22 Οκτωβρίου 2011

Η πρέφα θέλει υπομονή κι η πέρδικα κυνήγι ...

13.10. Κάρπου, Αγαθονίκης
14.10. Ιγνατίου, Κελσίου
15.10. Λουκιανού, Σαββίνου, Βάρσου
16.10. Λεοντίου
17.10. Ωσηέ, Ανδρέου
18.10. Λουκά ευαγγελιστού, Μαρίνου
19.10. Κλεοπάτρας
20.10. Αρτεμίου
21.10. Χριστοδούλου, Ιλλαρίωνος
22.10. Μαξιμιλιανού, Μαρτιανού - Σήμερα ...

κι αλήθεια είναι ότι από τις 14 του μήνα έχω λουφάξει στα ζεστά ...
Σύμπωση ή όχι, το γεγονός είναι ότι από τις 14 του τρέχοντος, ανήμερα Κελσίου, μεγάλη η χάρη του, το θερμόμετρο εδώ έχει πέσει στο μηδέν και το καλοριφέρ πάει σύνεφφο!!!!!!!!!!!!! Εντάξει, τη νύχτα ... αλλά όχι ότι την ημέρα ανεβαίνει και πολύ περισσότερο!!!  4-5 μάζιμουμ...

Κι ενώ το κρύο με κάνει, μας κάνει, γενικώς να θέλουμε να χουχουλιάσουμε κι ενώ πίστευα ότι έξω κρύο κι εξ ου χουχούλιασμα, όπερ και εύκολο πολύ θα μου ήταν να μαζευτώ, να συμμαζευτώ και να φροντίζω το ιστοτοπάκι μου, τελικά τίποτα!
Είναι σοβαρό γιατρέ, δηλαδή να... με το μυαλό συνέχεια σε ταξίδι ;

Σε ταξίδι μόνιμα  ...
Σε δρόμο, στο δρόμο, σε σοκάκια, σε μυρωδιές ...

Δεν μπορώ με τίποτα να το συγκεντρώσω και να συγκεντρωθώ, να συμμαζευτώ και να το συμμαζέψω, να στρωθώ και να γράψω όλα αυτά τα όμορφα, που ώρες με πνίγουν, ώρες με λιώνουν κι ώρες με συνε-παίρνουν. Μωρέ! Συνέχεια ασυμμάζευτη μ΄έχουν! Συνέχεια σε ταξίδι, σε δρόμους στο χρόνο. Μμμμμ ...Ταξίδι δίχως πρόγραμμα και χωρίς ξενοδοχείο.Υπέροχα υπέροχο! Ταξίδι προς τα πίσω, στα  μακρινά ζεστά, στα τρυφερά παιδικά, σ΄ότι δηλαδή έχει φύγει πια... και μου λείπει... Ταξίδι που τσούζει τα μάτια ...

Προσπαθώ να κρατήσω ζωντανό αυτό το μπλογκ, όσο μπορώ, πραγματικά προσπαθώ.

Είμαι σίγουρη! Ναι  το πιστεύω ακράδαντα ότι πρέπει,  αξίζει να μείνουν κάπου  γραμμένα αυτά τα μικρά ιδιαίτερα σμυρνέικα έστω κι αν αυτό το κάπου είναι το ασήμαντο μου μπλογκ ανάμεσα στα τόσα εκατομύρια σημαντικά άλλα. ΄Εστω κι αν αυτά είναι απλά δικά μου σμυρνέικα.  Δεν πρέπει να χαθούν! Τα αγαπάω όλα αυτά, παραδόσεις, ήθη, έθιματα, ιστορίες, παροιμίες, παραμύθια κι απλές σκηνές ζωής και σμυρνέικης καθημερνότητας. Κάπου πρέπει να μείνουν, να ζήσουν! Κι ίσως κάποτε να γεμίσουν κάποια μάτια περαστικών που χαμένοι ίσως περάσουν κι από δω ... ΄Ισως να συμπληρώσουν κάποιες μνήμες, ίσως και να ξαναζωντανέψουν μνήμες άλλων. ΄Ολοι έχουμε μνήμες, κι οι μισοί και βάλε, σμυρνέικες. Ας μην τις αφήσουμε να χαθούν, ναι;

Φτάνει τόσα και τόσοι που χάθηκαν. Μαζί με τις μνήμες τους, υπάρχουν κι άλλα που δεν πρέπει να χαθούν. ΄Εστω κι αν όλοι -2 φορές- έφυγαν, μια από κει για εδώ και μια από εδώ για κει ... έστω κι αν μικρά κι ασήμαντα είναι ... τα σμυρνέικα μας δεν πρέπει να σβηστούν.

Θέλω, πρέπει να τα φυλάξω και δεν έχω που αλλού, παρά μόνο εδώ. Είναι σμυρνέικα κι αγαπημένα ίσως από πολλούς, ίσως κι απ΄όλους! Θέλω να τα κρατήσει ο χρόνος και δεν ξέρω πως.  Ξεθωριάζουν και πάνε γαμώ το μου και τόσο λυπάμαι.

Κάποτε γιορτάζονταν όλ΄αυτά και στόλιζαν ζωές!
Μετά  έτρεφαν λυπημένες μ΄ αγαπημένες μνήμες ...
συνάμα χάιδευαν κι αγκάλιαζαν χαμένες για πάντα ζωές κι αγάπες... Τ
ζωντάνευαν δεσμούς ...  κατέλυαν αποστάσεις ...
ξημέρωναν κι ημέρωναν ψυχές... 
κρατούσαν τις ψυχές ενωμένες...

Ε.-

Αϊβαλί χτες ...
ΑΪβαλί σήμερα ...

12 Οκτωβρίου 2011

΄Οπου δίνουν φαΐ και λεφτά να κάθεσαι, όπου δίνουν ξύλο φεύγε...

10.10. Ευλαμπίου και Ευλαμπίας
11.10. Φιλίππου
12.10.  Ανδρονίκου (Πρόβου και Ταράχου, ονόματα κι αυτά)

Κακή αρχή και κακή ιδέα είχα, βάζοντας σε κάθε μια από τις αναρτήσεις μου μια απ΄τις τόσες παροιμίες που έλεγε συχνά-πυκνά η γιαγιά μου...
΄Ολες μού την θυμίζουν... κι όταν τη θυμάμαι μελαγχολώ και, μου λείπει ...
Κι όλο πιάνομαι απ΄τις θύμησές της, απ΄τις ιστορίες της και τις περιπέτειές της κι όλο στα περασμένα ξαναγυρίζω. Κι είναι τα περασμένα γλυκά, γεμάτα τρυφερότητα... Γεμάτα απ΄τον μπαμπά μου, απ΄τη μαμά μου, τις νερατζιές στη γειτονιά μου, σχολικές ποδιές, νεανικά τρυφερά και άδολα φλερτάκια, μια ντίσκο, το μόνο μέρος της Αθήνας που έπινες τότε καφέ καπουτσίνο... Ο μπαμπάς μου κι η μαμά μου έφυγαν. Οι νερατζιές υπάρχουν ακόμη μα ελάχιστα τώρα πια ή και καθόλου. Οι σχολικές ποδιές χάθηκαν και το μπλε τους, δεν ξεχειλίζει κάθε μεσημέρι τους δρόμους. Τα φλερτάκια μου ξεθώριασαν, άσπρισαν. Ντίσκο γιοκ εδώ και χρόνια κι ο καπουτσίνο παντού ...

Τα βλέπετε; Να τα πάλι τα νοσταλγικά και τα μελαγχολικά ...
Αμ, το ΄ξερα ...

Κι όμως αλλού οι νερατζιές ανθίζουν πάντα! Και μάλιστα στην ώρα τους! Και πολύ!
Φτάνοντας στη Σμύρνη, για πρώτη φορά, πέρσι, ασημένια μεσάνυχτα Σαββάτου, τέλος Μάρτη... ένιωσα να πνίγομαι! Θες γιατί ήταν η πρώτη φορά, θες γιατί το φεγγάρι ήταν ολόγιωμο; ΄Επνεε και μια αύρα μυρωμένη! Να ένα, τόσο δα αεράκι ήταν, μες τη ζαλάδα ...
 Θες να ΄ταν οι ερατζιές και οι λεμονιές που ήταν πάνω στο μπουμπούκιασμα;




9 Οκτωβρίου 2011

Ο Χρόνος κι ο Καιρός, περνάνε δεν ρωτάνε...

Ανάμεσα σε Βουρλά κι Αλάτσατα
περνά το Νταούτ αλάνι
΄Ενα δειλινό μενεξεδένιο... βουρλιώτικο 


Του Σεφέρη τα Βουρλά



Γιώργος Σεφέρης... 
01.10. Ρωμανού του Μελωδού
02.10. Ιουστίνης και Κυπριανού
03.10. Διονυσίου Αεροπαγίτου
04.10. Δομνινής
05.10. Χαριτίνης
06.10. Θωμά αποστόλου
07.10. Σεργίου και Βάκχου
08.10. Πελαγίας
09.10. Σήμερα ... Ιακώβου, Ανδρονίκου ...

Τα περισσότερα, ονόματα σβησμένα απ΄το χρόνο! Κι όμως κάποτε στόλιζαν παιδικά κεφάλια κι αντηχούσαν σε στενά και σε σχολικές τάξεις! Ονόματα που όσο πάνε και ξεθωριάζουν όπως όλα ... ήθη, έθιμα, μύθοι, ιστορίες, λέξεις, παραμύθια, στιγμές...

Βουρλά
"Κόρη μου, και να ΄ξερες τι γιορτή είχαμε τον Οχτώβρη! Μετά τα πατητήρια το Σεπτέμβρη, τον Οχτώβρη σειρά είχαν τα βαρέλια με το καινούργιο κρασί. ΄Οσοι είχαν βάλει κρασί -δεν χρειαζόταν να ΄χεις πολύ- μέσα του μήνα άρχιζαν ν΄ανοίγουν τα βαρέλια να γευτούν και να δοκιμάσουν το κρασί ... να ξέρουν τι έδωσε  η γης και τι έκαμαν, να καμαρώνουν ή όχι, να το καταναλώσουν γενί-γενί (νέο, καινούργιο) ή μαθές να το παλιώσουν. Να το κρατήσουν για μεγάλη γιορτή, γεννητούρια, γάμο ή βάφτιση ... Οι τσιφλικάδες (τσιφτλίκ=κτήμα) το είχαν μπόλικο, δεν είχαν ανάγκη, καλό-κακό, το πουλούσαν. ΄Οχι ότι δεν τους πείραζε αν δεν ήταν καλό. Τους πείραζε και τους παραπείραζε. Πολλοί οι λόγοι. Παιζόταν η φήμη τους, το καλό κρασί έφερνε καλό χρήμα μα και να ΄χει ο κολίγος καλύτερο κρασί, αδύνατον!

Κι ήταν γιορτή για όλους. Πηγαίναμε καλεσμένοι κι ακάλεστοι -καλεσμένοι από στόμα σε στόμα- απ΄το ένα χτήμα στο άλλο, απ΄το ένα σπίτι στο άλλο, ακόμη κι απ΄το ένα σεχίρι (σεχίρ=πόλη) στο άλλο... Και σε μερικές μονές πηγαίναμε ...

Πρώτος και καλύτερος καλεσμένος -απαραίτητος βλέπεις- ήταν ο παπάς... Διάβαζε ευκή, άγιαζε, τα βαρέλια και μετά ο νοικοκύρης άνοιγε το βαρέλι έριχνε δυο στάλες αγιασμό μέσα και πρώτος δοκίμαζε -αμ πως- μαζί με τον παπά βέβαια.

Η μάσα (τραπέζι - εξ ου και η σημερινή μάσα= φαγοπότι;) ήταν ήδη στρωμένη με όλα τα καλά. Γεμίζαν και τα σαρακαμπί ( πήλινες κρασοκανάτες) κι άρχιζε ο εγλεντζές (εγλεντζέ/γλέντι = διασκέδαση/γλεντζές = γιορταστής, διασκεδαστής). Ουυυυ κι ήφτανε το πρωί κι ακόμη να σταματήσουν τα δοκιμάσματα. Αλίμονο σ΄αυτόν που ΄χε κάνα βαρελάκι μόνο! Δεν τον πείραζε όμως. Αρκεί που το κρασί του ήταν καλό. Κι ήξερε ... ΄Ολοι θα του ΄διναν, με χαρά, απ΄το δικό τους σε χρεία του ή σε γιορτή!  Κι όλοι πήγαιναν κι ένα μπουκάλι κρασί στην εκκλησία. ΄Αλλοι για να εβλογηθεί, άλλοι για τους αγίους ... Τυχερός, πάλι ο παπάς ...

Οι τσομπαναραίοι, λίγοι είχαν ήδη αφήσει τα μαντριά κι ήσαν φτασμένοι στα χειμαδιά, οι άλλοι γιαβάς-γιαβάς (σιγά-σιγά) ετοιμάζονταν να το κάνουν... Του ΄Αη Δημήτρη πάντως ήταν όλοι φτασμένοι στα πεδινά... του ΄Αη Γιωργιού, πάλι στα ψηλά. Αυτούς, τους δυο καβαλλάρηδες αγίους είχαμε όλοι κόρη μου, για σύνορο στο χρόνο. Ο πρώτος άνοιξη και βίρα για τα πάνω. Ο δεύτερος χειμώνας  και, προστασία στα κάτω... 


Κάπνιζαν κι οι φούρνοι αρχή Οχτώβρη. Μοσχοβολούσαν ... Εκτός απ΄τα ψωμιά...
΄Ωρα ήταν και ξεραίναμε τα σύκα. Τα ΄χαμε λιάσει αλλά τώρα χρειάζονταν να στεγνώσουν. Δεν τ΄αφήνεις στον ήλιο να ξεραθούν τελείως γιατί τότες θα χαθεί το μέλι τους. Μελωμένα αξίζουν Τα μαζεύεις και τ΄αφήνεις απλωτά σε ταψί  σε στεγνή μεριά. Μετά είναι που τα βάζεις ανοιγμένα στα δυο στο σβηστό φούρνο κι όταν το μέλι τους γίνει δάκρυ ολόστεγνο τα κάμεις πιταρίδες*, ένα μπουκέτο να πεις. Βάνεις μάτια μου, το ένα κολλητά με τ΄ άλλο. Ανάμεσά τους βάνεις ξύλα κανέλας κι άμα θέλεις και σουσάμι. Τα δένεις με χόρτο και τα φυλάσσεις. Κι ή τα κρατάς για τα Χριστούγεννα ή τα τρατάρεις ή σαν σε πονέσουν τα λαιμά σου, βγάνεις δυο, τα βράζεις -μοσκοβολάει ο τόπος- πίνεις ζεστό το αφέψημα και μαλακώνει ο πόνος. Οι μεγάλοι στο ζουμί βάνουνε και μερικές στάλες ρακί. Μετά μαλακωμένα, τα μασουλίζεις. Α, και μαλακωμένα δυο μέρες σε χλιαρό νερό, άμα κάμεις όρεξη  τα κάμεις συκόπιτα. Θέλεις  μούστο, μαστίχα, καρύδια ...

Καλά σας βράδια

Ε.-

5 Οκτωβρίου 2011

Τα μισά απ΄αυτά που κάνουμε τα κουμαντάρει η τύχη, τ΄άλλα μισά ο χρόνος ...

Το -σχεδόν τότε ή προχτές- το χτες-πέρσι
Το σήμερα ... στη θέση του χτες και του τότε προχτές ...
Χμμμμμμμ ... είχαμε μείνει, είχαμε μείνει ...
Α ναι, στο χτες ...
Στα Βουρλά ...

Γιαγιά μου καλή,
Τελικά δεν φάνηκες ...
Πήγα μόνη στα Βουρλά ... Ξέρεις, Ουρλά τα λένε σήμερα.
Γύρισα τα σοκάκια μία, δύο, τρεις ...
Ξανά και ξανά, πάλι και πάλι ...

Πέρασα μπρος απ΄την προκυμαία, κάθισα στον διπλανό καφενέ, παρήγγειλα καφέ, ατένισα απέναντι... Θα ήθελα τόσο πολύ να τον έπινα στον καφενέ του Ξύστρη, εκεί που μου ΄λεγες -ντελικανής τότε- πως τον έπινε ο παπούς, αλλά αδύνατον! Ο καφενές, αν και δεν είμαι σίγουρη για το κτίριο, είναι από πέρσι υπό ανακαίνιση. Θαυμάζω το πόσο προχώρησαν μέσα σ΄ένα χρόνο την ανακαίνιση. Δεν ξέρω καν αν θα γίνει πάλι καφενές, μόνο το εύχομαι ... ΄Οτι πάντως και να γίνει, θα ΄χει την ίδια όψη, τα ίδια δοκάρια, τις ίδιες κολόνες, παράθυρα, πόρτες ... ΄Ετσι βλέπεις το αποφάσισε ο καταλύτης χρόνος. Κράτησε τις κολόνες, τα δοκάρια, τα παράθυρα ... κι εκεί πάνω ξανάρχεται, κακός θριαμβευτής! Αν τα είχε πάρει όλα μαζί του ...
Να τα είχε πάρει ή όχι ... δεν ξέρω τι θα προτιμούσα.
Αν τα είχε πάρει, θα χανόμουν ... θα ΄χανα μνήμες, δεν θα ΄χα άκρες
Δεν τα έχει πάρει και χάνομαι ... ανάμεσα σε μνήμες, άκρες, συγκίνηση, μελαγχολία, θλίψη ...

Πίνοντάς τον, όχι φυσικά στον καφενέ του Ξύστρη, σκεφτόμουν...
Να λυπάμαι ή να μη λυπάμαι ...
Να λυπάμαι γιατί τα έχουν δικά τους και τα κάνουν ότι θέλουν; ΄Η να λυπάμαι γιατί τα στήνουν πάνω στα ξεστημένα;
Να μη λυπάμαι γιατί ακόμα κι έτσι είναι δικά μας κι αυτό δεν μπορεί με τίποτα ν΄άλλάξει; Να μη λυπάμαι γιατί ο Ξύστρης δεν θα ξανάρθει ποτέ πίσω, το ίδιο κι ο παπούς μου;
Δεν μπορώ ν΄αποφασίσω τώρα...

Τώρα, το μόνο που ξέρω είναι ότι, φορές-φορές λυπάμαι και φορές-φορές δεν λυπάμαι ...

Αν κάποτε -που δεν το βλέπω- αποφασίσω, θα σας κρατήσω ενήμερους.

Προς το παρόν πάντως ψάχνω, και ονειρεύομαι ...

Ε.-


4 Οκτωβρίου 2011

Ανθρώπινο το να παραπονιέσαι, απάνθρωπο το να γκρινιάζεις...

΄Ενα σήμερα ... σχεδόν σαν χτες
΄Ενα χθες ... σχεδόν σαν σήμερα
Τρίτη βράδυ...
Ο καιρός άλλαξε κι ήρθε λέει στα συγκαλά του.
Μέχρι χθες ο ήλιος έλαμπε ανενόχλητος, ξεπερνώντας κατά κατιτίς πολύ τις ντόπιες κανονικές μέσες και συνήθεις θερμοκρασίες για Οκτώβριο μήνα, σύμφωνα βέβαια με τα λεγόμενα της εδώ ΕΜΥ. Λύσσαξε για ΕΜΥ ...

Πες-πες λοιπόν αυτοί, να ΄σου κι αυτός κι είπε
" άει να πάει ..."
και για να μην τους παιδεύει, μπερδεύει και διαψεύδει άλλο,
συνεκάλεσε -ως πρόεδρος την επιτροπή του- κάτι από σύννεφα, κάτι από ψύχρα, κάτι από βροχής ψιχάλες και να μας εμάς να εμπίπτουμε στις κρύες ντόπιες θερμοκρασίες της εποχής, ομαλές κατά την ΕΜΥ, ανώμαλες κατ΄εμάς ...

Σαν τον καιρό, ξανά και ξανά, πάλι και πάλι, όλα αλλάζουν,  ακόμα κι εμείς.
Κι ενώ ο καιρός ξαναπαίρνει τις ίδιες μορφές, σύννεφα, βροχή, ήλιος, ζέστη ...
Εμείς ...
οι μεν, σαν το καλό κρασί παλιώνουμε και γινόμαστε καλύτεροι ...
οι δε, σαν το κακό κρασί, παλιώνουν κι αυτοί, αλλά αυτοί γίνονται ξύδι ...
΄Οχι ότι το ξύδι είναι κακό, ίσα-ίσα και χρειαζούμενο είναι κι απαραίτητο ... μόνο να, η γεύση του ενοχλεί, δεν πίνεται, δεν κατεβαίνω παρ΄εξόν κι αν σας διατρέχουν κοιλιακά προβλήματα.
Δεν το ξέρετε; Απαράδεκτοι! Λοιπόν, εκτός από τη γνωστή χρήση του για θυμωμένους, τις καθαριστικές του ιδιότητες, την αντιψειριακή του και λαμπυριστική του χρήση επί της κόμης κατέχει και τη θέση φαρμάκου στα κιτάπια της γιαγιάς μου ... Μια κουταλιά της σούπας ξύδι σε περίπτωση κοιλιακής καταρροής, μπαμ και κάτω φυσικά, σταματάει την καταρροή κι επαναφέρει σε τάξη το αποχετευτικό σας σύστημα ...
Μα τι γράφω! Ξεκινώντας άλλα είχα στο μυαλό μου να γράψω. Αλλά ξύνισα ...
Ο καιρός και οι φωτογραφίες φταίνε, κυρίως αυτές. Αυτές του σήμερα και του χτες ... 

΄Εχω μείνει βλέπεις πίσω στις φετινές διακοπές, έχω μείνει εκεί, απέναντι, κόλλησα ... και τρελλαίνομαι ...
Θα έπρεπε να συνεχίσω να σας γράφω για τα Αλάτσατα. Να σταματήσω να πετάγομαι μια εδώ και μια εκεί και να βάλω σειρά σκέψεις και γραφόμενα, μόνο που όσο κι αν το θέλω δεν τα καταφέρνω. Είχαν ήδη αρχίσει τα μάτια μου να θολώνουν, κι αν συνέχιζα τη βόλτα στα Αλάτσατα και στα σοκάκια τους θα κατέληγα να ρίχνω πάλι το κλάμα της ζωής μου. Θα ΄ρχιζα να σας γράφω για μια αγάπη ατέλειωτη, μια αγάπη δίκοπη, αγάπη μοιρασμένη. Θα σας έγραφα για τον Καζίμ... Πρέπει όμως πρώτα να βρω τα λόγια ...

Αποφάσισα λοιπόν ν΄αφήσω τα Αλάτσατα κι είπα να πεταχτώ μέχρι τα Βουρλά.
΄Αδικος κόπος! Ο ίδιος κόμπος, η ίδια συγκίνηση κι εδώ ...

Μια ματιά στις φωτογραφίες του χτες και του σήμερα φτάνει ...
Στην πρώτη, το χτες παλιωμένο, ξεθωριασμένο ...
Να στέκει και να μην στέκει, να προσπαθεί να σταθεί, να γέρνει και σαν να κλαίει ...
Στη δεύτερη, το σήμερα, αναπαλαιωμένο, ξαναχρωματισμένο, με την ίδια απαράλλαχτη μορφή,  και πάνω στο χτες να στέκει ... Στα ίδια, πάνω, δοκάρια, στις ίδιες κολόνες...
Παράθυρα, πόρτες, καμάρες, στο ίδιο σημείο, στραμμένα στον ήλιο ... και ν΄αγναντεύουν εκείνο το απέναντι. Το πεθυμυσμένο απέναντι που όχι γιατί ήθελε αλλά που λόγω της φτώχειας του τους είχε διώξει ... Το απέναντι που -στα δύσκολά τους- θα τους απογοήτευε κι άλλο ακόμα ...

Λέω να σταματήσω εδώ...

Ε.-

Συγκινούμαι εύκολα τελευταία ...
Λέτε να φταίει η ηλικία;