νοσοκομεία της, το Γραικικό, το Ολλανδικό και το Καθολικό του Αγίου Αντωνίου. Κάηκαν κι οι συνοικίες του Αγίου Γεωργίου
της Αγίας Φωτεινής, του Αγίου Δημητρίου, της Ευαγγελιστρίας. του Αγίου Τρύφωνος,
του Αγίου Ιωάννου της Λυγαριάς, του Αγίου Νικολάου...

Καμάρι είχαν οι γειτονιές τις εκκλησιές τους, οι εκκλησιές έδιναν τα ονόματα στις γειτονιές κι ενορίες ξεχώριζαν τις γειτονιές ...

Κανείς ΄Αγιος όμως δεν ήταν εκεί εκείνο το κακό βράδυ ... Κανείς τους δεν έστειλε μια βροχή! Κανείς δεν βοήθησε, κανείς. Μήτε Θεός, μήτε άνθρωπος ...

Μήτε ΄Αγιος έλληνας ή αρμένης ...

Κάηκε και του Τσαρμάδου (μηχανουγεία, μαχαιράδικα, εργαλεία), οι Πορτάρες, ο Φασουλάς, τα Μπογιατζίδικα, τα Τράσσα, του Μεϊμάρογλου, τα Σερβετάδικα (είδη σπιτιού, λευκά είδη, υφάσματα), τα Ταμπάχανα (Βυρσοδεψεία), τα Κουγιουμτζίδικα (Χρυσοχοεία), τα Μαλτέζικα, της Τσικουδιάς, του Κιουπετζόγλου, του Χαλεπλή, ο Νέος Κόσμος, το Παραλλέλι κι ένα μεγάλο κομμάτι της Προκυμαίας.... Καμιά εκκλησιά δεν έμεινε ορθή ... κι 117 σχολειά δημόσια και ιδιωτικά αποτεφρώθηκαν κι αυτά! Η Ευαγγελική Σχολή μισογλύτωσε μα κάηκε το αρχαιολογικό και νομισματολογικό μουσείο της και σβήστηκαν από βάθρου και τα πλείστα όσα κοινωφελή και αγαθοεργά ιδρύματα... Γειτονιές όλες αυτές της αριστοκράτισσας Σμύρνης, σχολειά των παιδιών της, ιδρύματα των πολιτισμένων δουλευταράδων κατοίκων της... Οι ίδιοι αποφάσιζαν για την ίδρυση και το χτίσιμο εκκλησιών και ιδρυμάτων, οι ίδιοι με τον κόπο τους τα έχτισαν, οι ίδιοι χάθηκαν μαζί τους ...

Κι ήταν σκοπός ο συστηματικός εμπρησμός της Γκιαούρ Ισμίρ, της άπιστης Σμύρνης, της κοσμοπολίτικης Σμύρνας ... κι ήταν του Μουσταφά Κεμάν σκοπός να μη μείνει τίποτα όρθιο ... να εξολοθρευθούν, να εξαφανιστούν, να αφανιστούν οι Χριστιανοί της Μικράς Ασίας και ποτές τους κανείς να μην ξαναγυρίσει στην πατρίδα τους...
 
Καλά σας βράδια 
Ε.-
 
Σεπτέμβρης ήταν και τότε ...
Θα μπορούσε να είχε βρέξει και τότε ...
Μια βδομάδα μόνο ήταν, μια και μόνο πριν να μπει κι επίσημα το φθινόπωρο ...
Θα μπορούσε αλλά δεν έβρεξε ...
Κι έγιναν όλα στάχτη!
Κι οι ζωές τους ... στάχτη κι αυτές!


18 Σεπτεμβρίου 2012

Αν δεν κλάψει το μωρό, δεν το βυζαίνει η μάνα ...



Χωρίς η μνήμη να μπορεί να τις σβήσει, χωρίς ο χρόνος να μπορεί να πάρει το πάνω χέρι και να κάνει κουμάντο στις θύμησες, οι δυο πιο δύσκολες μέρες και δυο ακόμα, πέρασαν ...
Η φωτιά δεν έχει σβήσει, η καταστροφή είναι αλήθεια, ο ξεριζωμός ακόμα πονάει, τα δάκρυα δεν κυλάνε μόνον θαμπώνουν το μάτι, η καρδιά δεν μισεί .. Οι ψυχές όμως στέκουν ακόμα εκεί παραπονεμένες, πνιγμένες σε χίλια πως και γιατί ...
Στέκουν και παρακολουθούν την καινούργια ζωή που κυλάει εκεί κάτω, εκεί πέρα στον πολυαγαπημένο τόπο τους ... Στέκουν πάνω απ΄τη Σμύρνη, πάνω απ΄τα Βουρλά, τα Αλάτσατα, το Αϊβαλί, τον Τσεσμέ, πάνω από ολόκληρη την Ιωνία ...
Κι είχε η Ιωνία χίλια χωριουδάκια, χίλιες πόλεις, χίλιες μεριές δικές τους, ελληνικές ... Μεριές ζωγραφιστές, περήφανες, ξακουστές, ζωντανές, χιλιοτραγουδισμένες...
"Μα τα ξέρεις δα κόρη μου τα μεζεδάκια μας. Ο πατέρας σου πρώτος και καλύτερος είναι σ΄αυτά ... Τα χέρια σου ΄ρχεται να του φιλήσεις σα δοκιμάσεις τα μεζεκλίκια του! Κι όλοι σα τα δοκιμάσουνε όλο και θένε κι άλλο! ΄Ολα τα ξέρει κι όλα τα φτιάχνει! Και του λόγου σου όλα τα τιμάς! Καλύτερα κι απ΄αυτά που φτιάναμε στα Βουρλά είναι του κύρη σου. Μερακλής μεγάλος και ουστατζής (τεχνίτης) άφταστος. ΄Ολα όσα κάμαμε στα Βουρλά τα ξέρει.  Στα Βουρλά όλα τα σωστά σπιτικά, σπιτικά τα είχαμε... Για όλο το χρόνο φτιάναμε και για όλες τις περιστάσεις. Παξιμάδια, κουλούρια, ρετσέλια, παστά, καπνιστά, τουρσού, δεν έλειπαν από κανένα σπίτι.  ΄Αλλα τα καθημερνά, άλλα τα σκολινά. ΄Αλλα του γάμου, άλλα της παρηγοριάς. ΄Οταν υπήρχε θανατικό σε σπίτι, ξέρεις πως 40 μέρες δεν μαγείρευε η νοικοκυρά; Συγγένισσες, γειτόνισσες και φιληνάδες φρόντιζαν να μην λείπει το φαγητό απ΄το στεναχωρεμένο σπιτικό.  Είχαν όμως να φροντίσουν και τη δική τους φαμίλια. Παξιμάδια, τραχανάδες, τουρσού, παστά, καπνιστά σ΄έβγαζαν απ΄το πολύ τσουκάλι και πηγαινοέρχονταν από σπίτι σε σπίτι χωρίς μεγάλο κόπο. Μα και στις χαρές και στις γιορτές το ίδιο... Και παραβγαίνανε οι νοικοκυρές στις ιδέες, στις νοστιμιές, στο στόλισμα... Κι όλα αυτά τα χάσαμε και τα ξεχάσαμε απ΄το ξεσπίτωμα και στη φτώχεια που πέσαμε. ΄Ηρθαμε κι άλλα βρήκαμε εδώ κι αυτά ελάχιστα! Ιδέα δεν είχαν στις Αθήνες, μηδέ από ρετσέλια, μηδέ από μεζεκλίκια, μηδέ από μουσικές... Θυμόσουν το πιλάφ(ι) τρέχανε τα σάλια σου ως τις σιαγώνες σου και βολευόσουν μ΄ένα άσπρο ρύζι. Πήρε καιρό να μάθουν οι κυρές εδώ να κουζινεύουν σαν κι εμάς... Εμάς, στις κουζίνες μας τρέχανε τα βότανα, τα μπαχάρια, τα γυαλιστά τα κιούπια, τα γυάλινα με τα τουρσού και τις ελιές... Ούτε τα μάραθα καλά-καλά δεν ξέρανε! Μήπως ξέρανε τον παστουρμά ή το σουτζούκι για τους τσίρους και τη λακέρδα; Αχ... βάναμε σουτζούκι και λουκάνικα στο μαγκάλι και ζωντάνευε η γειτονιά... σκύλοι, κάτες και γειτόνοι! Υπήρχανε σπιτικά που μετρούσες 50, 60 μεζεδάκια στο τραπέζι. ΄Ολα με ντόπια φρέσκα υλικά, αγνά και με περίσσια όρεξη φτιαγμένα... με τα βουτύρατά τους, τα πεπίνια τους (κουκουνάρι)... Και σε μικρά-μικρά πιατελάκια τα σερβιρίζαμε, με βασιλικούς και δυόσμους, πικάντικα, ορεξάτα... Κι όταν βεγγερίζαμε ... μα χειμώνα ή καλοκαίρι, μια ομορφιά, μια γαλήνη, μια ζέστη ... στα σοφραδάκια έξω απ΄την πόρτα με τον καλό καιρό, στα σοφραδάκια, μέσα με σαν έκαμε το κρύο ...
  ΄Ηταν όμως κι ευχαρίστηση μεγάλη, εσπέρα Κυριακής να τα τρως στους μεϊχανέδες (ταβέρνες) της Σκάλας... ΄Αριστο το σπιτικό, καλό όμως και το έτοιμο έλεγε  η αννέ μου ... και γελούσε...  Μα κι όλα τα σπιτικά δεν ήταν άριστα... Θυμούμαι πως έλεγε του "πασά", έτσι έλεγε τον πατέρα σου που τον υπεραγαπούσε, πως ήταν τα καλύτερα. Καλύτερα κι απ΄της Σκάλας ... Και πως είχε φάει κι είχε φάει γυναικεία σπιτικά, που δεν άξιζαν ούτε να τα γλωσσίσεις ... Και σαν του πατέρα σου κανένα!

«αχ που ναι κεινος ο καιρός τα χρόνια τα ωραία με
λίγα γρόσια γλένταγα μ’ όλη μου την παρέα…»
Καλά σας βράδια
Ε.-
Στην σκέψη των μεζεδακίων μελαγχόλησα ...
Στη θύμηση του πατερούλη μου θλίφτηκα ...
Η όρεξη που είχε αρχίσει ν΄ανοίγει μ΄όλα τα καλούδια που θύμηθηκα, κόπηκε ...
Κι η απαρίθμηση αναβάλλεται ...
Γιατί αν αρχίσω να σας απαριθμώ τα καλούδια και τα μεζεδάκια που έφτιαχνε ο πατερούλης μου, το βλέπω να ... 



15 Σεπτεμβρίου 2012

Του μπροστινού το γλίστρημα, του πισινού γιοφύρι ...

Η φωτιά άφησε πίσω της μόνο ερείπια. Ρήμαξε, ξερίζωσε, κατέστρεψε, χώρισε, διέλυσε ...
Πόνεσε, έπνιξε, χτύπησε, μοίρασε...
 
Δεν κατάφερε  όμως είναι να πεθάνει την ψυχή, την αγάπη, την ελπίδα, την εξυπνάδα, την εργατικότητα και την καπατσοσύνη ... όσων δεν έμειναν πίσω, όσων τής ξέφυγαν ...
 
"Βρε κόρη, καπάτσος είναι ο πολυμήχανος, ο δαιμόνιος, ο καταφερτζής, ο ατσίδας ...
΄Ετσι το λέγαμε εμείς...  Καπάτσος είναι ο φτωχός που δεν έμαθε γράμματα, που δεν ήβρε περιουσία έτοιμη, που δεν είχε πλάτες παρά μόνο τις δικές του ... Μερικές φορές μπορεί να ΄ναι και λίγο ζόρικος, λίγο μάγκας. Είναι ζόρικος σα ζορίζεται απ΄τους βολεμένους, είναι μάγκας σαν φοβάται τους γραμματιζούμενους ... Μα κακός κι ανήθικος δεν είναι ... Ο πατέρας μου έλεγε πως καπάτσος είναι ο Οδυσσέας, καπάτσος είν΄ κι ο Καραγκιόζης ... Τονέ ξέρεις μπρε ... εκείνο τον αρχαίο με τις Σειρήνες ... άρχοντας ήτανε στον τόπο του...
Είσαι μικρή κι έχεις καιρό να μάθεις... Μαθαίνει ο άνθρωπος όσο μεγαλώνει  Καπάτσος είναι κι ο Καραγκιόζης ... φτωχός και με στόματα να θρέψει. Αν ο σκοπός είναι καλός και δεν βλάφτει άλλους είσαι καπάτσος ... αν ο σκοπός είναι κακός και βλάφτει κόσμο είσαι απατεώνας ...Ο καπάτσος τα βγάζει πέρα στα δύσκολα, στα ανάποδα που τον βρίσκουν στα ξαφνικά και τα καταφέρνει με τα λίγα που έχει ... Λίγο η ανάγκη, λίγο η εξυπνάδα, λίγο η τύχη και τη βγάνει ... Σα ξεσπιτωθήκαμε κι ορφανέψαμε έτσι τα καταφέραμε. Δε φέραμε παρά μηδέ ντουβάρια μηδέ αγαθά ... Κατατρεγμένοι, δυστυχείς σα φτάσαμε, με το μυαλό σακαταμένο απ΄το κακό μάς πήρε καιρό να ορθοποδήσουμε ... τα καταφέραμε όμως. ΄Αλλος λίγο, άλλος πολύ ... κάτι από δω, κάτι από κει, τα καταφέραμε. Οι λιγότεροι, κατάφεραν να ξαναποκτήσουν μεγαλεία... Δεν σου μιλώ γι΄αυτούς που είχαν νιώσει την καταστροφή κι έφυγαν νωρίς, όχι. Για μας που φτάσαμε γδυτοί σε ξένο τόπο ... εμείς απλά βολευτήκαμε κι ελπίζαμε... Οι περισσότεροι από μας, απλά βολεύτηκαν ...
 
Οι περισσότεροι από μας ψάχνανε κι ελπίζανε. Ελπίζανε στο Θεό και περιμένανε να βρούνε τους αποχωρισμένους τους. Χρόνια τρέχαμε να μάθουμε στους Ερυθρούς Σταυρούς, και χρόνια περιμέναμε. ΄Οσοι τουλάχιστον μαθαίνανε τα κακά μαντάτα κάμανε το πένθος τους, ησύχαζε το μέσα τους, άλλαζε ρότα το μυαλό τους. ΄Οσοι δεν μάθανε ποτέ φύγανε με τη μαυρίλα και το βάρος ... Τάζανε στην Παναγιά, στους Αγίους, ένα κερί, ένα πιτί (Φανουρόπιτα), λαμπάδα. ΄Αλλος έταζε στην Φανερωμένη, άλλος στην Ελευθερώτρα, άλλος στην Μεγαλόχαρη, άλλος στη Σμυρνιά, στη δικιά μας... την Πικραμένη Παναγιά... Πώς να μην είναι πικραμένη η Παναγιά κόρη μου; Μάνα που βλέπει το παιδί της στο καρφί ... μόνο πίκρα; Κάλλιο θάνατος ...
 
΄Ολοι την εξέρανε την Πικραμένη Παναγιά. Κοντά την Αγιά Φωτεινή ήταν κι η Αγιά Αικατερίνα. Εκεί σιμά κατοικούσε η κυρά που είχε το κόνισμα σε σάλα στο σπίτι της με κεριά και μανουάλια. Στολισμένο με μύρια μαλαματένια κι αργυρά ταξίματα που δείχνανε μάτια, χέρια, κεφάλια, πόδια, κοιλιές, καρδιές. Και βραχιόλια, καδένες, σταυροί, ενώτια...  Κόντευε να μη τη βλέπεις διόλου κάτω απ΄τα μαλάματα. Η Παναγιά κρατούσε το γιο της βρέφος στην αγκαλιά της μα εκείνη θαματουργούσε. ΄Ητανε μωρό ο Χριστός μας κι ακόμα δεν έκαμε θάματα. Χριστιανοί κι Αγαρηνοί την προσκυνούσανε. Απ΄τ΄άκρα του κόσμου και του ντουνιά ήρχοντο στη χάρη της και στο προσκύνημά της. Ταζόντουσαν στη χάρη της μικροί και μεγάλοι φτωχοί κι αρχόντοι,   κάνανε λειτουργιές, παρακλήσεις, ευχέλαια, αγιασμούς κόσμος και κοσμάκης...
 
Και κάθε Μεγάλη Παρασκή φανερωνώτανε η πίκρα της... Από το μάτι το δεξί, έβγανε μεγάλο δάκρυ, κεχριμπάρι. Δεν εκυλούσε, μόνο γιαβάς στέγνωνε και το Μεγάλο Σάββατο... χανότανε! Λέγανε πως όλα τα θαματουργά κονίσματα ο Ευαγγελιστής Λουκάς τα είχε καμωμένα ...  πάνω σε μαστίχι, ζυμωμένο με κερί και λιβάνι. Δική του κι η Πικραμένη Παναγιά. ΄Εχει κι άλλα θαματουργά που δεν τα ΄χει ο Λουκάς καμωμένα, μα ούτε χέρι ανθρώπου. Κι είναι αυτά που κατέβηκαν απ΄τα ουράνια. Τα βρίσκουνε με τη βοήθεια της Παναγιάς οι καλοί πιστοί. ΄Αλλα σε σπηλιές βρέθηκαν, άλλα σε λόγγους, άλλα φαράγγια...




 
 
Η γυναίκα που το ΄χε σπίτι της, το ΄χε από γενιές. Ο προπροπάππος της το είχε βρει με τη βοήθεια της Παναγιάς. Του φάνηκε στον ύπνο του και τον πρόσταξε να πάει να τη βρει. Μα εκείνος δεν έδωσε σημασία. Και ξαναφάνηκε η Παναγιά και ματαφάνηκε και τι να κάνει ο άνθρωπος κίνησε με φόβο να τη βρει χωρίς να ξέρει πως.  Κι έφτασε στον τόπο που του ΄χε πει η χάρη Της μόνο που ο τόπος ήταν έρημος. Μόνο ένα δέντρο είχε, μια τζιτζιφιά που στάθηκε στον ίσκιο της. Τότε είδε το έμπα της σπηλιάς κι ένα φως να βγαίνει από τα μέσα της. Με φόβο μπήκε σαν κάποιος να τον έσπρωξε κι αντίκρυσε το εικόνισμα. Σταυροκοπήθηκε, το προσκύνησε, το ήπηρε μαζί του και το εγκατέστησε στο σπιτικό του ... ΄Ετσι είχε στα χέρια της το κόνισμα, η κόνα Βασιανή ...
 
Κανένας δεν ξέρει που είναι το κόνισμά της σήμερα μα κανείς δεν την ξέχασε...
Μερικοί λένε κάτι περίεργες ιστορίες για έρωτες και φονικά ....
κι έτσι πως, χάθηκε το κόνισμα ... Και γίνονταν όλα αυτά πριν το μαχαίρι και τη φωτιά ...
Μπας να ΄δε τη φωτιά η Παναγιά; Θεός ξέρει ..."
 
 
 
 
Καλά σας βράδια
 
Ε.-
 
Πού βρισκόταν άραγε η Παναγιά όταν ψυχοραγούσε η πόλη;
Μήπως η Πικραμένη Παναγιά δάκρυζε πικραμένη γιατί ήξερε;
Μήπως σαν μια άλλη Νιόβη σιωπηλά θρηνούσε;
Ποιος να ξέρει ...
 
 






 

14 Σεπτεμβρίου 2012

Ο καθένας για λόγου του, ο Θεός για όλους ...

13 Σεπτέμβρη χθες ...
14 Σεπτέμβρη σήμερα ...90 χρόνια πριν ...
΄Αρχισε χτες 13, σήμερα, του Σταυρού συνεχίζεται ...
 
Το γιαγκίνι κατατρώει τη Σμύρνη ... μέχρι να μείνει μόνο η στάχτη ...
Μια φωτιά που δεν θα σβήσει ποτέ ...
 
 
Είναι μια μοναδική φωτιά! Η φωτιά της αγάπης της ...
Της αγάπης που τής είχαν εκείνοι που ανελέητα κάηκαν μαζί της, της αγάπης που τής είχαν εκείνοι που χωρίστηκαν απάνθρωπα στις στάχτες της, της αγάπης εκείνων που την έκαναν καταφύγιο και έζησαν μαζί της στην άλλη μεριά της ίδιας θάλασσας! 
 
" Η ίδια θάλασσα μάς χωρίζει κόρη μου. Είναι μια παρηγοριά κι αυτό... Τι να πούνε αυτοί που ξεμάκρυναν πολύ περισσότερο από μένα; Εγώ ξέρω πως τα Βουρλά είναι εκειδανά καρσί απέναντι.
Η ίδια θάλασσα
 
Ξέρω πως η ψυχή του πατέρα μου στέκει κάπου εκεί. Μπορεί και να φυλάει το σπίτι μας... Θα κουράστηκε μόνο να περιμένει  και να φυλάει το σπίτι. ΄Οπως κουράστηκε κι η μάνα μου να αναμένει πως θα ξαναπάει εκεί, στη γη της, στο σπίτι της ... και πως θα τον ξαναβρεί. ΄Ισως πάλι να ΄ναι μαζί περίπατο στη Σκάλα ...
Βουρλά - Η Σκάλα
 
Α, βέβαια! Κυριακές και σκόλες, το πρωί εκκλησία μα το απόγιομα, απαραίτητος ο περίπατος στη Σκάλα. ΄Ολοι με τα καλύτερά μας ντυμένοι, περιποιημένοι, καμαρωτοί. Ευκαιρία να στολιστούν οι γυναίκες τα τζοβαΐρια του αρραβώνα, να καμαρώσουν οι άντρηδες και πατεράδες, να γλυκοκοιτάξουν οι νιότεροι ... Να γλυκάνουν οι παππούδες τα εγγόνια, να χασκογελάσουν οι φιληνάδες... Ασυννέφιαστες Κυριακές... εξόν κι είχε τύχει κακό ... Πριν πέσει η μέρα, είχαν την τιμητική τους τα σοροπιαστά, τα καϊμάκια κι οι ντουντουρμάδες. Πέφτοντας το φως, παίρναν σειρά τα κρασάκια, τα τσίπουρα και τα μεζεδάκια ..."
 
 
 
 
 
 
 
 
Λυπάμαι που δεν μπορώ να συνεχίσω. Η μέρα σήμερα είναι δύσκολη ...Θέλησα να ξεφύγω από τη φωτιά, θέλησα να την απαλύνω ... να σκίσω τον καπνό και να πάω μια βόλτα Κυριακή στη Σκάλα στα Βουρλά ... Μα είν΄ η μέρα τέτοια που δεν μ΄αφήνει ... ΄Η μήπως  είναι η καρδιά μου που δεν μ΄αφήνει  ...
 
Η φωνή της γιαγιάς μου λυγάει και σπάει σαν μιλάει για την καταστροφή, όσο κι αν εκείνη δεν την έζησε... Λυγάει απ΄τα δάκρυα όσων την έζησαν και όσων η ζωή έγινε στάχτη μαζί της ... Λυγάει απ΄τις θύμησες τις δικές της... κι απ΄τα δικά της δάκρυα ...
Λυγίζει η φωνή της, λυγίζω κι εγώ ...
 
 
Καλά σας βράδια
 
Ε.-
 
 
Τετάρτη και 13 άρχισε το μαρτύριο, και του Σταυρού, 14, σταυρώθηκε ένας λαός ολάκερος, μια αγάπη και μια πίστη!
 
Εκείνη η φωτιά, που στη Σμύρνη, έσβησε όταν όλα έγιναν στάχτη,  δεν έσβησε και δεν θα σβήσει ποτέ! 
Εκείνη η φωτιά απ΄τη Σμύρνη, εκεί έσβησε.  Εδώ όμως δεν θα σβήσει ποτέ!
΄Οπως ποτέ δεν σβήνει η φωτιά της μοναδικής, άδολης κι αληθινής αγάπης! 
Μα τέτοιες αγάπες δεν υπάρχουν πια! Ούτε στα δάχτυλα τού ενός χεριού δεν μετριούνται!
 
Εξόν απ΄την αγάπη της μάνας!
Μία η μάνα, μοναδική η αγάπη της!
Αγαπάει η μάνα όλα τα παιδιά της όσα κι αν έχει ...
Τα παιδιά της όμως την έχουν μία και μοναδική ... και μοναδική η αγάπη που τής έχουν !
 
Μία κι η Σμύρνη και σα μάνα αγαπούσε όλα τα παιδιά της ...
Και τα παιδιά της όμως μία την είχαν -και την έχουν- και μοναδική!
Και μοναδική -και για πάντα- η αγάπη τους γι΄αυτήν ...
 

11 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Μάης έχει τ΄όνομα κι ο Απρίλης τα λουλούδια ...

Μακριά απ΄το κονάκι μου και βγαίνω απ΄τη σειρά μου ...
Δύσκολο το γράψιμο κι οι αθυβολές κι οι συγκινήσεις ...
Πως να γράψεις μακριά απ΄το σπίτι σου μέσα σ΄ένα απρόσωπο δωμάτιο ξενοδοχείου ή απ΄το γραφείο... 
Μόνη στο γραφείο,  χτες ήταν που πνίγηκα απ΄την πολλή δουλειά ... Σήμερα κάπως πιο ήρεμα κι έτσι αποφάσισα να το επιχειρήσω και να βάλω κάτω τις θύμησες που αυτές τις μέρες ειδικά δεν μ΄αφήνουν σε ησυχία και βλέπουμε ...

Σκέφτομαι πως οι μέρες αυτές είναι οι πιο δύσκολες ... ήταν μάλλον οι πιο δύσκολες, οι πιο καταστροφικές και συγκλονιστικές για χιλιάδες μύριες ψυχές, στιγμές αθεράπευτα συγκλονιστικές! Κι ήταν οι μύριες ψυχές όμορφες, καλοσυνάτες ... Κι αγαπούσαν τον τόπο τους, τον πονούσαν. Είχαν δημιουργήσει σ΄αυτόν κι είχαν κουραστεί να αποκτήσουν ότι είχαν αποκτήσει, ήταν ψυχές που είχαν δικαίωμα στη ζωή ... Ποιός το περίμενε πως θα του/τους ξερίζωναν τόσο άσπλαχνα, τόσο απάνθρωπα αυτό το δικαίωμα; Δικαίωμα όχι από ανθρώπους δοσμένο μόνο δοσμένο απ΄το Θεό ... Θλίβομαι σ΄αυτές τις σκέψεις, καταθλίβομαι μ΄αυτές τις μνήμες... 90 χρόνια έχουν περάσει κι είναι σχεδόν σαν χτες! Μ΄ αυτό που με συγκινούσε πάντα και που με παραξενεύει ακόμα και σήμερα ...  ήταν η ηρεμία στη φωνή της γιαγιάς μου! Ηρεμία, γλυκειά νοσταλγία και πόνος ναι, αλλά χωρίς ίχνος μίσους! Εγώ σαν την άκουγα να περιγράφει τις μέρες πριν τον ξεριζωμό και την καταστροφή μου ΄ρχόταν να πάρω ένα μαχαίρι και χυθώ να σφάζω Τούρκους! Χωρίς διάκριση καμία! 



"Κόρη μου, γίνηκαν πράγματα από ανθρώπους που δεν είν΄ γι΄ανθρώπους. Δε λέγεται άνθρωπος αυτός που κάνει τέτοια, θεριό λέγεται ... Μα πάλι μόνο σαν αφεθείς στο μίσος γίνεσαι θεριό! Σαν το θέλεις ...  Μην αφήνεσαι στο μίσος! ΄Αμα αφεθείς στο μίσος θα γίνεις σαν κι αυτούς ... μα ... "Ποιούς γιαγιά;" Τους φονιάδες κόρη μου! Εγώ μονάχα αναρωτιέμαι πως τόσοι άνθρωποι τότε γινήκανε τέτοια θεριά ... Δεν ήταν οι τούρκοι γείτονές μας, δεν ήταν ο τούρκος μπακάλης ή ο τούρκος μανάβης της γειτονιάς μας, δεν ήταν ο τούρκος πλανόδιος ψαράς, ούτε ο τούρκος γαλατάς και μπαξεβάνης...


Τσέτες  ... σε ώρα διαλείμματος
Μα τότε ποιός ήταν; Πού βρέθηκαν όλοι αυτοί που ΄σφαζαν, έκαβαν και σκότωναν; ΄Ηταν αυτοί που δεν ήξεραν! ΄Ηταν αυτοί που δεν σε ήξεραν! ΄Ηταν ο κακός στρατός! Ο ταχτικός, οι Τσέτες! Τσέτης σημαίνει σφάχτης! Φονιάς, πλιατσικάρης!Αγράμματοι κι άθεοι ήταν! Δεν ξεχώριζαν ανήμπορο, μωρό, γυναίκα ... 



΄Εκλεβαν, λήστευαν, πλιατσικολογούσαν ... Δεν είχαν καιρό για γράμματα και θεούς... που καρδιά γι΄ανθρώπους ... Εδώ πλιατσικολογούσανε και σφάζανε δικούς τους ... Δεν ήταν αυτοί άνθρωποι, θεριά ήταν ... Τούς έδωσε κι ο γερμανός, ο αλλαχσίζης το ελεύθερο, τους έταξε και  μπόλικο πλιάτσικο ...  μ΄αυτοί ρουξήξαν αίμα!
Τσέτες προς άγραν εργασίας ....




Γερμανός πρέπει να ήταν ο Κεμάλ κόρη μου, γερμανός!   Τέτοιο χαλασμό, τέτοια φρίκη και τέτοιο αίμα, το ξανάδα με τους γερμανούς! Πιο παγωμένα μάτια απ΄ του Κεμάλ δεν υπάρχουνε! Δεν έχει, δεν είναι τούρκικα μάτια αυτά, γερμανικά είναι ...  

Μας τα ΄χανε καμωμένα και πιο παλιά ... Μα δεν εφτάσαν ως εκεί ...
Το ΄14, πια μικρή ήμουνα, 10 χρονών κοντά, είχαμε και τότες βάσανα. Κι τότε ήτρεχε ο κόσμος να σωθεί κι άφηνε πίσω τα σπίτια του και τ΄αγαθά του ...  Μόνο να πήγανε μέχρι τη Μυτιλήνη, τη Χιο, τη Σάμο και μετά ξαναγύρισαν. Καλλιά τους να μην είχαν ...  Τότενες πρωταρχίνηξε το κακό. ΄Ακουα τους μεγάλους που το ΄λεγαν. Κι απ΄τα Βουρλά έφυγαν κάμποσοι μα ξαναγύρισαν. Κι από τότε μέχρι το σπαραγμό, το κακό, δεν σταμάτησε καθόλου...  Απλωνότανε και πήγαινε ... άλλες φορές ημέρευε κι άλλες φούντωνε ... Σαν την αρρώστια που τρώει από μέσα τον αρρωστάρη! Παραμόνευε, λίγο-λίγο μάς ήπινε το αίμα ...  Δεν σταμάτησε παρά μόνο σαν μας εσβήσανε... "


Καλά σας βράδια

Ε.-


Σκοτείνιασε έξω! Δεν είναι λόγω ώρας ... μόνο είναι λόγω μπόρας !
Μπόρα αναμενόμενη αφού εδώ και μια βδομάδα και  βάλε είχαμε καλό καιρό!



Τι κρίμα να μην μπορούν οι μπόρες να ξεπλύνουν τις θύμησες, τη θλίψη και τον πόνο...



Η "καλλιτεχνική φωτογραφία" διακοσμεί σήμερα το κείμενο προέρχεται από τον πιο εξαιρετικό ιστότοπο που έπεσε στην αντίληψή μου και σχέση έχοντα με τα σμυρνέικα και μικρασιατικά.
Σας παρακαλώ -εάν φυσικά σας ενδιαφέρει το θέμα καθώς και μια άρτια δουλειά- και σας συστήνω ανεπιφύλακτα να τον επισκεφτείτε ...

http://apogonoimikrasiaton.blogspot.com/


Θα με θυμηθείτε ...